Το Jimpa της Σόφι Χάιντ κυκλοφορεί πλέον σε ψηφιακές πλατφόρμες στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστραλία και τις ΗΠΑ, και φέρνει την Ολίβια Κόλμαν μέσα σε μια οικογένεια που κανονικά θα μπορούσε να γίνει ναρκοπέδιο: ένα trans παιδί που θέλει να μείνει στην Ολλανδία, ένας γκέι πατέρας που εγκατέλειψε κάποτε την Αυστραλία για να ζήσει πιο ελεύθερα στο Άμστερνταμ, και ένας Τζον Λίθγκοου που επέμεινε ότι ο χαρακτήρας του δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς σώμα, γυμνό και επιθυμία.
Στη νέα της συνέντευξη στον Guardian, η Κόλμαν μιλά για την ταινία όχι σαν ακόμη έναν «ρόλο με κοινωνικό θέμα», αλλά σαν ιστορία που ακουμπά σε κάτι πιο βαθύ: στο πώς αγαπιούνται άνθρωποι που διαφωνούν, κουβαλούν διαφορετικές γενιές ελευθερίας και δεν θέλουν να μετατρέψουν κάθε πληγή σε πόλεμο.
Η Κόλμαν υποδύεται τη Χάνα, μια γυναίκα που ταξιδεύει από την Αδελαΐδα στο Άμστερνταμ με τον σύζυγό της και το 16χρονο trans παιδί τους, Frances, για να επισκεφθούν τον πατέρα της. Αυτός είναι ο Jimpa, από το Jim και grandpa, ένας άνδρας που έφυγε από την Αυστραλία πριν από δεκαετίες για να ζήσει μια queer ζωή που τότε η πατρίδα του δεν μπορούσε να του χωρέσει.
Τον Jimpa παίζει ο Τζον Λίθγκοου, και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ταινίας. Δεν είναι ο «σοφός ηλικιωμένος γκέι» που μιλά για τη ζωή του σαν να έχει πια τελειώσει με το σώμα. Είναι γοητευτικός, εγωιστής, τρυφερός, σεξουαλικός, αστείος, κουραστικός, ζωντανός. Σύμφωνα με τη Χάιντ, όταν ο Λίθγκοου τη συνάντησε για πρώτη φορά, της είπε ότι ο Jimpa έπρεπε να είναι γυμνός. Και στην ταινία είναι. Όχι ως πρόκληση, αλλά ως δήλωση ότι η μεγάλη ηλικία δεν εξαφανίζει την επιθυμία.
Το Jimpa δεν ψάχνει το δράμα εκεί όπου το περιμένει κανείς. Στο αεροδρόμιο, το Frances ανακοινώνει ότι θέλει να μείνει στην Ολλανδία και να τελειώσει εκεί το σχολείο. Σε μια άλλη ταινία, αυτή θα ήταν η σκηνή της έκρηξης. Οι γονείς θα έχαναν τον έλεγχο, το παιδί θα αμυνόταν, η σύγκρουση θα άναβε αμέσως. Εδώ, όμως, συμβαίνει κάτι πιο δύσκολο. Οι γονείς προσπαθούν να ακούσουν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι λυμένα. Σημαίνει ότι η ταινία ενδιαφέρεται λιγότερο για την εύκολη σύγκρουση και περισσότερο για την αμηχανία της καλοσύνης. Πώς διαφωνείς χωρίς να ακυρώνεις τον άλλον; Πώς λες αυτό που θέλεις χωρίς να το κάνεις όπλο; Πώς μένεις οικογένεια όταν ο καθένας κουβαλά διαφορετικό λεξιλόγιο, διαφορετικό τραύμα, διαφορετική ανάγκη;
Η Σόφι Χάιντ, που είχε ήδη ανοίξει έναν τολμηρό διάλογο για τη σεξουαλικότητα και την ηλικία με το Good Luck to You, Leo Grande, επιστρέφει εδώ σε ένα συγγενικό αλλά πιο οικογενειακό πεδίο. Και πάλι, το σεξ δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Δεν μπαίνει για να σοκάρει. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οι χαρακτήρες δοκιμάζουν την αλήθεια τους, κάνουν λάθη, αλλάζουν, καταλαβαίνουν τι δεν μπορούν πια να κρύψουν.
Για την Κόλμαν, το υλικό είχε και προσωπικό βάρος. Η ηθοποιός έχασε τον πατέρα της λίγο πριν αρχίσουν τα γυρίσματα και λέει ότι οι δυο τους τσακώνονταν πολύ, παρότι αγαπιούνταν βαθιά. Ο ρόλος τής επέτρεψε να φανταστεί μια άλλη εκδοχή του εαυτού της: πιο ήρεμη, πιο ικανή να ακούσει, πιο έτοιμη να σωπάσει εκεί όπου παλιά θα απαντούσε αμέσως.
Υπήρχαν στιγμές με τον Λίθγκοου που της θύμιζαν τον δικό της πατέρα. Σκηνές που την έκαναν να σκεφτεί ότι ίσως θα ήθελε να είχε σταθεί διαφορετικά όταν εκείνος έλεγε κάτι προκλητικό ή δύσκολο. Η Κόλμαν λέει ότι ο πατέρας της θα αγαπούσε την ταινία, ότι πιθανότατα θα έκλαιγε σε όλη τη διάρκειά της και ίσως θα αναγνώριζε κι εκείνος πράγματα που θα ήθελε να είχε κάνει αλλιώς. Και, με τη στεγνή της αμεσότητα, προσθέτει ότι, από υποκριτική άποψη, μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτό το πένθος.
Το άλλο δυνατό ρεύμα της ταινίας περνά μέσα από το Frances. Το Aud Mason-Hyde, παιδί της σκηνοθέτιδας και το πρόσωπο που υποδύεται τον ρόλο, μιλά στη συνέντευξη για την εξάντληση που συχνά φορτώνεται στα νέα trans άτομα: να είναι ευχάριστα, ανεκτά, «εύκολα», να μην ζητούν πολλά, να καθησυχάζουν τους άλλους ακόμη και όταν οι άλλοι αντιδρούν με φόβο, θυμό ή βία. Στο Jimpa, αυτή η πίεση δεν γίνεται σύνθημα. Περνά μέσα από βλέμματα, παύσεις, οικογενειακές ευγένειες που κρύβουν κόπωση.
Και κάπως έτσι, η ταινία αποφεύγει το πιο προβλέψιμο μονοπάτι. Δεν μετατρέπει την queer οικογένεια σε πεδίο εκπαιδευτικού δράματος. Δεν λέει απλώς «να είστε καλοί». Δείχνει πόσο δύσκολο είναι να είσαι καλός όταν έχεις ιστορία, σώμα, εγωισμό, φόβο, παλιές ενοχές και νέες λέξεις που δεν ξέρεις ακόμη πώς να χρησιμοποιήσεις.
Η ίδια η Κόλμαν δεν διαβάζει κριτικές, όπως λέει, επειδή δεν θεωρεί τον εαυτό της ιδιαίτερα ανθεκτικό. Για εκείνη, το Jimpa είναι «μια όμορφη ιστορία για καλούς ανθρώπους». Και μετά το λέει με τον τρόπο που μόνο η Ολίβια Κόλμαν μπορεί να το πει: ποιος, στον διάολο, θα είχε πρόβλημα με αυτό;