Στη σουίτα του Le Meurice, στο Παρίσι, όλα θα μπορούσαν να ανήκουν ήδη σε ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Καναπέδες που μοιάζουν να περιμένουν εξομολογήσεις, καθρέφτες, πόρτες, παράθυρα, ένα δωμάτιο αρκετά κομψό ώστε να κρύβει κάτι και αρκετά άδειο ώστε να το φανερώνει. Έξω, οι Κήποι του Κεραμεικού. Μέσα, ένας άντρας με άσπρα μαλλιά, πράσινο T-shirt και την ήρεμη όψη κάποιου που έχει περάσει τη ζωή του μετατρέποντας την ταραχή σε χρώμα.
Ο Αλμοδόβαρ λέει ότι το προηγούμενο βράδυ κοιμήθηκε καλά. Το βράδυ πριν από εκείνο, όχι και τόσο. Δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι σχεδόν η είσοδος στο θέμα.
Βρισκόμαστε στις 10 Απριλίου, μία μέρα μετά την ανακοίνωση της επίσημης επιλογής του Φεστιβάλ Καννών. Ο Ισπανός σκηνοθέτης μόλις έμαθε ότι η νέα του ταινία, Amarga Navidad, η 24η μεγάλου μήκους ταινία του, θα διαγωνιστεί φέτος για τον Χρυσό Φοίνικα. Είναι η έβδομη φορά που μπαίνει στο διαγωνιστικό. Τον Χρυσό Φοίνικα δεν τον έχει κερδίσει ποτέ.
Για άλλους δημιουργούς, αυτό θα ακουγόταν σαν στατιστικό. Στην περίπτωση του Αλμοδόβαρ, μοιάζει περισσότερο με ανοιχτή πόρτα. Οι Κάννες υπήρξαν για εκείνον τόπος αναγνώρισης, γιορτής, προσμονής, αλλά και μιας μικρής εκκρεμότητας που δεν έκλεισε. Έχει κερδίσει εκεί βραβείο σκηνοθεσίας για το Όλα για τη μητέρα μου και βραβείο σεναρίου για το Volver, έχει προεδρεύσει στην κριτική επιτροπή, έχει σταθεί πολλές φορές στην Κρουαζέτ ως ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους Ευρωπαίους δημιουργούς της εποχής του. Κι όμως, ο μεγάλος φοίνικας παραμένει έξω από το σπίτι του.
Το Amarga Navidad έρχεται, έτσι, σαν κάτι περισσότερο από νέο φιλμ. Έρχεται σαν επιστροφή σε έναν τόπο όπου ο Αλμοδόβαρ έχει υπάρξει ήδη μύθος, χωρίς να έχει πάρει το τελικό έμβλημα του μύθου. Η ταινία ακολουθεί τον Ραούλ, έναν cult σκηνοθέτη σε δημιουργική κρίση, ο οποίος, ύστερα από μια τραγωδία που χτυπά κοντινό του συνεργάτη, αρχίζει να φαντάζεται την Έλσα, μια άλλη δημιουργό, επίσης παγιδευμένη στη γραφή. Σιγά σιγά οι δύο ιστορίες καθρεφτίζονται. Η αυτομυθοπλασία γίνεται παιχνίδι, αλλά και κίνδυνος: πόσο μακριά μπορεί να πάει κανείς για να αφηγηθεί μια ιστορία;
Στο προφίλ του M Le Magazine du Monde, ο Αλμοδόβαρ εμφανίζεται ακριβώς εκεί όπου μοιάζει να βρίσκεται και το σινεμά του σήμερα: ανάμεσα στον ύπνο και την εγρήγορση, ανάμεσα στη μνήμη και την επινόηση, ανάμεσα στην προσωπική πληγή και τη σκηνοθετημένη της εκδοχή. Η αϋπνία δεν είναι απλώς βιογραφικό επεισόδιο. Είναι σχεδόν αισθητική συνθήκη. Στις ταινίες του, οι άνθρωποι κοιμούνται, λιποθυμούν, πέφτουν σε κώμα, βλέπουν εφιάλτες, παίρνουν υπνωτικά, ξυπνούν σε νοσοκομεία, μπερδεύουν τη ζωή με την αφήγησή της. Στο Amarga Navidad, τα όνειρα δεν είναι διακοσμητικά. Είναι υλικό πλοκής.
Ένας από τους εφιάλτες της ταινίας προέρχεται από τον ίδιο. Στο τέλος των γυρισμάτων, ο Αλμοδόβαρ ονειρεύτηκε ότι δεν μπορούσε να φτιάξει τη βαλίτσα του. Ένα απλό, καθημερινό πράγμα μετατράπηκε σε εικόνα ανημπόριας. Ξύπνησε και αποφάσισε να το βάλει στο σενάριο. Η βαλίτσα, σε ένα άλλο σινεμά, θα ήταν αντικείμενο. Στον Αλμοδόβαρ γίνεται σύμπτωμα: η μικρή πράξη που ξαφνικά δεν μπορεί να ολοκληρωθεί, ο άνθρωπος που χάνει για λίγο την κυριαρχία πάνω στα πράγματα, η δημιουργία που αρχίζει από μια αδυναμία.
Υπάρχει, όμως, κι ένα άλλο όνειρο, πιο βαθύ. Ένα από τα τελευταία που συνδέονται με τη μητέρα του, τη Francisca Caballero. Τον Σεπτέμβριο του 1999, στο νοσοκομείο, λίγο πριν πεθάνει, η μητέρα του ονειρεύτηκε μια τρομερή καταιγίδα. Έξω, στη Μαδρίτη, είχε ήλιο. Λίγες ώρες αργότερα πέθανε. Ο Αλμοδόβαρ έχει κουβαλήσει αυτή τη σκηνή για χρόνια. Την έδωσε σε συλλογή διηγημάτων, την ξαναφέρνει τώρα στο Amarga Navidad, σαν να μην έχει τελειώσει ακόμη μαζί της. Ο ίδιος λέει ότι ίσως πρέπει να δει κανείς σε εκείνη την καταιγίδα την προσέγγιση του θανάτου.
Η μητέρα δεν ήταν ποτέ απλώς μητέρα στο έργο του. Ήταν η αρχική σχολή μυθοπλασίας. Στο χωριό της Λα Μάντσα όπου πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια, η Francisca διάβαζε και έγραφε γράμματα για αναλφάβητους κατοίκους. Ο μικρός Πέδρο τη βοηθούσε. Μόνο που εκείνη, καθώς διάβαζε τα γράμματα δυνατά, πρόσθετε λεπτομέρειες. Έκανε την πραγματικότητα λίγο πιο υποφερτή για εκείνους που την άκουγαν. Ο γιος της διαμαρτυρόταν: μαμά, λες ψέματα, τα στολίζεις. Αργότερα κατάλαβε ότι εκεί βρισκόταν ένα από τα πρώτα μαθήματα της τέχνης του: η μυθοπλασία δεν αναιρεί την αλήθεια. Τη βοηθά να αντέχεται.
Από εκεί, ίσως, ξεκινά και όλο το αλμοδοβαρικό σύμπαν των γυναικών. Οι μητέρες, οι κόρες, οι αδελφές, οι φίλες, οι ηθοποιοί, οι τραγουδίστριες, οι γυναίκες στα όρια νευρικής κρίσης, οι γυναίκες που πενθούν, που επινοούν, που σώζουν, που λένε ψέματα για να προστατεύσουν κάτι πιο αληθινό από την ίδια την πληροφορία. Η περίφημη «chica Almodóvar» γεννήθηκε μέσα από αυτή τη διαρκή μετατόπιση: όχι ως γυναίκα-σύμβολο, αλλά ως γυναίκα σε κίνηση, σε ένταση, σε επιθυμία, σε απώλεια, σε ελευθερία.
Ο ίδιος δεν δείχνει απόλυτα άνετος με τον όρο. Τον παίρνει σαν νεύμα, ίσως σαν ανάλογο των James Bond girls, αλλά με άλλο φορτίο. Για εκείνον ήταν μάλλον μια γυναίκα ελεύθερη, μοντέρνα, χωρίς προκαταλήψεις, με ομορφιά που δεν χρειαζόταν να χωράει στα κλασικά πρότυπα. Η Rossy de Palma, με το πρόσωπο που έγινε σχεδόν έμβλημα της δικής του εικονογραφίας, θυμάται εκείνη την εποχή σαν δημιουργικό πυρετό. Δεν είχε σημασία το χρήμα ούτε η φήμη. Έπρεπε απλώς να κάνουν πράγματα, να γράφουν, να κινούνται.
Πριν από αυτό, όμως, υπήρχε η Μαδρίτη. Η movida madrileña. Η άγρια πολιτιστική αφύπνιση μετά τον θάνατο του Φράνκο. Η Ισπανία έβγαινε από το μακρύ σκοτάδι της δικτατορίας και δεν ήθελε να κοιμηθεί. Ο Αλμοδόβαρ ήταν τότε υπόγειος κινηματογραφιστής, performer, προκλητικός rocker, ένας νεαρός άντρας που ντυνόταν συχνά γυναίκα και ζούσε ανοιχτά την ομοφυλοφιλία του σε μια χώρα που μόλις είχε αρχίσει να αποτινάζει τη θεσμική της καταστολή. Το Rock-Ola, το θρυλικό κλαμπ της Μαδρίτης, έγινε ναός αυτής της επιστροφής στη ζωή.
Κάποια πρωινά, έφευγε από το Rock-Ola χωρίς ύπνο και πήγαινε κατευθείαν στη δουλειά του στην κρατική τηλεφωνική εταιρεία, όπου εργάστηκε για δώδεκα χρόνια. Αυτή η διπλή ζωή μοιάζει σήμερα σχεδόν αδύνατη: τη νύχτα, underground δημιουργός μιας νέας Ισπανίας· το πρωί, υπάλληλος σε ένα γραφείο, μαζεύοντας άθελά του υλικό για τη μεσαία τάξη, για τις ισπανίδες νοικοκυρές, για τις επιθυμίες, τα ψώνια, τη γλώσσα και τη μικρή καθημερινή δραματουργία τους.
Οι πρώτες του ταινίες, γυρισμένες σε Super 8, προβάλλονταν σε μπαρ και διαμερίσματα. Ο ίδιος έκανε ζωντανά τις φωνές όλων των χαρακτήρων, ενώ ο αδελφός του, Agustín, φρόντιζε τα ηχητικά εφέ με ένα αυτοσχέδιο πικάπ. Είναι μια ιδρυτική εικόνα: ο Πέδρο να δίνει φωνή σε όλους, ο Agustín να κρατά τον μηχανισμό. Αργότερα, οι δύο τους θα ίδρυαν την El Deseo. Η επιθυμία, κυριολεκτικά, θα γινόταν εταιρεία παραγωγής.
Ο Agustín Almodóvar λέει ότι για τον αδελφό του η επιθυμία είναι η κινητήρια δύναμη κάθε συμπεριφοράς. Η ενέργεια που σε κάνει να ξεκινήσεις ένα έργο, αλλά και να ζήσεις. Όταν πήγε να δηλώσει την εταιρεία, το 1985, ο συμβολαιογράφος τον κοίταξε περίεργα. Νόμιζε, αστειεύεται, ότι επρόκειτο για οίκο ανοχής.
Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, η El Deseo δεν είναι απλώς η εταιρεία του Αλμοδόβαρ. Είναι ένα από τα σταθερά εργαστήρια του ισπανικού auteur σινεμά. Το 2025 συμπαρήγαγε το Sirāt του Oliver Laxe, που κέρδισε βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες, ενώ στήριξε και το La Bola Negra των Javier Ambrossi και Javier Calvo, επίσης στο φετινό διαγωνιστικό. Η φετινή παρουσία της Ισπανίας στις Κάννες έχει έτσι κάτι σχεδόν συμβολικό: δίπλα στον Αλμοδόβαρ βρίσκονται ο Rodrigo Sorogoyen με το El ser querido και οι Los Javis με το La Bola Negra.
Ο ίδιος, στα 76 του, δεν είναι μόνο ο παλαιότερος μεγάλος πρεσβευτής αυτής της κινηματογραφίας. Είναι και ο άνθρωπος που άνοιξε πόρτες για να μπορέσει η ισπανική εικόνα να γίνει διεθνής χωρίς να πάψει να είναι παράξενη, σωματική, πολιτική, τοπική, υπερβολική, βαθιά δική της.
Οι πόρτες είναι άλλωστε παντού στο σινεμά του. Πόρτες που ανοίγουν σε δωμάτια, σε μυστικά, σε επιθέσεις, σε ερωτικές συναντήσεις, σε αποχωρισμούς. Ο συνθέτης Alberto Iglesias, στενός συνεργάτης του σε περίπου δεκαπέντε ταινίες, βλέπει σε αυτές το αποτύπωμα ενός βλέμματος που πλησιάζει τους χαρακτήρες με σεμνότητα. Η πόρτα οδηγεί στην οικειότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο κομμάτι που δούλεψαν μαζί, το 1995, λεγόταν «Σπίτι με παράθυρα και βιβλία». Σαν να υπήρχε ήδη εκεί όλο το αλμοδοβαρικό σύμπαν: αίμα στις φλέβες, αέρας στα δωμάτια, πνεύμονες που αναπνέουν μέσα από το μελόδραμα.
Στα γραφεία της El Deseo στη Μαδρίτη, το δωμάτιο του Αλμοδόβαρ μοιάζει κι αυτό με αυτοπορτρέτο. Εκεί διαβάζει τα σενάρια με τους ηθοποιούς πριν από κάθε γύρισμα. Στα ράφια υπάρχει μια Barbie που μοιάζει με την Penélope Cruz στο Volver, δώρο των ενδυματολόγων της ταινίας. Στους τοίχους, αφίσες του 8½ του Fellini και του All About Eve του Mankiewicz, αλλά και δύο εκδοχές της ισπανικής αφίσας του Νόμου του Πόθου, φτιαγμένες από τον Ceesepe, καλλιτέχνη της movida. Δίπλα τους, φωτογραφίες με σκηνοθέτες που θαύμασε: Billy Wilder, Michelangelo Antonioni, Quentin Tarantino, Francis Ford Coppola.
Δεν είναι μουσείο. Είναι μηχανισμός μνήμης. Κάθε αντικείμενο φαίνεται να λέει ότι για τον Αλμοδόβαρ η ζωή δεν μετατρέπεται σε τέχνη επειδή εξωραΐζεται. Μετατρέπεται σε τέχνη επειδή σκηνοθετείται με ακρίβεια. Η μητέρα, το χωριό, η Μαδρίτη, το κλαμπ, η τηλεφωνική εταιρεία, τα γράμματα, οι γυναίκες, οι νευρικές κρίσεις, η πολιτική, οι νεκροί, τα όνειρα, οι εραστές, τα χρώματα, όλα μπαίνουν σε ένα δωμάτιο και περιμένουν να ανοίξει η σωστή πόρτα.
Το χρώμα είναι η πιο αναγνωρίσιμη από αυτές τις πόρτες. Ο Αλμοδόβαρ έχει πει ότι ίσως το χρωστά και στη μητέρα του. Λόγω μιας παλιάς παράδοσης πένθους, εκείνη έπρεπε να φορά μαύρα σχεδόν αδιάκοπα από την ηλικία των τριών μέχρι τα είκοσί της. Ο γιος της, σαν αντίδραση, έπεσε πάνω στις αμερικανικές ταινίες Technicolor. Το κόκκινο, το μπλε, το κίτρινο, οι έντονες επιφάνειες, τα υφάσματα, τα αντικείμενα, οι κουζίνες, οι τοίχοι, τα φορέματα, όλα αυτά δεν είναι απλώς στυλ. Είναι μια εξέγερση απέναντι στο πένθος.
Αυτή η εξέγερση δεν είχε ποτέ μόνο αισθητικό χαρακτήρα. Στην Ισπανία, ο Αλμοδόβαρ παραμένει πολιτικά φορτισμένο πρόσωπο. Η δεξιά και η άκρα δεξιά δεν του συγχώρεσαν ποτέ πλήρως ούτε τις νεανικές του προκλήσεις ούτε τη δημόσια στήριξή του στο Σοσιαλιστικό Κόμμα. Η movida σόκαρε ένα ολόκληρο συντηρητικό κομμάτι της χώρας. Μέχρι το 1978, η ομοφυλοφιλία στην Ισπανία ήταν παράνομη. Οι γκέι άνθρωποι επιτηρούνταν, ιδρυματοποιούνταν, «αναμορφώνονταν», κάποτε υφίσταντο ακόμη και βίαιες ιατρικές πρακτικές. Ο Αλμοδόβαρ δεν προέκυψε απλώς ως αισθητικό φαινόμενο. Προέκυψε ως σώμα που εμφανίστηκε εκεί όπου πριν υπήρχε απαγόρευση.
Σήμερα, μιλώντας για την πολιτική ατμόσφαιρα της Ισπανίας, δεν κρύβει την ανησυχία του. Θεωρεί ότι η αριστερά, διαιρεμένη, δυσκολεύεται να ανακόψει τη σκληρή δύναμη της δεξιάς. Βλέπει την επιρροή του τραμπισμού να βρίσκει μαθητές και στην Ευρώπη. Ακόμη και η περίπτωση του Fabio McNamara, του παλιού του cross-dressing συντρόφου στη σκηνή, με τον οποίο είχε ηχογραφήσει queer disco δίσκο το 1982 και ο οποίος έχει μετακινηθεί συντηρητικά, τον θλίβει. Η Ισπανία που κάποτε ξενυχτούσε για να βγει από τη δικτατορία φαίνεται ξανά, στα μάτια του, να βαραίνει.
Αυτή η πολιτική ανησυχία δεν εμφανίζεται στο έργο του σαν σύνθημα. Εμφανίζεται σαν φόβος για το τι συμβαίνει όταν μια κοινωνία αρχίζει να κλείνει τις πόρτες της. Ο Αλμοδόβαρ υπήρξε πάντα σκηνοθέτης ανοιχτών πορτών, ακόμη κι όταν πίσω τους κρυβόταν κίνδυνος. Στα δικά του δωμάτια μπαίνουν οι παρίες, οι μητέρες, οι ηθοποιοί, οι τρανς γυναίκες, οι νοικοκυρές, οι εραστές, οι νεκροί, οι ψεύτες, οι άρρωστοι, οι φίλες, οι τραγουδίστριες, οι άνθρωποι που δεν ήταν καλοδεχούμενοι στο επίσημο σαλόνι της Ισπανίας.
Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και η Chavela Vargas, η μεγάλη Μεξικανή τραγουδίστρια που το Amarga Navidad επαναφέρει μέσα από τη μουσική του. Η Chavela, ερωμένη της Frida Kahlo, γυναίκα με παντελόνια, πόντσο, πιστόλι, αλκοόλ, κατάθλιψη και μια φωνή που αργότερα έμοιαζε να μη τραγουδά πια αλλά να απαγγέλλει τα ερείπια της ζωής της, βρήκε στον Αλμοδόβαρ έναν από τους ανθρώπους που τη βοήθησαν να επιστρέψει στη σκηνή, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Η Rossy de Palma θυμάται ότι χάρη σε εκείνον μπόρεσε να περάσει χρόνο με αυτή την εξαιρετική γυναίκα: τραγουδούσαν, έκλαιγαν, γελούσαν.
Δεν είναι τυχαίο ότι όσο περνούν τα χρόνια, το σινεμά του Αλμοδόβαρ γίνεται πιο μοναχικό. Οι πρώτες του κωμωδίες είχαν την ενέργεια της απελευθέρωσης: θόρυβο, σεξ, χρώμα, ειρωνεία, υπερβολή, ρυθμό, αστείο. Οι πιο πρόσφατες ταινίες του κουβαλούν περισσότερο βάρος. Το Μίλα της, η Κακή Εκπαίδευση, το Volver, οι Ραγισμένες Αγκαλιές, το Πόνος και Δόξα, οι Παράλληλες Μητέρες, το The Room Next Door και τώρα το Amarga Navidad μοιάζουν να κινούνται όλο και πιο βαθιά μέσα στη μνήμη, στην αρρώστια, στον θάνατο, στην τέχνη ως μέσο επιβίωσης.
Η ίδια η έννοια της αυτομυθοπλασίας, που βρίσκεται στο κέντρο της νέας ταινίας, είναι επικίνδυνη για έναν δημιουργό σαν τον Αλμοδόβαρ. Επειδή ο θεατής νομίζει ότι τον ξέρει. Νομίζει ότι γνωρίζει το χρώμα του, τις γυναίκες του, τις μητέρες του, τα δωμάτιά του, το κόκκινό του, τη Μαδρίτη του. Όμως η αυτομυθοπλασία δεν είναι εξομολόγηση. Είναι παραμόρφωση. Είναι ο τρόπος να πεις κάτι αληθινό χωρίς να το παραδώσεις γυμνό στην κατανάλωση. Στο Amarga Navidad, ο Ραούλ και η Έλσα δεν είναι απλώς δύο χαρακτήρες. Είναι δύο πλευρές της ίδιας δημιουργικής ανησυχίας: πώς παίρνεις τον πόνο των άλλων, ή τον δικό σου, και τον μετατρέπεις σε έργο χωρίς να τον προδώσεις;
Αυτό είναι ίσως το πιο σύγχρονο ερώτημα που μπορεί να κάνει σήμερα ο Αλμοδόβαρ. Όχι επειδή ανακάλυψε τώρα την αυτοβιογραφία, αλλά επειδή ζούμε σε μια εποχή όπου όλοι μετατρέπουν τη ζωή τους σε υλικό. Η διαφορά είναι ότι εκείνος ξέρει πως το υλικό αυτό έχει τίμημα. Κάθε αφήγηση παίρνει κάτι από την πραγματικότητα και το αλλάζει. Κάθε δημιουργός είναι, με κάποιον τρόπο, και διασώστης και κλέφτης. Ο Αλμοδόβαρ, που έμαθε από τη μητέρα του ότι ένα στολισμένο γράμμα μπορεί να παρηγορήσει καλύτερα από ένα ακριβές, επιστρέφει τώρα στην άλλη όψη αυτής της γνώσης: η μυθοπλασία μπορεί να σώζει, αλλά μπορεί και να καταβροχθίζει.
Στα 76 του, δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι έχει στυλ. Αυτό έχει τελειώσει εδώ και δεκαετίες. Το ερώτημα είναι τι κάνει ένας δημιουργός όταν έχει ήδη γίνει αναγνωρίσιμη γλώσσα. Πώς αποφεύγει να μετατραπεί σε διακόσμηση του εαυτού του; Πώς ξαναμπαίνει στο δωμάτιο χωρίς να παίζει απλώς τον Αλμοδόβαρ; Πώς κρατά την επιθυμία ζωντανή όταν όλος ο κόσμος ξέρει πια το όνομά της;
Η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται, ξανά, στη λέξη που έδωσε όνομα στην εταιρεία του. Επιθυμία. Όχι μόνο ερωτική. Δημιουργική, πολιτική, υπαρξιακή. Η επιθυμία να πεις μια ιστορία, να ανοίξεις μια πόρτα, να δώσεις φωνή σε μια γυναίκα, να ξαναφέρεις μια νεκρή μητέρα σε ένα όνειρο, να ντύσεις με χρώμα ένα πένθος, να σταθείς απέναντι σε μια χώρα που σκληραίνει, να κοιμηθείς και να μην κοιμηθείς, να πας άλλη μία φορά στις Κάννες χωρίς να ξέρεις αν αυτή τη φορά θα σου δώσουν τον Φοίνικα.
Το πιο συγκινητικό στον Αλμοδόβαρ σήμερα δεν είναι ότι εξακολουθεί να είναι μεγάλος. Είναι ότι εξακολουθεί να μοιάζει εκτεθειμένος. Στις φωτογραφίες του Jack Davison για το M Le Magazine du Monde, το πρόσωπό του δεν εμφανίζεται σαν ασφαλές πορτρέτο δημιουργού. Άλλοτε είναι ασπρόμαυρη σκιά πάνω σε τραχύ τοίχο, άλλοτε πρόσωπο που κοιτάζει μέσα από αντανακλάσεις, άλλοτε σώμα τυλιγμένο σε κόκκινο και μπλε, άλλοτε φιγούρα σχεδόν φασματική, σαν να έχει ήδη περάσει από το φως των δικών του ταινιών και να επιστρέφει αλλοιωμένη. Δεν είναι οι κλασικές φωτογραφίες ενός auteur που ποζάρει δίπλα στο έργο του. Είναι εικόνες ενός ανθρώπου που έχει γίνει ο ίδιος δωμάτιο.
Και μέσα σε αυτό το δωμάτιο κυκλοφορούν ακόμη τα ίδια πράγματα: η μητέρα με τα μαύρα, το παιδί που κοιτούσε Technicolor κάρτες από σοκολάτες, ο νεαρός που έφυγε στα 17 του για τη Μαδρίτη, ο υπάλληλος της τηλεφωνικής εταιρείας, ο underground performer, ο σκηνοθέτης που άνοιξε χώρο στον Antonio Banderas, στην Carmen Maura, στη Victoria Abril, στον Javier Bardem, στην Penélope Cruz και τόσους άλλους, ο παραγωγός που σήμερα στηρίζει νεότερους Ισπανούς δημιουργούς, ο άνθρωπος που έμαθε να κρατά την ιδιωτική του ζωή κλειστή και τις ταινίες του ανοιχτές.
Ο ίδιος, μετά τη συνέντευξη, έστειλε ένα μακρύ κείμενο για τη σημασία των πορτών στο έργο του. Δεν είχε, λέει, σταθεί ποτέ να το σκεφτεί έτσι. Οι πόρτες, έγραψε, του επιτρέπουν να αποκαλύψει κάτι κρίσιμο για τους χαρακτήρες μέσα από την εμφανή τους ασημαντότητα. Είναι τόποι συναντήσεων, αποχαιρετισμών, επανενώσεων, αλλά και βίαιων επιθέσεων. Αντιπροσωπεύουν ταυτόχρονα την απελευθέρωση και τον κίνδυνο.
Δεν ξέρουμε τι ώρα έγραψε αυτές τις γραμμές. Θα ταίριαζε, πάντως, να τις έχει γράψει νύχτα. Κάπου ανάμεσα σε ύπνο και ξύπνιο, εκεί όπου οι σκηνοθέτες που δεν κοιμούνται καλά βρίσκουν ακόμη τις εικόνες τους. Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ επιστρέφει στις Κάννες όχι σαν άνθρωπος που ζητά μια τελική επιβεβαίωση, αλλά σαν δημιουργός που εξακολουθεί να ανοίγει πόρτες. Πίσω τους υπάρχουν όνειρα, μητέρες, χρώματα, απώλειες, πολιτική, επιθυμία. Και ίσως, αυτή τη φορά, ένας Χρυσός Φοίνικας που τον περιμένει εδώ και δεκαετίες.
με στοιχεία από Le Monde