Ο Μπαζ Λούρμαν δεν σχεδίασε απλώς ένα πολυτελές βαγόνι. Πρώτα επινόησε μια γυναίκα.
Τη λένε Celia. Είναι μια φανταστική σταρ του West End το 1932, μια σαιξπηρική ντίβα με θρυλική αύρα, φίλους, εραστή, παρασκήνιο και αρκετή μυθολογία για να γεμίσει ολόκληρο τρένο. Γύρω από αυτή την ανύπαρκτη αλλά απολύτως σκηνοθετημένη γυναίκα, ο Λούρμαν και η Κάθριν Μάρτιν σχεδίασαν το νέο ιδιωτικό βαγόνι-εστιατόριο της Belmond στο ιστορικό British Pullman.
Το Celia μπαίνει στις ράγες ως ένα βαγόνι του 1932, διαθέσιμο πλέον για ιδιωτικές κρατήσεις, με χωρητικότητα 12 ατόμων και τιμή που ξεκινά από 15.000 λίρες για αποκλειστική χρήση. Στα χαρτιά είναι ένας χώρος για ιδιωτικά δείπνα. Στην πράξη, όπως συμβαίνει συχνά με τον Λούρμαν, είναι κάτι πολύ πιο θεατρικό: ένα μικρό κινηματογραφικό σύμπαν από αρ ντεκό ξύλα, μαρκετερί, βιτρό, μωσαϊκά, βαθύ κόκκινο, σαιξπηρική φαντασία και επινοημένη μνήμη.
Ο σκηνοθέτης του Moulin Rouge! και του Υπέροχου Γκάτσμπι και η πολυβραβευμένη Κάθριν Μάρτιν, σκηνογράφος και ενδυματολόγος των ταινιών του, δεν αντιμετώπισαν το βαγόνι σαν διακοσμητικό project. Όπως εξηγούν στη συνέντευξη που συνοδεύει την παρουσίαση του Celia, ξεκίνησαν όπως θα ξεκινούσαν μια ταινία: από τη φιλοσοφία, μετά την αφήγηση, μετά τους χαρακτήρες, και μόνο τότε από τη γλώσσα του χώρου.
Η ιστορία που επινόησαν αντλεί από ένα μεγάλο κινηματογραφικό φάντασμα: τον Πολίτη Κέιν. Ο Λούρμαν λέει ότι η δυναμική πίσω από τη Celia παραπέμπει στη σχέση του Charles Foster Kane με τη Susan Alexander, που με τη σειρά της είχε εμπνευστεί από τον William Randolph Hearst και τη Marion Davies. Στη δική του εκδοχή, ένας Αμερικανός βιομήχανος, ο John, παραγγέλνει ένα ιδιωτικό βαγόνι-εστιατόριο για την αγαπημένη του Celia και τον λαμπερό κύκλο της.
Έτσι, το βαγόνι γίνεται κάτι παραπάνω από μέσο μεταφοράς. Γίνεται ερωτική χειρονομία, δώρο εξουσίας, σκηνή κοινωνικής φαντασίωσης και τεχνικό θαύμα μιας άλλης εποχής. Ο John, λέει ο Λούρμαν, λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην καινοτομία των βαγονιών Pullman και τη ρομαντική ακρίβεια της αγγλικής δεξιοτεχνίας: τα λεπτά ένθετα ξύλου, τα σκαλιστά πάνελ, τα γυαλισμένα μέταλλα, όλα αυτά που κάνουν τον χώρο να μοιάζει όχι απλώς ακριβός, αλλά αφηγηματικός.
Η Celia, στη μυθολογία του βαγονιού, έχει μόλις παίξει την Τιτάνια στο Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας. Μετά από μια κυριακάτικη απογευματινή παράσταση, εκείνη και οι φίλοι της ξεφεύγουν από το πλήθος, επιβιβάζονται στο τρένο, πίνουν σαμπάνια και αφήνουν πίσω τους τα ύψη και τις καταρρεύσεις μιας ακόμη θεατρικής βραδιάς. Αυτό είναι το σενάριο που θέλουν ο Λούρμαν και η Μάρτιν να αισθάνεται ο καλεσμένος από τη στιγμή που λαμβάνει την πρόσκληση ή ανεβαίνει στο βαγόνι.
Η Κάθριν Μάρτιν περιγράφει την εμπειρία του τρένου με καθαρά κινηματογραφικούς όρους. Το τοπίο που περνά έξω από το ορθογώνιο παράθυρο είναι ήδη ένα κάδρο. Ο χρόνος της διαδρομής είναι προκαθορισμένος, όπως σε μια ταινία. Ο σχεδιαστής, λέει, πρέπει να καθοδηγεί το βλέμμα μέσα σε έναν μικρό χώρο, χωρίς οι περιορισμοί να εμποδίζουν τη φαντασία. Στην περίπτωση του Celia, το βαγόνι γίνεται ένα μικρό σύμπαν που ο ταξιδιώτης δεν το κοιτά απλώς. Το κατοικεί.
Αυτό εξηγεί και γιατί το αποτέλεσμα μοιάζει τόσο κοντά στην αισθητική του ζευγαριού. Το βαθύ κόκκινο, που από το φόρεμα της Satine στο Moulin Rouge! μέχρι τα εσωτερικά του Faena Hotel στο Μαϊάμι έχει γίνει σχεδόν υπογραφή τους, επιστρέφει εδώ μέσα σε ένα περιβάλλον από αρ ντεκό αναφορές, βελούδινη ένταση και ελεγχόμενη υπερβολή. Το Celia δεν φοβάται τη θεατρικότητα. Την κάνει δομή.
Ο Λούρμαν μιλά και για τη γοητεία του αργού ταξιδιού. Για εκείνον, τα τρένα και τα πλοία έχουν κάτι που ενεργοποιεί την εσωτερική μηχανή της φαντασίας. Η μετακίνηση δεν είναι απλώς πρακτική πράξη, αλλά χρόνος που ανοίγει. Η Μάρτιν το διατυπώνει ακόμη πιο καθαρά: σε μια ζωή που τρέχει διαρκώς προς το επόμενο πράγμα, το slow travel προσφέρει ίσως την πιο ακριβή πολυτέλεια, δηλαδή χρόνο και χώρο για να μείνεις μέσα στη στιγμή.
Υπάρχει, βέβαια, και η άλλη πλευρά: το Celia είναι ακραία πολυτελές. Χωρά 12 ανθρώπους και διατίθεται μόνο για αποκλειστική χρήση. Δεν προσποιείται ότι είναι δημοκρατική εμπειρία. Το ενδιαφέρον του βρίσκεται αλλού: στο πώς η σύγχρονη πολυτέλεια δεν πουλά πλέον μόνο άνεση, υπηρεσία ή σπανιότητα. Πουλά αφήγηση. Πουλά σκηνικό. Πουλά έναν ρόλο μέσα σε έναν κόσμο που έχει ήδη γραφτεί πριν μπεις.
Ο ίδιος ο Λούρμαν φαντάζεται το Celia ως χώρο που μπορεί να μεταμορφωθεί. Με το κλείσιμο μιας κουρτίνας, το βαγόνι γίνεται μικρή σκηνή: για μια ομιλία, μια γιορτή, έναν αρραβώνα, μια μουσική βραδιά, ένα unplugged session, μια ανακοίνωση, μια ιδιωτική παράσταση. Το περιγράφει σαν καταλύτη, έναν χώρο που φέρνει ανθρώπους μαζί και τους καλεί να χαθούν όχι μόνο στη φυσική διαδρομή, αλλά και στη ρομαντική, κρυφή μαγεία του ίδιου του χώρου.
Η Belmond έχει ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση τα τελευταία χρόνια. Μετά την εξαγορά της από την LVMH, έχει καλέσει μεγάλα ονόματα της τέχνης και του σινεμά να επανασυστήσουν την ιδέα του πολυτελούς ταξιδιού. Ο Γουές Άντερσον έβαλε τη χαρακτηριστική του αισθητική στο βαγόνι Cygnus του 1951, ενώ ο Γάλλος καλλιτέχνης JR δημιούργησε το L’Observatoire για το Venice Simplon-Orient-Express, περιγράφοντάς το ως «έργο τέχνης σε κίνηση».
Το Celia συνεχίζει αυτή τη γραμμή, αλλά με καθαρά λουρμανική υπερβολή. Εδώ η μετακίνηση γίνεται παράσταση, η διαδρομή γίνεται αφήγηση, το δείπνο γίνεται σκηνή, το παράθυρο γίνεται κάδρο και το βαγόνι αποκτά πρωταγωνίστρια. Η παλιά φαντασίωση του τρένου δεν επιστρέφει ως απλή νοσταλγία, αλλά ως επιμελημένη εμπειρία ρόλων, μνήμης και θεατρικής επιθυμίας.
Στο τέλος, ο ίδιος ο Λούρμαν δίνει ίσως την πιο αστεία και ακριβή περιγραφή: το Celia είναι, με παιχνιδιάρικο τρόπο, «το πιο κομψό και εξωφρενικό ιδιωτικό party bus του κόσμου, μια εμπειρία που ζεις μία φορά στη ζωή σου». Μόνο που εδώ το party bus έχει σαιξπηρική ντίβα, υπαινιγμούς από τον Πολίτη Κέιν, αρ ντεκό ξύλα, βελούδο, μουσική, φαγητό, κρασί και ένα παράθυρο που μετατρέπει την αγγλική ύπαιθρο σε κινηματογραφικό πλάνο.
Η Belmond μπορεί να το παρουσιάζει ως ιδιωτικό βαγόνι-εστιατόριο. Ο Λούρμαν και η Μάρτιν, όμως, το έχουν φτιάξει σαν κάτι πιο κοντά σε χαμένη ταινία τους: ένα αρ ντεκό όνειρο που δεν στέκεται ακίνητο, αλλά κινείται πάνω στις ράγες με τους επιβάτες του ήδη μέσα στον ρόλο.
Με στοιχεία από Belmond και The Art Newspaper.