Στο πλατό του ELLE, στη Βιέννη, ο Akylas σηκώνει κάποια στιγμή το πόδι του για να δείξει τις τεράστιες μαύρες πλατφόρμες του. Η Ginta, που του παίρνει συνέντευξη για λογαρισμό του ELLE Baltic σκύβει σχεδόν σοκαρισμένη να τις αγγίξει. Είναι ένα μικρό, αστείο, απολύτως Eurovision πλάνο: ένα παπούτσι που γίνεται δήλωση, ένα look που δεν ζητά άδεια, ένας καλλιτέχνης που φαίνεται να απολαμβάνει επιτέλους το δικαίωμα να είναι υπερβολικός.
Η νέα βιντεοσυνέντευξή του στο ELLE On The Go With GINTA, που ανέβηκε σήμερα, έρχεται λίγες ώρες πριν από τον μεγάλο τελικό της Eurovision 2026, όπου η Ελλάδα συνεχίζει με το «Ferto», μετά την πρόκριση του A’ Ημιτελικού στη Βιέννη. Είναι, όμως, κάτι περισσότερο από ακόμη μία promo εμφάνιση πριν από τον τελικό. Είναι ένα μικρό πορτρέτο ενός καλλιτέχνη που μιλά με την ίδια άνεση για τη Lady Gaga, το bullying, τη μητέρα του, τις κουζίνες όπου δούλεψε και τα χρόνια που έπαιζε ukulele στους δρόμους της Αθήνας.
Ο Akylas δεν μοιάζει με άνθρωπο που προσπαθεί να χωρέσει στη Eurovision. Μοιάζει με ένα queer νεαρό άνδρα που έφτιαξε μια μικρή δική του πόρτα για να μπει εκεί μέσα: γατίσια αυτιά, μαύρο avant-garde look, ένα τεράστιο μαύρο καπέλο, γυαλιά ηλίου με τρουκς, παπούτσια που όπως λέει αγόρασε την προηγούμενη μέρα ειδικά για τη συνέντευξη. Η εικόνα είναι θεατρική, σχεδόν gothic, αλλά η ενέργεια δεν είναι σκοτεινή. Είναι χαρούμενη, παιδική, λίγο αμήχανη, πολύ διεκδικητική.
Όταν η Ginta τον ρωτά τι ζώο θα ήταν, απαντά χωρίς πολλή σκέψη: μια γάτα που γίνεται τίγρης. Και δεν το αφήνει μόνο στις λέξεις. Το σώμα του μικραίνει και ξανανοίγει, τα χέρια του γίνονται για λίγο νύχια, η φράση γίνεται κίνηση. Δεν περιγράφει απλώς μια σκηνική περσόνα. Τη δοκιμάζει μπροστά στην κάμερα, σαν κάποιος που ακόμα εκπλήσσεται με το πόσο χώρο μπορεί να πιάσει.
Για τον Akylas, τα αυτιά, το σκουφί, το print, τα ρούχα, δεν είναι απλώς μια Eurovision υπερβολή. Είναι η σκηνική του ενηλικίωση. «Είμαι τίγρης στη σκηνή της Eurovision», λέει περίπου, περιγράφοντας αυτή τη διαδρομή από το μικρό γατάκι σε κάτι πιο σίγουρο, πιο δυνατό, πιο έτοιμο να σταθεί μπροστά σε όλους.
Το σκουφί με τα αυτιά, όπως εξηγεί, δεν προέκυψε τυχαία. Μαζί με τον φίλο και στιλίστα του από την Αθήνα, Φίλιππο Μίσσα, και τον φίλο του Mitch T., προσπαθούσαν να βρουν τον χαρακτήρα του «Ferto». Πέρασε ακόμη και η ιδέα μιας περούκας, αλλά ο ίδιος θεώρησε πως θα φαινόταν λάθος για το συγκεκριμένο τραγούδι. Ήθελαν κάτι πιο δροσερό, πιο δικό του. Κάπως έτσι ήρθε το beanie με τα αυτιά. «Αυτό είναι. Είμαι μαύρη γάτα», λέει. Και από τότε, όπως παραδέχεται, κυκλοφορεί σχεδόν πάντα με αυτιά.
Αν όλο αυτό ακούγεται σαν παιχνίδι, είναι γιατί για τον ίδιο η μόδα πρέπει να έχει και παιχνίδι. Όχι όμως μόνο παιχνίδι. Η σχέση του με τα ρούχα ξεκινά από μια πολύ συγκεκριμένη ποπ καταγωγή: τη Lady Gaga. Ο Akylas λέει ότι ήταν πάντα μεγάλος fan της, γοητευμένος από τα ακραία, θεατρικά, απελευθερωμένα outfits της. Την έβλεπε και σκεφτόταν πως μια μέρα θα ήθελε κι εκείνος να γίνει τόσο ελεύθερος, τόσο σίγουρος, ώστε να φορά ό,τι θέλει χωρίς να τον νοιάζει η γνώμη των άλλων.
Εκεί βρίσκεται και η πιο καθαρή στιγμή της συνέντευξης. Ο Akylas μιλά για τον εαυτό του ως ένα queer παιδί από μια μικρή πόλη της Ελλάδας. Θυμάται το bullying, τους ανθρώπους που του έλεγαν ότι ήταν «πολύ θορυβώδης», «πολύ edgy», πολύ υπερβολικός για τα μέτρα τους. Καθώς το λέει, οι κινήσεις του μαλακώνουν. Το εντυπωσιακό look παραμένει εκεί, σαν πανοπλία, αλλά η φωνή χαμηλώνει λίγο. Και αυτή η αντίθεση κάνει τη στιγμή πιο δυνατή: δεν βλέπεις μόνο έναν performer που ντύθηκε για να εντυπωσιάσει. Βλέπεις κάποιον που έμαθε να ντύνεται για να αντέχει.
Τώρα, στη Βιέννη, λίγο πριν από τον τελικό, λέει ότι επιτέλους νιώθει ελεύθερος να εκφραστεί όπως θέλει. Να φορέσει τα «τρελά» του ρούχα. Να γίνει ο χαρακτήρας που κάθε φορά χρειάζεται. Να μην απολογείται.
Αυτή η ιδέα του χαρακτήρα διατρέχει όλη τη συνέντευξη. Κάθε outfit, λέει, είναι ένας άλλος άνθρωπος, μια άλλη ζωή. Σαν χαμαιλέοντας. Μόλις φορέσει κάτι, γίνεται αυτό. Παίρνει ενέργεια από τα ρούχα. Δεν το λέει σαν fashion statement, αλλά σαν καθημερινό μηχανισμό επιβίωσης: φοράς κάτι και για λίγο μπορείς να γίνεις πιο θαρραλέος από όσο ένιωθες πριν. Μερικές φορές, αυτό αρκεί.
Και μετά έρχεται το «Ferto». Η Ginta τον ρωτά τι σημαίνει. Ο Akylas απαντά ότι σημαίνει «φέρ’ το», «φέρ’ το σε μένα». Στο τραγούδι, όμως, δεν είναι απλώς μια χορευτική προσταγή. Είναι η φράση κάποιου που ζητά όσα δεν είχε. Εξηγεί ότι στην αρχή το «Ferto» μοιάζει με αστείο dance κομμάτι, με ελληνική παραδοσιακή λύρα και techno, σύγχρονο ήχο. Από κάτω, όμως, μιλά για την απληστία, την υπερκατανάλωση, τη διαρκή ανθρώπινη ανάγκη να ζητάμε όλο και περισσότερα για να γεμίσουμε τα κενά που μας άφησε η στέρηση.
Για τον ίδιο, αυτή η στέρηση δεν είναι αφηρημένη. Είναι γενεακή και πολύ ελληνική. Θυμάται ότι το 2008 ήταν περίπου εννέα χρονών και έβλεπε τους γονείς του να δυσκολεύονται να πληρώσουν βασικά πράγματα, ακόμη και το ενοίκιο. Εκεί αλλάζει και η εικόνα. Η υπερκινητικότητα πέφτει, το βλέμμα χαμηλώνει, τα χέρια έρχονται πιο κοντά στο σώμα. Ο Akylas, που λίγα λεπτά πριν έδειχνε πλατφόρμες και αυτιά γάτας με παιδική χαρά, μιλά τώρα για τους γονείς του που προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα. Η Eurovision, για λίγα δευτερόλεπτα, βγαίνει από το glitter και επιστρέφει στο σπίτι.
Γι’ αυτό λέει ότι το τραγούδι είναι και για τη δική του γενιά, ειδικά για τα παιδιά στην Ελλάδα που μεγάλωσαν μέσα στην οικονομική κρίση, έκαναν μεγάλα όνειρα αλλά ένιωθαν ότι δεν έχουν λεφτά, οικογενειακό όνομα ή τις σωστές διασυνδέσεις για να τα πετύχουν.
Κάπου εκεί, η Eurovision παύει να είναι απλώς ένας διαγωνισμός με φώτα, πλάνα και στοιχήματα. Γίνεται η στιγμή όπου ένα παιδί λέει στη μητέρα του: κοίτα, θα τα καταφέρω. Ο Akylas εξηγεί ότι στη γέφυρα του τραγουδιού απευθύνεται στη μητέρα του, σαν να της υπόσχεται πως τώρα θα μπορέσει να φτιάξει ένα καλύτερο μέλλον. Κάθε φορά που το λέει, συγκινείται. Όχι επειδή η φράση είναι μεγάλη, αλλά επειδή για εκείνον έρχεται από πολύ συγκεκριμένο σημείο: από τη δουλειά, την ανασφάλεια, την προσπάθεια, τις μετακινήσεις, τα «όχι».
Έχει σημασία ότι όταν έγραψε το «Ferto», όπως λέει, δεν είχε «φτάσει». Δεν το έγραφε από θέση νίκης. Έπαιζε ukulele στους δρόμους της Αθήνας, τραγουδούσε, προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην. Το τραγούδι ήταν περισσότερο επίκληση παρά απολογισμός. Ένα είδος προσωπικού manifestation, όχι με την εύκολη έννοια του «σκέψου θετικά και θα συμβεί», αλλά με την πιο σκληρή έννοια: πες το, πίστεψέ το και μετά βγες έξω να το διεκδικήσεις.
Γι’ αυτό και όταν η κουβέντα πηγαίνει στο manifestation, ο Akylas δεν το αφήνει να γίνει αφελής συμβουλή αυτοβοήθειας. Λέει ότι δεν αρκεί να το σκέφτεσαι και να περιμένεις στον καναπέ. Κανείς δεν θα έρθει να σου προσφέρει ξαφνικά μια δουλειά ή μια ευκαιρία. Πρέπει να βγεις έξω, να παλέψεις για τον εαυτό σου και τα όνειρά σου. Το manifesting, για εκείνον, δεν είναι αναμονή. Είναι ο τρόπος να θυμάσαι, μετά από πολλές κλειστές πόρτες, ότι δεν έχεις τελειώσει.
Και οι πόρτες, όπως λέει, ήταν πολλές. Στην καραντίνα έμαθε ukulele από το YouTube. Μετά πήγε στην Αθήνα, άρχισε να κάνει TikToks για να τον μάθει ο κόσμος, προσπάθησε να βρει χώρο στη μουσική. Άκουσε όμως ξανά και ξανά ότι αυτό που έκανε ήταν «πολύ δυνατό», «πολύ edgy», «όχι για την Ελλάδα». Ότι οι Έλληνες μουσικοί πρέπει να κάνουν κάτι πιο ασφαλές, πιο γνώριμο, πιο κοντά σε μια παραδοσιακή εικόνα του τραγουδιστή.
Η νίκη του στον ελληνικό τελικό, λοιπόν, δεν ήταν για εκείνον απλώς ένα επαγγελματικό βήμα. Ήταν μια μικρή αλλαγή ατμόσφαιρας. Στον διαγωνισμό, όπως θυμάται, υπήρχαν πολλοί πιο γνωστοί τραγουδιστές. Ο ίδιος ένιωθε σαν outsider, σαν «dark horse», σαν «black sheep». Το ότι τον επέλεξε το ελληνικό κοινό το διαβάζει ως κάτι μεγαλύτερο από προσωπική δικαίωση: ως ένδειξη ότι η Ελλάδα μπορεί να χωρέσει και καλλιτέχνες σαν εκείνον. Πιο σύγχρονους, πιο θεατρικούς, πιο ανοιχτούς σε μια pop γλώσσα που δεν ζητά άδεια για να υπάρξει.
Την επόμενη μέρα, λέει, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ξαφνικά δεν είχε απλώς κερδίσει έναν διαγωνισμό. Εκπροσωπούσε μια χώρα. Η Eurovision έμοιαζε, όπως συμφωνεί στη συνέντευξη, σχεδόν με Ολυμπιακούς. Η χαρά είχε ήδη γίνει ευθύνη. Και οι δύο μήνες που ακολούθησαν ήταν μια αλυσίδα από αεροπλάνα, λεωφορεία, πρόβες, συνεντεύξεις, promo στάσεις και αϋπνία. «Θα κοιμηθώ τον Ιούνιο», λέει, μισοαστειευόμενος.
Το ίδιο ισχύει και για το βιντεοκλίπ και τη σκηνική ιδέα του «Ferto», με το gaming σύμπαν, τα retro στοιχεία και το κουμπί «try again». Ο Akylas εξηγεί ότι ήθελαν να βάλουν μέσα στο τραγούδι την αίσθηση του παιχνιδιού: μπορεί να πέσεις, μπορεί να χάσεις, αλλά υπάρχει πάντα η δυνατότητα να πατήσεις ξανά το κουμπί και να συνεχίσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό συνδέεται με τη νοσταλγία του Game Boy και των παλιών video games που έπαιζε μικρός με τον πατέρα του. Το «Ferto» δεν είναι μόνο club στιγμή. Είναι και ένα παιδικό «πάμε πάλι».
Πίσω από αυτή την ένταση υπάρχει και μια πιο ήσυχη πλευρά. Όταν η Ginta τον ρωτά ποιος είναι όταν δεν τον βλέπει κανείς, εκείνος μιλά για τους φίλους του. Για τραγούδια, χορό, αστεία που δεν βγάζουν νόημα, παρέες, χαλάρωση. Λέει ότι οι φίλοι του είναι από τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή του. Παραδέχεται, μάλιστα, ότι μετά τη νίκη στο Sing for Greece δεν έχασε ακριβώς ανθρώπους, αλλά έχασε χρόνο μαζί τους. Και αυτό τον στενοχώρησε. Ένιωσε ότι έπρεπε να εξηγεί διαρκώς τι του συμβαίνει, γιατί δεν είναι διαθέσιμος όπως πριν.
Είναι από αυτές τις μικρές στιγμές που κάνουν τη συνέντευξη να ξεφεύγει από το καθιερωμένο promo. Ο Akylas δεν χτίζεται μόνο ως performer. Χτίζεται ως παιδί που δούλεψε, ως φίλος που χάθηκε λίγο από τους φίλους του λόγω δουλειάς, ως γιος που θέλει να ανταποδώσει, ως κάποιος που έμαθε να γίνεται χαρακτήρας γιατί ο εαυτός του δεν χωρούσε πάντα εκεί όπου βρισκόταν.
Η πιο συγκινητική στιγμή έρχεται όταν μιλά για ένα μήνυμα που έλαβε από ένα παιδί. Του έγραφε ότι τον είδε να δουλεύει σε κουζίνες, να τραγουδά στους δρόμους και τώρα να βρίσκεται στη Eurovision και ότι αυτό το έκανε να πιστέψει πως μπορεί κι εκείνο να τα καταφέρει. Ο Akylas λέει ότι έκλαιγε για ώρες. Δεν θυμάται το όνομα του παιδιού, αλλά θυμάται το μήνυμα. Και αυτό, λέει, θα τον ακολουθεί.
Προς το τέλος της συνέντευξης, στο παιχνίδι Truth or Dare, του ζητούν να τραγουδήσει το τραγούδι που είναι αυτή τη στιγμή το soundtrack της ζωής του. Διαλέγει το «Born This Way» της Lady Gaga.
Σηκώνει τα χέρια, τραγουδά και για λίγο όλο το προηγούμενο αφήγημα φωτίζεται αλλιώς: το παιδί που έβλεπε τη Gaga και ονειρευόταν να φορέσει ό,τι θέλει, να σταθεί όπως θέλει, να μη ζητήσει συγγνώμη για τον όγκο του, βρίσκεται τώρα στη Βιέννη, λίγο πριν από τον τελικό, φορώντας ακριβώς αυτή την επιθυμία πάνω του.
Το «Ferto» ζητάει πράγματα. Χρυσά ρολόγια, real estate, sashimi, γούνες, αυτοκίνητα, όλα τα σύμβολα μιας φαντασίωσης αφθονίας. Αλλά στην καλύτερη στιγμή του, το τραγούδι δεν είναι για τα πράγματα.
Είναι για το παιδί που μεγάλωσε νομίζοντας ότι δεν έχει πρόσβαση σε τίποτα από αυτά και τώρα ζητάει χώρο. Όχι ευγενικά. Όχι χαμηλόφωνα.
Με αυτιά, techno, λύρα, χορό, video game, μητέρα, φίλους, κουζίνες, κλειστές πόρτες και μια φράση που μοιάζει αστεία μέχρι να καταλάβεις πόσα χρόνια την περίμενε: φέρ’ το.