Η γενικότερη εικόνα του πέμπτου επεισοδίου των περιπετειών του Τζέισον Μπορν είναι η ψευδαίσθηση της πλήρους ασφάλειας των απαράβατων προσωπικών δεδομένων σε μια περίοδο ψηφιακής ελευθερίας, στη μετα-Σνόουντεν εποχή: ο ήρωας, ένας ικανότατος κατάσκοπος χωρίς ταυτότητα, εξακολουθεί να κυκλοφορεί ασύλληπτος, σαν ρακοσυλλέκτης χωρίς προοπτική, και μάλιστα στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, παίζοντας ξύλο επί πληρωμή σε υπαίθριες μονομαχίες σώμα με σώμα, εξασκώντας τα ένστικτα επιβίωσής του με τον πιο ταπεινό τρόπο, την ίδια στιγμή που τα αρχεία της CIA προσβάλλονται από μια ακτιβίστρια (Τζούλια Στάιλς) στο Ρέικιαβικ, με άμεσο κίνδυνο δημοσιοποίησης, γεγονός που κινητοποιεί τον διευθυντή της υπηρεσίας, Ντιούι (πάντα βλοσυρός και πικρός σαν φαρμάκι ο Τόμι Λι Τζόουνς στον ρόλο της παλιάς καραβάνας με τις περιορισμένες επιλογές). Με αστραπιαίες κινήσεις, η δράση μεταφέρεται στην πολιτικά ταραγμένη Αθήνα, όπου ο Μπορν μπλέκει ξανά, ενεργοποιώντας μια προσωπική θυρίδα μνήμης, αποσπασματικά «βλέποντας» στο παρελθόν τον πατέρα του να τον αποχαιρετά ανήσυχος, για τελευταία και βαρέως προειδοποιητική φορά, πριν από την, υποτιθέμενη, τρομοκρατική ανατίναξη του αυτοκινήτου του στη Βηρυτό. Παράλληλα, ένας νέος Τζομπς λανσάρει με θεαματική αυτοπεποίθηση μια ψηφιακή πλατφόρμα με τον εύστοχο τίτλο Deep Dream, έναν τεχνολογικό παράδεισο για τα social media.

 

Δεν χωράει αμφιβολία πως ο Πολ Γκρίνγκρας που επανέρχεται στα σκηνοθετικά ηνία, στο σενάριο και στην παραγωγή είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από ένα καταιγιστικό concept περιπέτειας για ενηλίκους, χορταστικό και αγωνιώδες όσο ποτέ.

 

Κι ενώ ο Άαρον Καλούρ υπόσχεται να βυθίσει τους μελλοντικούς πελάτες του σε έναν βαθύ ύπνο μακάριας πλοήγησης, η CIA ονειρεύεται τον ιδανικότερο δυνατό έλεγχο μέσω του Διαδικτύου, με έτοιμο πελατολόγιο, και κρατάει γερά τον Καλούρ με προηγούμενες διευκολύνσεις που του παρείχε. Ο καθένας έχει τη δική του ατζέντα και στον ανταγωνισμό προστίθενται ένας προδομένος, πρώην συνάδελφος του Μπορν στην αποτυχημένη μαύρη επιχείρηση Blackbriars (ο Βενσάν Κασέλ) και μια φιλόδοξη υπάλληλος της CIA (Αλίσια Βικάντερ), η οποία αυτοπροωθείται, εκμεταλλευόμενη την αδυναμία του αφεντικού της να καθαρίσει την υπόθεση. Σε απόλυτα μεγέθη, η περίπτωση του Μπορν που συνέρχεται σταδιακά από την αμνησία του και ανακτά την καταγωγή του πρισματικά και ανορθόδοξα, σαν σπασμένο γυαλί που κολλά άτσαλα (όταν δεν σπάει τον λαιμό κάποιου, οποιουδήποτε αντιπάλου του), δεν εξελίσσεται θεαματικά. Ωστόσο, η ένταξή του σε έναν γενικότερο κοινωνικό προβληματισμό, σε ένα περιβάλλον διαβολής και διαπλοκής, βοηθά σημαντικά την ταινία «Τζέισον Μπορν» να συνέλθει από τη νωθρότητα της αμέσως προηγούμενης, «Η κληρονομιά του Μπορν», που υπέφερε από έλλειψη στόχου και άτυχης σύγκρισης του Τζέρεμι Ρένερ με τον αυθεντικό, σθεναρό, ολόψυχα και ολόσωμα δοσμένο στον χαρακτήρα, Ματ Ντέιμον. Κυρίως, όμως, δεν χωράει αμφιβολία πως ο Πολ Γκρίνγκρας που επανέρχεται στα σκηνοθετικά ηνία, στο σενάριο και στην παραγωγή είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από ένα καταιγιστικό concept περιπέτειας για ενηλίκους, χορταστικό και αγωνιώδες όσο ποτέ.

 

Στα πρώτα δύο επεισόδια ο Άγγλος σκηνοθέτης έδειξε πως δεν υπάρχει καλύτερος στην κινηματογράφηση σωματικής μάχης, με το μοντάζ σχεδόν εξαφανισμένο ανάμεσα στους δράστες. Εδώ αποδεικνύει περίτρανα πως δεν υπάρχει άλλος που να ταρακουνά τόσο πολύ την κάμερα χωρίς να εκνευρίζει ή να προκαλεί την αίσθηση της περιττής έντασης. Με έκδηλο το κοντράστ ανάμεσα στους στατικούς «παρακολουθητές» πίσω από τα μόνιτορ των υπηρεσιών και τους υπολογιστές που κατεβάζουν αρχεία, και στους υπερκινητικούς πρωταγωνιστές ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, ο Γκρίνγκρας στήνει γιγαντιαίες σεκάνς καταδίωξης που αποδίδουν τα μέγιστα. Όπως είναι γνωστό, οι σκηνές των αθηναϊκών διαδηλώσεων γυρίστηκαν στην Τενερίφη, και, μολονότι σίγουρα οι παρατηρητικοί θα γκρινιάξουν για μερικές αναληθοφάνειες, το στήσιμο είναι πειστικό στο σύνολό του και η αίσθηση της σύγχρονης ελληνικής πρωτεύουσας, από τις εναέριες λήψεις, τις ταραχές στη Βουλή και το κυνηγητό μπροστά στο φανταστικό άγαλμα της Αθηνάς και την υποτιθέμενη οδό Σολωμού, θα μπορούσαν να έχουν γυριστεί εδώ, αν και εφόσον....