Η ιστορία είναι σχεδόν υπερβολικά καλή για να μην τη πιστέψεις: μια γυναίκα φαραώ πεθαίνει και ο διάδοχός της σπάει τα αγάλματά της για να τη διαγράψει από τη μνήμη. Για χρόνια, η Χατσεψούτ έμεινε και μέσα από αυτό το δράμα στην ιστορία.
Μια μελέτη του 2025, που επανέρχεται τώρα στο προσκήνιο, υποστηρίζει ότι η αλήθεια ίσως είναι λιγότερο θεατρική, αλλά πολύ πιο ενδιαφέρουσα: μεγάλο μέρος της φθοράς στα αγάλματά της μπορεί να συνδέεται όχι με εκδικητική μανία, αλλά με τελετουργική «απενεργοποίηση» και αργότερα με την επαναχρησιμοποίηση των θραυσμάτων τους.
Η Χατσεψούτ δεν ήταν μια περιθωριακή φιγούρα της αρχαίας Αιγύπτου. Υπήρξε μία από τις πιο ισχυρές μορφές της 18ης Δυναστείας, μια γυναίκα που κυβέρνησε ως φαραώ, άνοιξε ξανά εμπορικούς δρόμους, συνδέθηκε με μεγάλα οικοδομικά έργα και άφησε πίσω της ένα από τα πιο εμβληματικά ταφικά σύνολα της εποχής της. Ισως ακριβώς γι’ αυτό η μεταθανάτια τύχη της έγινε τόσο γόνιμο έδαφος για ιστορική δραματοποίηση.
Για δεκαετίες, η κυρίαρχη αφήγηση ήθελε τον Θούθμωσι Γ΄, τον διάδοχό της, να στρέφεται εναντίον της μνήμης της με σχεδόν προσωπική μανία. Τα σπασμένα αγάλματα και τα παραμορφωμένα πρόσωπα έμοιαζαν να επιβεβαιώνουν από μόνα τους αυτή την εικόνα. Ομως η αρχαιολογία δεν είναι μόνο οι μεγάλες χειρονομίες. Είναι και η δεύτερη ματιά. Και κάποιες φορές αυτή η δεύτερη ματιά αλλάζει όλο το έργο.
Αυτό ακριβώς επιχείρησε ο Jun Yi Wong, υποψήφιος διδάκτορας Αιγυπτιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο. Αντί να αναζητήσει κάποιο θεαματικό νέο εύρημα, επέστρεψε στο παλιό υλικό: στα αρχεία των ανασκαφών της δεκαετίας του 1920 στο Ντέιρ ελ Μπάχρι, σε φωτογραφίες, σημειώσεις και αδημοσίευτα τεκμήρια. Η πρότασή του είναι απλή, αλλά ανατρεπτική. Αν ξεχωρίσει κανείς τη μεταγενέστερη φθορά από την αρχική επέμβαση, τότε η εικόνα που μένει δεν είναι αυτή μιας τυφλής καταστροφής, αλλά μιας πιο μεθοδικής και σύνθετης μεταχείρισης.
Εδώ μπαίνει η έννοια της «απενεργοποίησης». Στην αρχαία Αίγυπτο, τα βασιλικά αγάλματα δεν θεωρούνταν απλώς αναπαραστάσεις εξουσίας, αλλά φορείς δύναμης. Για να αποσυρθούν ή να θαφτούν, έπρεπε πρώτα να εξουδετερωθούν τελετουργικά, συχνά με σπασίματα σε συγκεκριμένα σημεία, όπως ο λαιμός, η μέση και τα γόνατα. Ο Wong υποστηρίζει ότι αυτό το μοτίβο εμφανίζεται και στα αγάλματα της Χατσεψούτ, πράγμα που σημαίνει ότι ένα μέρος της φθοράς ίσως δεν ήταν πράξη μίσους, αλλά τελετουργική διαδικασία.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η εικόνα θόλωσε περισσότερο αργότερα. Πολλά θραύσματα φαίνεται να επαναχρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό ή ως γέμισμα σε κατασκευές. Δηλαδή, το δράμα της καταστροφής μπλέχτηκε με τη συνηθισμένη, σχεδόν πεζή ζωή των υλικών μέσα στον χρόνο. Και ίσως εκεί κρύβεται και η ουσία της αναθεώρησης: ότι ένα από τα πιο διάσημα σπασμένα πρόσωπα της αρχαιότητας μας οδήγησε σε ένα αφήγημα πιο απλό, πιο θεαματικό και τελικά πιο βολικό απ’ όσο επέτρεπαν τα ίδια τα δεδομένα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Χατσεψούτ δεν υπέστη μεταθανάτια δίωξη. Το όνομά της και οι μορφές της πράγματι αφαιρέθηκαν από μνημεία. Σημαίνει όμως ότι η ιστορία της δεν χωράει τόσο εύκολα στο σχήμα της εκδίκησης. Και αυτό είναι ίσως το πιο γόνιμο σημείο της μελέτης: ότι μας θυμίζει πως η εξουσία, η μνήμη και η διαγραφή δεν λειτουργούν ποτέ μόνο με έναν τρόπο.
Ισως γι’ αυτό το θέμα παραμένει τόσο ζωντανό. Οχι μόνο επειδή αφορά την αρχαία Αίγυπτο, αλλά επειδή ακουμπά κάτι πολύ σύγχρονο: την ευκολία με την οποία αγαπάμε τις ιστορίες οριστικής εξόντωσης και το πόσο πιο δύσκολο είναι να δεχτούμε ότι η ιστορία, όπως και η μνήμη, είναι σχεδόν πάντα πιο μπερδεμένη.