Όταν το 2011 πέθανε η ζωγράφος και γλύπτρια Λεονόρα Κάρινγκτον σε ηλικία 94 ετών, ο τελευταίος κρίκος που μας συνέδεε με τον κόσμο των σουρεαλιστών του 20ου αιώνα έσπασε και η όμορφη Αγγλίδα Λεονόρα, η τελευταία των σουρεαλιστών, αναπαύθηκε στη χώρα που επέλεξε ως δεύτερη πατρίδα της, το Μεξικό.
Η τελευταία των σουρεαλιστών είχε γεννηθεί στο Λανκασάιρ της Αγγλίας το 1917. Έφυγε από το σπίτι της όταν ήταν 19 ετών και γνώρισε τον ήδη διάσηµο Μαξ Ερνστ που την έβαλε στον κύκλο των σουρεαλιστών των Μπρετόν, Σαλβαντόρ Νταλί, Λουίς Μπουνουέλ. Σήμερα, η συμβολή των γυναικών στο σουρεαλιστικό κίνημα, ποικίλη και περίπλοκη, επανεξετάζεται με επίκεντρο το έργο τους. Ήταν μούσες, αλλά ήταν και αυτές καλλιτέχνες. Δημιούργησαν ένα σώμα εργασίας που είναι ξεκάθαρα θηλυκό, ενώ με τη διαίσθηση και την ευαισθησία τους επέτρεψαν μια έκφραση του υποσυνείδητου που έφερε ένα νέο νόημα στον σουρεαλισμό.
Η Κάρινγκτον που μεγάλωσε με τις ιρλανδέζικες ιστορίες και θρύλους που της αφηγούνταν η μητέρα της και η νταντά της, αφού είχε ήδη αποβληθεί δυο φορές από τη σχολή καλογραιών στην οποία φοιτούσε, έκανε μαθήματα ζωγραφικής με δάσκαλο τον Αμεντέ Οζανφάν, παρά τις αντιρρήσεις του σπιτιού της. Στο Λονδίνο, στα 19 της χρόνια, στην διεθνή έκθεση των σουρεαλιστών γνώρισε τον Μαξ Έρνστ που ένα κολάζ του κοσμούσε το εξώφυλλο του καταλόγου. Τον γνώρισε σε ένα πάρτι και ο 46χρονος Έρνστ την ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα. Η Λεονόρα τον ακολούθησε στο Παρίσι.
Η μεταμόρφωση και η έννοιά της, κυριαρχεί στα έργα της. Η μια μορφή αναδύεται και προκύπτει μέσω μιας άλλης, φανερώνοντας κάθε φορά και μια νέα πτυχή του εαυτού του ως καλλιτέχνη.
Ήταν ένα ζευγάρι ερωτευμένο και η Λεονόρα έγινε αρχικά γνωστή ως μούσα και ερωμένη του Ερνστ και πολύ λιγότερο για το έργο της, όπως συνέβαινε σε πολλά διάσημα καλλιτεχνικά ζευγάρια της εποχής, τον Ιβ Τανγκί και την Κέι Σαζ, τον Μαν Ρέι και τη Λι Μίλερ, τη Φρίντα Κάλο και τον Ντιέγκο Ριβέρα ακόμα και τον Πικάσο και την Ντόρα Μάαρ. Όλες αυτές οι γυναίκες επιβίωναν σε έναν εντελώς ανδροκρατούμενο κόσμο της τέχνης και στην ουσία για πολλά χρόνια παραμερίστηκαν από την κύρια σουρεαλιστική αφήγηση. Μετά τη δεκαετία του 60, ξεκίνησε μια επανεκτίμηση της συμβολής τους και της δυναμικής τους παρουσίας, που κορυφώνεται τα τελευταία χρόνια.
Φυσικά για αυτές τις γυναίκες, ο σουρεαλισμός, άνοιξε έναν νέο κόσμο πιθανοτήτων. Τους προσέφερε μια ταυτότητα και ανεξαρτησία, που διαφορετικά οι γυναίκες στην κοινωνία στερούνταν και δε μπορούσαν να τη διανοηθούν. Οι γυναίκες αυτές, όπως και η Λεονόρα, έζησαν εξαιρετικά χειραφετημένες ζωές. Παρόλο που άργησαν να αναγνωρισθούν είχαν το πλαίσιο για να δημιουργήσουν. Είναι μια από τις ειρωνείες του σουρελισμού: Ένα κίνημα που αντικειμενοποίησε και σεξουαλικοποίησε τις γυναίκες μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως λεκάνη της απελευθέρωσής τους. Περίπου συνδέεται με τη ρήση του Μπρετόν «το πρόβλημα γυναίκα είναι το πιο θαυμάσιο και ενοχλητικό πρόβλημα σε όλο τον κόσμο».
Η Λεονόρα αναδύθηκε καλλιτεχνικά στη μεσοπολεμική Ευρώπη. Τα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στους ονειρικούς της πίνακες και το ύφος των έργων της. Σχεδόν το σύνολο της δουλειάς της είναι αυτοβιογραφικό και εικονογραφεί το χάος και τον κόσμο των φανταστικών πλασμάτων και των παράξενων τελετουργικών από τους μύθους που τη γοήτευαν σε όλη της τη ζωή. Μια τραυματική περίοδος της ζωής της ήταν όταν το 1941 ο Έρνστ συνελήφθη από τους ναζί και η Λεονόρα μπόρεσε να αποδράσει και να φτάσει στη Μαδρίτη. Εκεί έπαθε νευρικό κλονισμό, νοσηλεύθηκε παρά τη θέλησή της και υποβλήθηκε σε φαρμακευτικά ηλεκτροσόκ. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο της Λισαβώνας, από όπου κατάφερε να δραπετεύσει με τη βοήθεια ενός φίλου του Πικάσο και να διαφύγει στο Μεξικό. Εν τω μεταξύ ο Έρνστ κατάφερε να διαφύγει στην Αμερική με την βοήθεια της συλλέκτριας Πέγκι Γκουγκενχάιμ, την οποία και παντρεύτηκε. Με την Κάρινγκτον δε συναντήθηκαν ποτέ ξανά.
Στο Μεξικό η Λεονόρα απελευθέρωσε όλη την ενέργεια και τη φαντασία της, επινόησε χιλιάδες χαρακτήρες, απελευθέρωσε κάθε αντισυμβατικό κομμάτι του χαρακτήρα της έγραψε το Down Below, τη νεανική της αφήγηση, μια παραληρηματική περιγραφή των τρομερών βιωμάτων της στο σανατόριο της φασιστικής φρανκικής Ισπανίας, τα οποία αναμειγνύονται με φαντασιώσεις σχετικές με την αλχημεία, τον μυστικισμό και τον αποκρυφισμό. Αυτός ο κόσμος που θυμίζει τον κόσμο του Ιερώνυμου Μπος και του Νταλί, την έκανε να κινηθεί ανεξάρτητα από κάθε ρεύμα με μια καθηλωτική οπτική γλώσσα.
Η μεταμόρφωση και η έννοιά της, κυριαρχεί στα έργα της. Η μια μορφή αναδύεται και προκύπτει μέσω μιας άλλης, φανερώνοντας κάθε φορά και μια νέα πτυχή του εαυτού του ως καλλιτέχνη. Πρωταγωνιστούν τα πτηνά και τα ζώα σε μια ανάλαφρη και ζωηρή φύση αποκαλύπτοντας την πολυθεϊστική προσέγγιση της Λεονόρα ως προς την πίστη. Οι θεοί της δεν είχαν ανθρώπινη μορφή, έχουν μορφή ζέβρας, γάτας ή πουλιών.
Στο Μεξικό η Λεονόρα δραστηριοποιήθηκε απέναντι στο απολυταρχικό καθεστώς ασκώντας οξεία κριτική στην κυβέρνηση. Έζησε όλη σχεδόν την υπόλοιπη μακρά και παραγωγική ζωή της στο Μεξικό, εκτός από κάποιες περιόδους παραμονής στη Νέα Υόρκη. Στο Μεξικό γνώρισε τον Ούγγρο πολιτικό πρόσφυγα και φωτογράφο Εμέρικο «Τσίκι» Βάις, τον οποίο παντρεύτηκε το 1946 και με τον οποίο απέκτησε δύο γιούς. Ήταν μέχρι το τέλος ιδιαίτερα δραστήρια σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δικαιωμάτων της γυναίκας.
«Δεν είχα τον χρόνο για να γίνω η μούσα κανενός. Ήμουν υπερβολικά απασχολημένη κάνοντας επανάσταση ενάντια στην οικογένειά μου και μαθαίνοντας πώς να είμαι καλλιτέχνης» έλεγε.
To 2024 η Μπιενάλε της Βενετίας είχε τίτλο The Milk of Dreams, εμπνευσμένο από το έργο της Λεονόρα Κάρινγκτον. Ο τίτλος αναφέρεται σε ένα βιβλίο, καλύτερα σε ένα σημειωματάριο της Κάρινγκτον που κρατούσε στο Μεξικό, στο οποίο έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της όταν έφυγε από την Ευρώπη με σχέδια και ιστορίες που έλεγε στα παιδιά της τον Γκάμπριελ και τον Πάμπλο από το γάμο της με τον Ούγγρο φωτογράφο Τσίκι Βάις και τις ζωγράφιζε στους τοίχους του σπιτιού της που τώρα έγινε μουσείο και άνοιξε τον Απρίλιο του 2021. Οι τοίχοι του σπιτιού κάποια στιγμή ασπρίστηκαν αλλά οι σημειώσεις και τα σχέδια που κρατούσε εκδόθηκαν.
Οι γιοι της θυμούνται να κάθονται σε ένα μεγάλο δωμάτιο, του οποίου οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με εικόνες από θαυμαστά πλάσματα, πανύψηλα βουνά και άγρια βλάστηση, ενώ η μητέρα του διηγείτο υπέροχα και αστεία παραμύθια.
Ο κόσμος της Κάριγκτον είναι ανορθόδοξος και θαυμαστός. Μέσα στη μυθιστορηματική ζωή της με τους θυελλώδεις έρωτες και τις περιπέτειες η Κάριγκτον ζούσε πάντα σε παράλληλους φανταστικούς κόσμους, που τους έπλαθε γύρω της με κάθε πιθανό τρόπο, ζωγραφίζοντας ζωόμορφους ανθρώπους και στοιχειά της φύσης να συνυπάρχουν σε ένα παράξενο σύμπαν γεμάτο έρωτα και ψυχική ελευθερία.
Το The Milk of Dreams, που έφερε όχι μόνο την Κάρινγκτον αλλά και όλες τις σουρεαλίστριες γυναίκες δημιουργούς στην επικαιρότητα περιγράφει έναν κόσμο ελεύθερο γεμάτο δυνατότητες, αλλά και την αλληγορία μιας εποχής που άσκησε αφόρητη πίεση στην Κάρινγκτον αναγκάζοντάς την να περάσει από ψυχιατρεία, εξορία, ή να θεωρείται αιώνιο αντικείμενο πόθου και γοητείας. Η Μπιενάλε απότισε φόρο τιμής σε μια καλλιτέχνιδα με πάθος, προσωπικότητα και δύναμη που όσο περνά ο χρόνος επανεξετάζεται και αξιολογείται και παίρνει τη θέση της στην ιστορία της τέχνης όχι σαν μούσα αλλά σαν μια γυναίκα που μέσω της τέχνης απελευθέρωσε κάθε δημιουργική της δύναμη.
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΥΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΙΣ 22.4.2021