Η Κατρίν Ντενέβ δεν επιστρέφει στις Κάννες σαν θρύλος. Επιστρέφει σαν κάποια που έχει ακόμη δουλειά να κάνει.
Στα 82 της, με δύο ταινίες στο διαγωνιστικό πρόγραμμα, έναν σκύλο δίπλα της και ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο στο χέρι, η μεγάλη κυρία του γαλλικού σινεμά εμφανίζεται ξανά στο φεστιβάλ που την έκανε διεθνές σύμβολο. Όχι για να αποχαιρετήσει. Όχι για να δεχθεί απλώς τιμές. Αλλά για να συνεχίσει.
Στη νέα της συνέντευξη στο Hollywood Reporter, η σκηνή είναι σχεδόν τέλεια στη μικρή της παραξενιά. Ο σκύλος της, ο Τζακ - «όχι Ζακ, Τζακ!» - στέκεται δίπλα της σαν μικρός, γούνινος σωματοφύλακας. Η τσάντα Louis Vuitton είναι αφημένη κάπου κοντά. Η Ντενέβ απαντά με μικρές ρουφηξιές από το vape της και με εκείνη την ψυχρή ευγένεια που μοιάζει να μην έχει ανάγκη να γίνει πιο ζεστή για κανέναν.
Η αφορμή, όμως, είναι απολύτως συγκεκριμένη. Η Ντενέβ βρίσκεται φέτος στις Κάννες με τις «Παράλληλες Ιστορίες» / Parallel Tales / Histoires parallèles του Ασγκάρ Φαραντί, δίπλα στην Ιζαμπέλ Ιπέρ, τον Βενσάν Κασέλ, τη Βιρζινί Εφιρά, τον Πιερ Νινέ και τον Αντάμ Μπεσά, και με το Gentle Monster της Μαρί Κρόιτσερ, στο πλευρό της Λεά Σεϊντού. Το πρώτο σηματοδοτεί την επιστροφή του Φαραντί στο διαγωνιστικό των Καννών, ενώ το δεύτερο φέρνει την Κρόιτσερ ξανά στο προσκήνιο μετά το Corsage.
Η ίδια, βέβαια, χαμηλώνει αμέσως τον τόνο. Οι ρόλοι της, λέει, είναι μικροί. Αλλά για την Ντενέβ ακόμη και ένας μικρός ρόλος πρέπει να είναι απαραίτητος. Αν μπορείς να αφαιρέσεις έναν χαρακτήρα από το σενάριο χωρίς να αλλάξει τίποτα, τότε ο ρόλος δεν έχει λόγο ύπαρξης. Είναι μια αυστηρή, σχεδόν παλιάς σχολής επαγγελματική αρχή. Και της ταιριάζει απολύτως.
Γιατί η Ντενέβ έχτισε ολόκληρη καριέρα πάνω στη δύναμη της συγκράτησης. Δεν ήταν ποτέ η ηθοποιός που εξηγούσε υπερβολικά την εικόνα της. Αντίθετα, η εικόνα της λειτουργούσε πάντα σαν κλειστή πόρτα με δυνατό φως από πίσω.
Οι Κάννες δεν είναι για εκείνη ένας ακόμη σταθμός στο ημερολόγιο. Είναι ο τόπος όπου άρχισε η διεθνής μυθολογία της. Οι «Ομπρέλες του Χερβούργου» του Ζακ Ντεμί, η πρώτη μεγάλη πρωταγωνιστική της εμφάνιση, κέρδισαν τον Χρυσό Φοίνικα το 1964 και έκαναν την 20χρονη τότε Ντενέβ σύμβολο μιας γαλλικής ομορφιάς που δεν ήταν ποτέ μόνο γλυκιά.
Η ίδια θυμάται ότι τότε όλα τής φαίνονταν καινούργια. Η ταινία ήταν ολόκληρη τραγουδισμένη, οι ηθοποιοί έπρεπε να μάθουν τα πάντα πριν αρχίσουν τα γυρίσματα, και η επιτυχία στις Κάννες έμοιαζε σχεδόν εξωπραγματική. Δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει τι ακριβώς της συνέβαινε. Η καριέρα της, όμως, είχε ήδη αλλάξει τροχιά.
Λίγο μετά, η ρομαντική Geneviève του Ντεμί θα έδινε τη θέση της στην παγωμένη Carole της «Αποστροφής» του Ρομάν Πολάνσκι και στη Séverine της «Ωραίας της Ημέρας» του Λουίς Μπουνιουέλ. Μέσα σε λίγα χρόνια, η ηθοποιός που είχε συνδεθεί με το τραγούδι, το χρώμα και την ερωτική μελαγχολία έγινε η πιο αινιγματική επιφάνεια του ευρωπαϊκού σινεμά. Πάνω της προβλήθηκαν επιθυμία, φόβος, καταπίεση, φαντασίωση και εξουσία.
Η εικόνα της χτίστηκε πάνω σε μια αντίφαση που δεν έπαψε ποτέ να δουλεύει υπέρ της. Ήταν ρομαντική χωρίς να γίνεται τρυφερή. Ερωτική χωρίς να γίνεται αποκαλυπτική. Λαμπερή χωρίς να γίνεται διαθέσιμη. Η «βασίλισσα του πάγου» του γαλλικού κινηματογράφου άφηνε το βλέμμα να τη λατρεύει, αλλά όχι να την κατακτά.
Αυτό την έκανε ανθεκτική. Και δύσκολη. Η Ντενέβ υπήρξε ταυτόχρονα πρόσωπο της γαλλικής φινέτσας, εθνικό σύμβολο - το πρόσωπό της χρησιμοποιήθηκε ως εικόνα της Μαριάν, της αλληγορικής μορφής της Γαλλικής Δημοκρατίας - και ηθοποιός που πέρασε από τον Μπουνιουέλ, τον Πολάνσκι, τον Φρανσουά Τριφό, τον Λαρς φον Τρίερ και τον Φρανσουά Οζόν χωρίς να χάσει ποτέ εκείνο το σχεδόν αδιαπέραστο περίγραμμα.
Η σχέση της με τις Κάννες είναι, στην πραγματικότητα, μια μικρή ιστορία του ίδιου του φεστιβάλ. Από τον Χρυσό Φοίνικα των «Ομπρελών του Χερβούργου» μέχρι το Dancer in the Dark του Λαρς φον Τρίερ, όπου εμφανίστηκε δίπλα στην Μπιόρκ, και από την κριτική επιτροπή του 1994 που βράβευσε το Pulp Fiction μέχρι τη φετινή της επιστροφή, η Ντενέβ ήταν παρούσα σε στιγμές όπου οι Κάννες άλλαζαν πρόσωπο.
Στη συνέντευξη θυμάται ακόμη την ένταση που προκάλεσε η νίκη του Pulp Fiction. Στην αίθουσα, λέει, υπήρχαν φωνές και θυμός. Κάποιοι δεν καταλάβαιναν ακόμη τι ακριβώς έφερνε ο Κουέντιν Ταραντίνο στο σινεμά. Η Ντενέβ το αφηγείται χωρίς νοσταλγική αγανάκτηση. Περισσότερο σαν κάποια που έχει δει πολλές φορές το καινούργιο να μπαίνει θορυβωδώς στην αίθουσα και να ενοχλεί όσους πίστευαν ότι η ιστορία είχε ήδη τακτοποιηθεί.
Όμως η Ντενέβ δεν είναι μόνο μύθος, στυλ και κινηματογραφική αθανασία. Είναι και μια δημόσια αντίφαση. Υπέγραψε το 1971 το «Μανιφέστο των 343» για το δικαίωμα στην άμβλωση και στάθηκε κατά της θανατικής ποινής. Την ίδια στιγμή, το 2018 βρέθηκε στο κέντρο σφοδρής κριτικής για την επιστολή στη Le Monde που αντιμετώπιζε το #MeToo ως υπερβολή. Αργότερα ζήτησε συγγνώμη από τα θύματα σεξουαλικής βίας, χωρίς όμως να πάψει να προκαλεί αμηχανία με τη στάση της απέναντι σε πρόσωπα όπως ο Πολάνσκι και ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ.
Αυτή η αμηχανία δεν είναι λεπτομέρεια στην ιστορία της. Είναι μέρος της. Η Ντενέβ ανήκει σε έναν παλιό κόσμο του σινεμά, όπου η γοητεία, η εξουσία, η σιωπή και η επιθυμία συνυπήρχαν συχνά χωρίς να λογοδοτούν. Το σημερινό βλέμμα δεν μπορεί να την κοιτάξει με την παλιά αθωότητα. Αλλά ούτε μπορεί εύκολα να την ακυρώσει. Παραμένει εκεί: κομψή, ψύχραιμη, προβληματική, αμετακίνητη.
Όταν στη νέα συνέντευξη τη ρωτούν για το #MeToo, απαντά με προσοχή. Λέει ότι τα πράγματα είναι περίπλοκα, ότι οι άνθρωποι πρέπει να είναι προσεκτικοί, ότι όλοι έχουν γίνει πιο ενήμεροι και πιο επιφυλακτικοί. Δεν είναι η απάντηση που θα ικανοποιήσει όσους ζητούν καθαρές τοποθετήσεις. Είναι όμως απολύτως Ντενέβ: αρνείται το πλήρες άνοιγμα ακόμη και όταν η εποχή το απαιτεί.
Εκεί όπου η δημόσια εικόνα της γίνεται δύσκολη, η σχέση της με τη δουλειά παραμένει καθαρή. Η Ντενέβ λέει ότι εξακολουθεί να αγαπά τις αίθουσες, την κοινή εμπειρία του σινεμά, τη διαδικασία του γυρίσματος. Νοσταλγεί το φιλμ, τα καθημερινά δοκιμαστικά, την εποχή που οι σκηνές συζητιούνταν πιο συλλογικά. Σήμερα, λέει, όλα είναι πιο γρήγορα, πιο μοναχικά, πιο ελεγχόμενα από μόνιτορ.
Ίσως γι’ αυτό η φετινή της επιστροφή στις Κάννες έχει ενδιαφέρον. Όχι επειδή μια μεγάλη σταρ έρχεται να τιμηθεί για όσα υπήρξε, αλλά επειδή δεν συμπεριφέρεται σαν να έχει τελειώσει. Η Ντενέβ δεν μιλά σαν φάντασμα άλλης εποχής. Μιλά σαν μια ηθοποιός που εξακολουθεί να επιλέγει, να απορρίπτει, να πηγαίνει στο πλατό και να ενδιαφέρεται για το αν ένας ρόλος αξίζει τον χώρο που πιάνει.
Στο τέλος της συνέντευξης, μαζεύει τα πράγματά της και ο Τζακ σηκώνεται μαζί της, προσεκτικός και έτοιμος. Η εικόνα θα μπορούσε να είναι κωμική, αν δεν είχε κάτι τόσο ακριβές: η Ντενέβ φεύγει από τη σκηνή μόνο όταν το αποφασίζει η ίδια.
Δεν χρειάζεται πια να αποδείξει ότι υπήρξε θρύλος. Αυτό έχει τελειώσει εδώ και δεκαετίες. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι, στα 82 της, συνεχίζει να αποδεικνύει κάτι πολύ πιο σπάνιο: ότι ένας θρύλος μπορεί να δουλεύει ακόμη, χωρίς να ζητά συγγνώμη που δεν έγινε ποτέ πιο εύκολος.
με στοιχεία aπό το Hollywood Reporter