Ο Δούρειος Ίππος του Κρίστοφερ Νόλαν δεν στέκεται θριαμβευτικά μπροστά στην Τροία. Βυθίζεται. Είναι μισοφαγωμένος από τη θάλασσα, σαν πολεμικό τέχνασμα που κινδυνεύει να χαθεί πριν προλάβει να γίνει μύθος. Μέσα του, οι Έλληνες στρατιώτες δεν περιμένουν ήρεμα σε ένα ξύλινο θαύμα. Είναι βρόμικοι, στριμωγμένοι, με το νερό να ανεβαίνει και την ανάσα τους να περνά από καλαμάκια, ώσπου οι Τρώες να αποφασίσουν ότι αυτό το παράξενο πράγμα που ξεβράστηκε στην ακτή αξίζει να σωθεί.
Αυτή είναι η εικόνα με την οποία ανοίγει η μεγάλη συνέντευξη του Νόλαν στο Time για το The Odyssey, την κινηματογραφική μεταφορά της Οδύσσειας που αναμένεται στις αίθουσες στις 17 Ιουλίου. Και είναι αμέσως σαφές ότι ο Βρετανός σκηνοθέτης δεν πλησίασε τον Όμηρο σαν σχολικό κλασικό κείμενο, αλλά σαν υλικό για το πιο φιλόδοξο στοίχημα της καριέρας του: μια παλιά ιστορία επιστροφής, απάτης, πολέμου, επιθυμίας και οικογένειας, γυρισμένη με την κλίμακα ενός μεγάλου χολιγουντιανού θεάματος και με την εμμονή ενός δημιουργού που δεν θέλει να αφήσει τίποτα να μοιάζει ψεύτικο.
Το παράδοξο είναι ότι ο Νόλαν είχε σκεφτεί αυτόν τον Δούρειο Ίππο πολύ πριν φτάσει στην Οδύσσεια. Στις αρχές των 00s είχε βρεθεί σε συζητήσεις για να σκηνοθετήσει την Τροία, την ταινία που τελικά γύρισε ο Βόλφγκανγκ Πίτερσεν το 2004. Το σχέδιο δεν προχώρησε, αλλά η εικόνα έμεινε. Πέρασε μέσα από τον Μπάτμαν, το Διάστημα, το Dunkirk, το Tenet και το Oppenheimer. Μετά την τεράστια επιτυχία της ταινίας για τον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, που πλησίασε το 1 δισ. δολάρια στο παγκόσμιο box office και κέρδισε επτά Όσκαρ, ο Νόλαν βρέθηκε στη θέση να διαλέξει σχεδόν ό,τι ήθελε. Και διάλεξε τον Οδυσσέα.
Το The Odyssey, όπως το περιγράφει το Time, ακολουθεί τον ήρωα πίσω από τον Δούρειο Ίππο στη δεκαετή προσπάθειά του να επιστρέψει στην Ιθάκη. Στον δρόμο υπάρχουν Κύκλωπες, θαλάσσια τέρατα, σειρήνες, η Κίρκη, η Καλυψώ, η Πηνελόπη, ο Τηλέμαχος, οι μνηστήρες. Υπάρχει όμως και κάτι που ταιριάζει απόλυτα στο σινεμά του Νόλαν: ένας άνδρας που έχει γίνει θρύλος για την ευφυΐα του, αλλά πρέπει να ξαναβρεί τον δρόμο προς τους ανθρώπους που άφησε πίσω.
Ο Ματ Ντέιμον υποδύεται τον Οδυσσέα και, σύμφωνα με τον ίδιο, αντιμετώπισε την ταινία σχεδόν σαν μια τελευταία μεγάλη δοκιμασία που θυμίζει τις επικές ταινίες του παλιού Χόλιγουντ. Όχι επειδή σκοπεύει να αποσυρθεί, αλλά επειδή τέτοιες παραγωγές σπάνια γίνονται πια. Πραγματικά πλοία, πραγματική θάλασσα, πραγματικοί άνεμοι, γυρίσματα σε έξι χώρες, ελάχιστη χρήση ψηφιακών εφέ και μια κάμερα IMAX τόσο βαριά και απαιτητική ώστε χρειάστηκαν ειδικές λύσεις για να λειτουργήσει σε σκηνές διαλόγου, σε βουνά, σε νύχτες, σε πλοία, σε καταιγίδες.
Η ταινία παρουσιάζεται ως η πρώτη μεγάλου μήκους παραγωγή γυρισμένη εξ ολοκλήρου σε IMAX. Για τον Νόλαν αυτό δεν είναι απλώς τεχνικό κατόρθωμα. Είναι τρόπος να ξαναδοθεί στον θεατή η φυσική απειλή του μύθου. Ο σκηνοθέτης σκέφτηκε αρχικά να δείξει θεούς στον Όλυμπο, να ρίχνουν κεραυνούς και να κινούν τα νήματα από ψηλά. Τελικά τον ενδιέφερε περισσότερο κάτι πιο αρχέγονο: η ιδέα ότι για τους ανθρώπους της εποχής οι θεοί υπήρχαν παντού, μέσα στη βροχή, στη θάλασσα, στον ήλιο, στον άνεμο, στην ίδια την αδυναμία του ανθρώπου να εξηγήσει τον κόσμο.
Γι’ αυτό το γύρισμα έπρεπε να εκτεθεί στα στοιχεία της φύσης. Το πλοίο του Οδυσσέα δεν ήταν σκηνικό για κοντινά πλάνα, αλλά ένα κανονικό πλοίο, ικανό να ταξιδεύει από το Μαρόκο στην Ελλάδα και στην Ιταλία. Ο διευθυντής φωτογραφίας Χόιτε βαν Χόιτεμα έστησε φορητά φώτα για να μιμηθεί τη θερμοκρασία της φωτιάς στη νυχτερινή άλωση της Τροίας. Ο Μπιλ Ίργουιν, που είχε δώσει φωνή και κίνηση στο ρομπότ του Interstellar, επιστρατεύτηκε για τη σωματική υπόσταση του Κύκλωπα. Ο Ντέιμον ανέβαινε καθημερινά στο κάστρο της Αγίας Αικατερίνης στη Σικελία, γύριζε σκηνές στον Άδη μέσα στη βροχή της Ισλανδίας και νόμιζε ότι θα ξεκουραστεί όταν έφτασε σε μια παραλία του Μαρόκου για τις σκηνές με την Καλυψώ της Σαρλίζ Θερόν. Εκεί, όπως είπε, ο αέρας έστελνε την άμμο στα μάτια τους χωρίς σταματημό.
Το καστ μοιάζει από μόνο του με μια μεγάλη παρέλαση ονομάτων του σύγχρονου Χόλιγουντ: Ματ Ντέιμον ως Οδυσσέας, Αν Χάθαγουεϊ ως Πηνελόπη, Τομ Χόλαντ ως Τηλέμαχος, Ζεντάγια ως Αθηνά, Ρόμπερτ Πάτινσον, Λουπίτα Νιόνγκο, Τζον Μπέρνθαλ, Μπένι Σάφντι, Σαμάνθα Μόρτον, Σαρλίζ Θερόν, Μία Γκοθ και Τράβις Σκοτ. Όμως το πιο ενδιαφέρον σημείο της συνέντευξης δεν είναι απλώς ποιος παίζει ποιον. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Νόλαν προσπαθεί να περιγράψει πως μετατρέψε ένα κείμενο που όλοι νομίζουν ότι ξέρουν σε μια κινηματογραφική υπερπαραγωγή αλλά για χαρακτήρες που δεν είναι καθόλου απλοί με τα σημερινά δεδομένα.
Ο Οδυσσέας, για παράδειγμα, δεν είναι ένας αψεγάδιαστος ήρωας. Είναι έξυπνος, γοητευτικός, πολυμήχανος, αλλά και αλαζόνας, διπλωμάτης, ψεύτης, άνθρωπος που ξέρει να επιβιώνει λέγοντας την αλήθεια με τον δικό του τρόπο. Ο Νόλαν παραδέχεται ότι αυτό είναι δύσκολο για έναν κεντρικό ήρωα κινηνατογραφικής ταινίας. Ένας τέτοιος χαρακτήρας λειτουργεί εύκολα ως δευτεραγωνιστής, όπως ένας Χαν Σόλο δίπλα σε έναν πιο διάφανο Λουκ Σκαϊγουόκερ. Όταν όμως πρέπει να κρατήσει ολόκληρη την ταινία, χρειάζεται κάτι πιο βαθύ από την εξυπνάδα του. Στην εκδοχή του Νόλαν, αυτό το κάτι είναι η επιστροφή στην Πηνελόπη.
Η Αν Χάθαγουεϊ φαίνεται να κρατά ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κλειδιά της ταινίας. Η Πηνελόπη δεν αντιμετωπίζεται ως η γυναίκα που απλώς περιμένει. Είναι οργισμένη, εφευρετική, ισάξια του Οδυσσέα, ένας άνθρωπος που έχει επιβιώσει για 20 χρόνια σε ένα παλάτι γεμάτο άνδρες που θέλουν να της πάρουν το σπίτι, την εξουσία, τον γιο και το μέλλον. Η ίδια η Χάθαγουεϊ λέει ότι βρήκε στις σελίδες του σενάριου του Νόλαν μια γυναίκα που βράζει εσωτερικά. Το The Odyssey, όπως το είδαν εκείνη και ο Ντέιμον, είναι τελικά και μια ιστορία αγάπης. Όχι ρομαντική με τον εύκολο τρόπο, αλλά μια ιστορία για δύο ανθρώπους που είναι αρκετά όμοιοι ώστε να αντέχουν ο ένας τον άλλον.
Ο Νόλαν κάνει και άλλες αλλαγές στον ομηρικό κόσμο. Ο Άργος, ο πιστός σκύλος του Οδυσσέα, αποκτά μεγαλύτερη παρουσία. Η σχέση του Οδυσσέα με τον Τηλέμαχο, τον γιο που μεγάλωσε με τον μύθο ενός πατέρα που δεν θυμάται, παίρνει περισσότερο χώρο. Η Κίρκη της Σαμάνθα Μόρτον δεν μένει απλώς μια αρχέτυπική μάγισσα. Η επανένωση του Μενέλαου με την Ελένη, που στο έπος μοιάζει πιο τακτοποιημένη, αποκτά μεγαλύτερη ένταση. Η Λουπίτα Νιόνγκο υποδύεται και την Ελένη και την Κλυταιμνήστρα, δίνοντας στην ιστορία μια διπλή γυναικεία σκιά γύρω από τον πόλεμο, τον γάμο και την τιμωρία.
Ακόμη και η μουσική απομακρύνεται από το αναμενόμενο επικό μεγαλείο. Ο Λούντβιχ Γκόρανσον, που έχει συνεργαστεί με τον Νόλαν στο Oppenheimer, δεν χρησιμοποίησε ορχήστρα. Ο σκηνοθέτης ήθελε να αποφύγει τον εύκολο ήχο της χλαμύδας και του σπαθιού. Αντί γι’ αυτό, ο Γκόρανσον δούλεψε με μπρούντζινα γκονγκ, συνθετικούς ήχους και μια τεράστια λύρα, με την ιδέα ότι ο ήχος της μπορεί να συνδεθεί με το τέντωμα του τόξου του Οδυσσέα. Η παρουσία του Τράβις Σκοτ ως ραψωδού δεν είναι απλώς ένα pop casting. Για τον Νόλαν, είναι ένας τρόπος να θυμίσει ότι η Οδύσσεια ξεκίνησε ως προφορική ποίηση, ως ιστορία που περνούσε από στόμα σε στόμα, όχι ως κείμενο κλειδωμένο σε ένα σχολικό βιβλίο.
Πίσω από όλα αυτά βέβαια υπάρχει αναπόφευκτα και η τωρινή συγκυρία του Χόλιγουντ. Το Χόλιγουντ προσπαθεί ακόμη να καταλάβει τι σημαίνει μεγάλο σινεμά μετά την πανδημία, μετά την κόπωση των υπερηρώων, μετά την επέκταση των πλατφορμών. Οι αίθουσες χρειάζονται γεγονότα, όχι απλώς τίτλους. Ο Νόλαν είναι ένας από τους λίγους σκηνοθέτες των οποίων το όνομα μπορεί να μπει μόνο του σε αφίσα και να λειτουργήσει σαν υπόσχεση. Τα πρώτα posters του The Odyssey δεν πουλούν τόσο τα πρόσωπα των σταρ όσο το ίδιο το όνομα του σκηνοθέτη. Μετά το Oppenheimer, αυτό το όνομα σημαίνει ακόμη κάτι πολύ συγκεκριμένο: ταινία που πρέπει να δεις σε αίθουσα.
Υπάρχει όμως και κάτι πιο προσωπικό. Όσο περισσότερο μιλά ο Νόλαν για την Οδύσσεια, τόσο περισσότερο φαίνεται ότι δεν πρόκειται για ξαφνική στροφή προς την αρχαιότητα, αλλά για ιστορία που βρισκόταν πάντα μέσα στο έργο του. Οι άνδρες του Νόλαν θυσιάζονται για κάτι μεγαλύτερο, χάνονται στον χρόνο, επιστρέφουν σε παιδιά που δεν πρόλαβαν να δουν να μεγαλώνουν, φτιάχνουν τεχνάσματα, εξαφανίζονται, λένε ψέματα, προσπαθούν να βρουν τον δρόμο για το σπίτι. Από το Inception και το Interstellar μέχρι το Dunkirk και το Oppenheimer, το σινεμά του είναι γεμάτο ανθρώπους που κινούνται μέσα σε λαβύρινθους χρόνου, μνήμης, χρέους και ενοχής.
Ο ίδιος ξέρει ότι επαναλαμβάνει ορισμένες εμμονές του. Στη συνέντευξη, όταν ρωτήθηκε αν τον απασχολεί η αντίδραση του κοινού σε αυτά τα μοτίβα, απάντησε ότι πρέπει να μπορείς να επαναλαμβάνεις τον εαυτό σου όταν αυτό είναι σωστό για την ταινία. Αν ακούς υπερβολικά τι εντοπίζουν οι άλλοι στο έργο σου, στο τέλος παραλύεις.
Ίσως γι’ αυτό η Οδύσσεια να του ταιριάζει τόσο πολύ. Δεν είναι μόνο μια περιπέτεια επιστροφής. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που δεν γυρίζει ποτέ ίδιος στο σπίτι του, επειδή ο δρόμος τον έχει ήδη αλλάξει. Είναι ένα έπος για την καθυστέρηση, για την εξαπάτηση, για την αντοχή της επιθυμίας, για το βάρος του να γίνεσαι μύθος ενώ οι δικοί σου άνθρωποι σε χρειάζονται ως άνθρωπο.
Ο Νόλαν χρειάστηκε δύο δεκαετίες για να φτάσει εδώ. Από την Τροία που δεν γύρισε ποτέ μέχρι την Οδύσσεια που τώρα ετοιμάζεται να βγει στις αίθουσες, πέρασε από όλα τα μεγάλα μηχανήματα του σύγχρονου σινεμά και τα έκανε προσωπικά: υπερήρωες, μαύρες τρύπες, πόλεμο, ατομική βόμβα, αναποδογυρισμένο χρόνο.
Τώρα επιστρέφει σε μια από τις παλαιότερες ιστορίες της Δύσης όχι για να τη βάλει σε μουσείο, αλλά για να τη ρίξει ξανά στη θάλασσα.
Και αυτή τη φορά, ο Δούρειος Ίππος δεν έρχεται πάνω σε ρόδες. Έρχεται μισοβυθισμένος, σαν κάτι που οι άνθρωποι θα σώσουν μόνο επειδή δεν καταλαβαίνουν ακόμη πόσο επικίνδυνο είναι.
με στοιχεία απο το TIME