Ο Μπάρι Κίογκαν επιστρέφει στις Κάννες για τρίτη φορά. Αυτή τη φορά, όμως, δεν μοιάζει απλώς με έναν ηθοποιό που περνά με άνεση από το arthouse στο μεγάλο στούντιο και πάλι πίσω. Μοιάζει με κάποιον που προσπαθεί να πάρει ξανά στα χέρια του την ιστορία που λέγεται για εκείνον.
Ο Ιρλανδός ηθοποιός βρίσκεται φέτος στο φεστιβάλ με το Butterfly Jam του Καντεμίρ Μπαλάγκοφ, το οποίο ανοίγει το Directors' Fortnight. Η ταινία, με τη Ράιλι Κίου και τον νεαρό Τάλχα Ακντογάν στο καστ, διαδραματίζεται στην κιρκασιανή κοινότητα του Νιούαρκ και παρακολουθεί μια οικογένεια που προσπαθεί να κρατήσει όρθιο ένα μικρό diner, ενώ κάτω από την καθημερινότητα κινούνται μυστικά, κληρονομιές, ανδρισμός και όλα όσα δύσκολα λέγονται μέσα σε ένα σπίτι.
Ο Κίογκαν δεν θέλει να αποκαλύψει πολλά για την υπόθεση. Στο Variety λέει ότι η περιέργεια και η αγάπη για το σινεμά πρέπει να σε κάνουν να θέλεις να τη δεις. Παραδέχεται μόνο ότι είναι μια ταινία για τα μέσα και τα έξω της οικογένειας. Και, με το γνωστό του παιχνιδιάρικο ένστικτο, παρατηρεί ότι όλες οι ταινίες που τον έφεραν μέχρι τώρα στις Κάννες έχουν κάτι ζωικό στον τίτλο: Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού, Bird και τώρα Butterfly Jam.
Η διαδρομή ως εδώ δεν ήταν τυχαία. Ο Κίογκαν λέει ότι συχνά γράφει σε σκηνοθέτες όταν μια ταινία τους τον αγγίζει. Έτσι γνώρισε τον Μπαρτ Λέιτον, αφού είχε δει το The Imposter. Έτσι άνοιξε και η επικοινωνία με τον Μπαλάγκοφ, όταν του έστειλε μήνυμα μετά το Beanpole. Για τον Κίογκαν, αυτή η χειρονομία δεν είναι απλώς networking με πιο τρυφερό περιτύλιγμα. Είναι ένας τρόπος να λες σε κάποιον ότι η δουλειά του έφτασε μέχρι εσένα.
Ο ίδιος ξέρει καλά πόσο δύσκολα φτάνει κανείς κάπου. Πριν γίνει το παράξενο, μαγνητικό πρόσωπο που έκλεβε σκηνές στα Πνεύματα του Ινισέριν, πριν χορέψει γυμνός στο Saltburn, πριν περάσει από το The Batman, το Dunkirk ή τις τέσσερις ταινίες του Σαμ Μέντες για τους Beatles, όπου υποδύεται τον Ρίνγκο Σταρ, ήταν ένα παιδί από το Δουβλίνο που είχε περάσει από ανάδοχες οικογένειες, είχε φύγει από το σχολείο και δεν ήξερε καν από πού ανοίγει η πόρτα της υποκριτικής.
Τη βρήκε σχεδόν κυριολεκτικά από μια αγγελία σε βιτρίνα. Έτσι πήρε τον πρώτο του ρόλο, στο ιρλανδικό crime drama Between the Canals, στα 16 του. Όταν στήθηκε η κάμερα, λέει, κατάλαβε ότι εκεί ανήκει. Όχι επειδή κυνηγούσε τη δόξα, αλλά επειδή για πρώτη φορά ένιωσε ότι υπήρχε ένας χώρος όπου μπορούσε να γίνει δεκτός.
Από εκεί ήρθαν το Love/Hate, το '71, το Dunkirk, ο Γιώργος Λάνθιμος, η υποψηφιότητα για Όσκαρ, το BAFTA, το Saltburn και μια φήμη που μεγάλωσε απότομα. Μαζί με τη φήμη, όμως, ήρθε και η άλλη πλευρά της: η εξαντλητική δημόσια παρατήρηση, τα σχόλια για την εμφάνισή του, η εμμονή με την προσωπική του ζωή, τα memes, οι φήμες και μια διαδικτυακή τοξικότητα που, όπως έχει πει ο ίδιος, τον έκανε να μη θέλει να βγαίνει έξω.
Τους τελευταίους μήνες, ο Κίογκαν έχει μιλήσει ανοιχτά για τη διαδικτυακή κακοποίηση που δέχεται, ακόμη και για τα σχόλια που αφορούν τον μικρό του γιο. Είχε πει ότι πολλοί χρησιμοποιούν το παιδί του ως όπλο εναντίον του. Είχε περιγράψει πώς η online βία τον έκανε να αποσύρεται, να αποφεύγει δημόσιες εμφανίσεις και να κλείνεται περισσότερο στον εαυτό του.
Τώρα, στη νέα του συνέντευξη, μοιάζει να θέλει να τραβήξει μια γραμμή. Λέει ότι θέλει να μπει σε ένα νέο κεφάλαιο, να αφήσει τη δουλειά του να μιλήσει για εκείνον, να κλείσει αυτό το βιβλίο, να σηκώσει το κεφάλι, να χαμογελάσει και να χαρεί τη στιγμή. Το λέει και γελάει με τον εαυτό του, σαν να ακούστηκε για λίγο υπερβολικά έτοιμη ατάκα. Μόνο που, στην περίπτωσή του, η ατάκα έχει βάρος.
Το νέο κεφάλαιο έχει ήδη αρχίσει. Ο Κίογκαν γυρίζει αυτή την περίοδο τις τέσσερις ταινίες του Σαμ Μέντες για τους Beatles και μιλά για το project σαν κάτι που θα γίνει "μέρος της ιστορίας". Παράλληλα, το Butterfly Jam σηματοδοτεί και την πρώτη ολοκληρωμένη παραγωγή της δικής του εταιρείας, Wolfcub, ενώ έχει ήδη γυρίσει το Lemonade, μια ιρλανδική ανεξάρτητη ταινία με θέμα το σύστημα φροντίδας στην Ιρλανδία, πολύ κοντά στη δική του παιδική εμπειρία.
Υπάρχει, βέβαια, και το Peaky Blinders. Ο Κίογκαν εμφανίστηκε ως Ντιουκ Σέλμπι στο The Immortal Man, αλλά δεν θα επιστρέψει στη νέα σειρά του Netflix, όπου τον ρόλο αναλαμβάνει ο Τζέιμι Μπελ. Ο ίδιος δεν εξηγεί τον λόγο. Λέει μόνο ότι διαλέγει πια τα project του πολύ προσεκτικά, γιατί θέλει να χαίρεται, να θεραπεύεται, να αφηγείται, να ανακαλύπτει και να δουλεύει με ανθρώπους που σκέφτονται με παρόμοιο τρόπο.
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο στη σημερινή εικόνα του. Ο Μπάρι Κίογκαν δεν είναι πια απλώς το αλλόκοτο αγόρι που εμφανίζεται σε δύσκολες ταινίες και μαγνητίζει την προσοχή. Είναι ένας ηθοποιός σε θέση ισχύος, αλλά και ένας άνθρωπος που προσπαθεί να μη χαθεί μέσα στη βία της ορατότητας. Μπορεί να μπαίνει σε τεράστια studio projects, να επιστρέφει στις Κάννες, να χτίζει δική του εταιρεία και να διαλέγει υλικό που ακουμπά προσωπική μνήμη.
Το ζητούμενο, για εκείνον, μοιάζει πιο απλό και πιο δύσκολο: να μπορέσει να σταθεί μέσα σε όλο αυτό χωρίς να απολογείται διαρκώς για την ύπαρξή του.
Στις Κάννες επιστρέφει με μια ταινία για την οικογένεια, την κληρονομιά και όσα περνούν από σώμα σε σώμα χωρίς να λέγονται. Ίσως δεν είναι τυχαίο. Ο Κίογκαν ξέρει καλά τι σημαίνει να κουβαλάς μια ιστορία που οι άλλοι προσπαθούν να διαβάσουν πριν από εσένα. Τώρα μοιάζει αποφασισμένος να τη γράψει ο ίδιος.
με στοιχεία από Variety