Η Εθνική Βιβλιοθήκη, ως γηραιά και αξιοπρεπής κυρία, με έντονη την ανάγκη να ονειρευτεί ένα καλύτερο μέλλον για την πολύτιμη περιουσία που διαφυλάσσει, μιλά σε πρώτο πρόσωπο, ορθώνεται με μελαγχολία και μια αδιόρατη ανησυχία για τη μεταφορά της από την κεντρική γειτονιά, όπου στεγαζόταν επί δεκαετίες, από την ίδρυσή της, στο Κέντρο Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος (για να στεγαστεί, πλέον, στα ερείπια μιας νεκρόπολης που ανακαλύφθηκε κατά τις εργασίες!) και θυμάται τα δραματικά γεγονότα που συνέβησαν μπροστά στα μάτια της στην ιστορική διαδρομή της.

 

Παραπονιέται που ελάχιστοι την τίμησαν για να διαβάσουν και να μελετήσουν (από τους φοιτητές και τους ψαγμένους μέχρι τον Μάρλον Μπράντο και τον Χαϊλέ Σελασιέ) σε σχέση με όσους περιδιάβηκαν το διάσημο προαύλιό της, από τους φασίστες μέχρι τους διαδηλωτές στο φιξ ραντεβού τους. Ορθώς, ωστόσο, στέκει με σεβασμό μπροστά σε αυτούς που έπεσαν μαχόμενοι στο κατώφλι της.

 

Η κινηματογραφική «μεταφορά» που προκύπτει είναι σαφής: η ύπαρξη και η λειτουργία της, που συμπίπτει με το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, αναδίδει τη στιφή γραφειοκρατία και τη σκονισμένη παρακμή της, αλλά ταυτόχρονα φανερώνει, εκτός από την ευσυνειδησία και το φιλότιμο των «δράκων» υπαλλήλων, τους θησαυρούς που κρύβει στα σπλάχνα της, εκείνα τα έντυπα φυλαχτά που συντηρούν την ανεκτίμητη γνώση και την πλούσια Ιστορία όχι μόνο ενός έθνους, αλλά και του οικουμενικού πνεύματος και της αντίστασης της σκέψης μπροστά στους ανθρώπινους οδοστρωτήρες.

 

Ο έμπειρος σκηνοθέτης Ηλίας Γιαννακάκης εργάστηκε επί 4 χρόνια με πολλά γυρίσματα και εκτεταμένη αρχειακή έρευνα, υιοθετώντας λόγια, σταθερή και ψύχραιμη αφήγηση και ισορροπώντας ανάμεσα στο κύρος και την ευαισθησία σε ένα δημιουργικό ντοκιμαντέρ που, σημειωτέον, δεν είναι προϊόν ανάθεσης ή παραγγελιάς, γι' αυτό και κρατά σωστές αποστάσεις και σχολιάζει ό,τι χρειάζεται να επισημανθεί.