Πέντε ιστορίες συγκροτούν ένα απαισιόδοξο φρέσκο με θέμα την καταστροφική επίπτωση της Καμόρα, της μαφίας που έχει «σκοτώσει πάνω από 4.000 ανθρώπους στα περίχωρα της Νάπολης και της Καζέρτα από τη δεκαετία του ‘70. Τις συνέλαβε στο πολυδιαβασμένο μυθιστόρημά του ο Ρομπέρτο Σαβιάνο και τις αναπαρέστησε, μπλέκοντάς τις σε ένα συνεκτικό ιστό ο Ματέο Γκαρόνε. Ο Ντον Τσίρο είναι ο άνθρωπος που δίνει χρήματα στις οικογένειες των μελών της συμμορίας που βρίσκονται στη φυλακή, μιας συμμορίας που ελέγχει την περιοχή. Μετά από μερικές αλλαγές στην οργάνωση δεν ξέρει πλέον από ποιον παίρνει διαταγές και ανησυχεί σοβαρά για την επιβίωσή του. Ο Πασκουάλε είναι ταλαντούχος ράφτης. Κινέζοι ανταγωνιστές του προτείνουν να τους διδάξει τα μυστικά του επαγγέλματος έναντι σοβαρού χρηματικού ποσού. Το σκέφτεται, αποδέχεται, αλλά ταυτόχρονα θέτει τη ζωή του σε σοβαρό κίνδυνο. Από την άλλη, ο 13χρονος Τοτό μαθαίνει τη ζωή στο δρόμο, βιάζεται να μεγαλώσει και παίρνει μια ριψοκίνδυνη απόφαση, έχοντας πάντα δίπλα του τη μάνα του, φύλακα-άγγελο με το ολοένα και πιο δύσκολο έργο να τον συμμαζέψει από την βρώμικη λάμψη του εύκολου χρήματος. Ο Μάρκο και ο Τσίρο, τα παιδιά στην αφίσα της ταινίας, είναι δυο αδέσποτοι απατεώνες που δυσχεραίνουν την επιχειρηματική δράση του συστήματος. Είναι ζήτημα χρόνου να διαταχθεί η συνοπτική εξολόθρευσή τους. Στη μέση της ανεύθυνης νέας γενιάς εγκληματιών και των παλιών που βλέπουν τη ζωή τους να βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού τοποθετείται ο Ρομπέρτο, απόφοιτος πανεπιστημίου που θέλει να δουλέψει, δέχεται πρόταση από τον Φράνκο στον κλάδο των τοξικών απόβλητων, αλλά η διαδικασία αυτή του προκαλεί συνειδησιακό πρόβλημα.

Η θλιβερή επαρχία της Νάπολης, τα παρατημένα προάστια που ανήκουν σε μια άλλη εποχή πρωταγωνιστούν στη ματιά του Γκαρόνε. Η Καμόρα δεν είναι παρά η κακή μοίρα της περιοχής, τα φονικά δίχτυα που τυλίγουν τους κομπάρσους μιας κακοστημένης φάρσας που δεν έχει τελειωμό. Και όταν λέω φάρσα εννοώ πως το σκηνικό θυμίζει μίμηση ενός μεγαλείου που απαθανατίστηκε ως τέτοιο μέσα από μεγεθυμένους μύθους. Τα δύο νέα παιδιά ονειρεύονται πως πρωταγωνιστούν στο Σημαδεμένο και παίζουν κλέφτες και αστυνόμους «ντιλάροντας» τη ζωή τους, χωρίς να γνωρίζουν ότι το τέλος τους είναι κοντινό και προδιαγεγραμμένο, όπως το αντίστοιχο ενός μικρού μαγαζιού που στήνεται δίπλα σε μια πολυεθνική και περιμένει να κάνει καλή μπάζα. Διότι η Καμόρα και τα επίδοξα μέλη της δεν παύουν να είναι επαρχιώτες, αγράμματοι και μωροί, ανώριμα γκανγκστεράκια που, κι αν προλάβουν να γεράσουν, απλώς θα έχουν μάθει μηχανικά τις κινήσεις που επιβάλλουν τα γρανάζια μιας απατεωνίστικης μικροδουλειάς.

Όπως είπε και κάποιος, δεν συναντάς βασιλιά Λιρ ή μικρούς Άμλετ στο Γόμορρα. Δεν υπάρχει τίποτε θεαματικό, μεγάλες σκηνές, γκράντε μουσική (το «Herculeaneum» των Massive Attack ταιριάζει παράδοξα αλλά απόλυτα, όπως ακούγεται στο τέλος), φωτογένεια και λύτρωση. Ως ένα σημείο, το τέλος είναι αναμενόμενο γιατί είναι αναπόφευκτο. Πέρα όμως από τη δεδομένη αλήθεια των καταστάσεων, μιας και το βιβλίο καταγράφει τη ζοφερή πραγματικότητα, οι ιστορίες των αποδεκατισμένων ανδρών και των σχεδόν ανύπαρκτων γυναικών διατηρούν το δράμα της χαμένης ζωής, των μικρών οραμάτων, του φαταλισμού και της στενότητας μιας χώρας σε βαθιά παρακμή. Ο Γκαρόνε λες και στάθηκε δίπλα αλλά όχι μέσα στην ταινία του και μας οδήγησε σε ένα ταξίδι στην ανάποδη πλευρά ενός αιματοβαμμένου θρύλου.