ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ

 

Ουσιαστικά, η Ανάσταση είναι περισσότερο ένα «CSI: Ιουδαία» παρά ένα κλασικό, βιβλικό έπος, αφού δεν λέει ακριβώς τα ίδια και τα ίδια –με το χέρι στο Ευαγγέλιο– αλλά εξελίσσεται με τα μάτια ανοιχτά σε κάθε στοιχείο από Ευαγγέλια και λοιπές πηγές, ιστορικές και προφορικές, με οίστρο εγκληματολογικών προδιαγραφών και ένα θριλερικό ενδιαφέρον για το ποιoς είδε τον Εσταυρωμένο και τις ανακρίσεις για την επίλυση του μυστηρίου. Για να το πω διαφορετικά, είναι από τις ταινίες που η επίσημη Εκκλησία θα παρακολουθούσε, ως συνήθως, χωρίς να το παραδεχθεί, θα την απέρριπτε, όπως κάνει με οτιδήποτε δεν είναι αρτηριοσκληρωτικά πιστό, αλλά, αν το καλοσκεφτόταν, θα εκτιμούσε το πώς ο σκηνοθέτης Κέβιν Ρέινολντς, ο πολύπαθος εκτελεστής των κοστνεριάδων από τα '90s, Waterworld και Ρομπέν των Δασών, συνυπολογίζει τις παραμέτρους που περιτριγυρίζουν το δόγμα και φτιάχνει μια ταπεινή, λόγω περιορισμένου προϋπολογισμού και σχετικής εγκράτειας, εν τέλει σεπτή, σε γενικές γραμμές ισορροπημένη, έμμεσα προσηλυτιστική ταινία, στη φλέβα του παλιού καλού Μπεν Χουρ (χωρίς το ταλέντο και τον όγκο), με απρόθυμο ήρωα έναν Ρωμαίο που βλέπει τον Ιησού, ευτυχώς σε ιουδαϊκή και όχι εξιδανικευμένη μορφή, και βρίσκει το φως το αληθινό. Διότι, στην Ελλάδα είμαστε, Πάσχα έχουμε, δεν θα περιμέναμε κάτι λιγότερο από μια θρησκευτικά ορθή ταινία – και το λέω γιατί το Last days in the desert του Ροντρίγκο Γκαρσία, με τον Γιούαν Μακγέγκορ ως Ιησού και Διάβολο ταυτόχρονα, από πέρσι το περιμένουμε.