Ο Γκάβιν Χουντ ευτυχώς δεν είναι με τίποτε ο Μπρετ Ράτνερ, ο σκηνοθέτης που μετέτρεψε την υπερβατικότητα, που με κόπο πότισε στους δυο πρώτους X-Men ο Μπράιαν Σίνγκερ, σε ένα μηχανικό στριμωξίδι χαρακτήρων που ήταν το τρίτο μέρος της σειράς. Με παραγωγό τον ίδιο τον Τζάκμαν, ήταν φυσικό πως το prequel θα εξερευνούσε την ψυχή του Γουλβερίν, θα έψαχνε τα τραύματά του και θα προσπαθούσε να μπαλώσει τις όποιες απορίες έχουν οι φανατικοί του κόμικ γύρω από τον ομιχλώδη χαρακτήρα του πιο σωματικού και απτού ήρωα από όλα τα φρικιά του Ξαβιέ. Απ' την άλλη, μια από τις απολαύσεις των δυο πρώτων X-Men είναι η ανενδοίαστη συνθήκη της αποδοχής των μεταλλαγμένων ως έχουν. Ο κόσμος τούς έχει απορρίψει, αυτοί, καλώς ή κακώς έχουν τις ειδικές δυνάμεις τους, και ο πόλεμος διεξάγεται από ένα σημείο κι έπειτα, όταν τα συμφέροντα πυκνώνουν και η ησυχία τους έχει γίνει αφόρητη πλέον.

Ψαχουλεύοντας το παρελθόν ενός χάρτινου χαρακτήρα, αναγκαστικά πέφτεις σε μελοδραματικές ίντριγκες. Ο Γουλβερίν είχε μπαμπάκα, και αγαπητικιά, και αισθήματα, και γερούληδες γνώρισε, και γέλασε και βούρκωσε - καλά είναι όλα αυτά, αλλά το έργο γίνεται κι αυτό λίγο κλαψιάρικο για να εξυπηρετήσει ένα πιο αληθοφανές στόρι. Αληθοφανές για ποιον; Οι φανατικοί είναι ούτως ή άλλως δογματικοί. Πιστεύουν, χωρίς έρευνα, σε έναν Γουλβερίν παντοκράτορα, που έχει κι αυτός την τρωτή του φτέρνα, γιατί έτσι είναι οι ημίθεοι. Οι αλλόπιστοι μάλλον δεν θα πάνε να δουν μια ταινία με ήρωα έναν τύπο που βγάζει μεταλλικές τσουγκράνες όταν τσαντίζεται, γιατί δεν συμπαθούν τις περιπέτειες με τέρατα (έτσι τις βλέπουν). Συνεπώς, η ψυχολογική εμβάθυνση σε έναν κόσμο κόμικ μοιάζει με νέρωμα στο κρασί μιας ιδέας - ή, αν ήμουν καχύποπτος, με μια απόπειρα ξεζουμίσματος ενός προσοδοφόρου χαρακτήρα που ξεχώρισε μέσα από τη σειρά.

Δεν θα εξέφραζα τις ενστάσεις, αν αισθανόμουν καλυμμένος από το χειρισμό του θέματος. Η ταινία βρίσκεται στο στοιχείο της, όταν δεν προσποιείται πως είναι κάτι παραπάνω και πιστεύει στον pulp εαυτό της με κέφι, πολλές ενέσεις επιστημονικοφανών ανατροπών και ρυθμό δράσης. Κομπιάζει όποτε αλληθωρίζει προς το συναισθηματικό κόσμο του Γουλβερίν, γιατί εκεί φαίνεται και πιο ξεκρέμαστος σε σχέση με το περιβάλλον του. Αντίθετα, οι στιγμές κυνικού χιούμορ βοηθάνε να δούμε τον ήρωα έτσι όπως τον ξέρουμε και τον αγαπάμε. Επίσης, ο Γκάβιν Χουντ είναι άνισος στην υλοποίηση των εφέ του. Οι πιο καθαρές σκηνές καταδίωξης είναι αποτελεσματικές και διασκεδαστικές, ενώ το φινάλε είναι σκηνοθετικά ένα μπερδεμένο concept. Η σχέση του Γουλβερίν με τον Βίκτορ είναι από τα ατού της ταινίας, λόγω της εξαιρετικής δουλειάς του Λιβ Σράιμπερ, ενώ η Λιν Κόλινς είναι υποκριτικά ανεπαρκέστατη, παρά την ομορφιά της, στο ρόλο της Κάιλα, της αγαπημένης του μεταλλαγμένου λυκάνθρωπου.