Πρόκειται για ένα δυνατό αστυνομικό θρίλερ που ο Ερρίκος Λίτσης δεν θα ήθελε να ταυτίσει με ιστορικά γεγονότα, παρά τις ομοιότητες. Αν και βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία, διαθέτει και αρκετή μυθοπλασία, «δεν πρόκειται δηλαδή για μια κινηματογραφική αναπαράσταση», καθώς λέει ενώ πίνουμε έναν διπλό εσπρέσο κάπου στα Πετράλωνα, σε ένα διάλειμμα από τις πρόβες του για το θεατρικό «Οι από κάτω», που θα κάνει πρεμιέρα στις 23/3 στο Auditorium.
«Ο σκηνοθέτης μας, ο Σέριφ Φράνσις, μάλιστα, τοποθετεί τη δράση της ταινίας όχι τον Σεπτέμβριο του 1998, οπότε συνέβη εκείνη η ομηρία με την τραγική κατάληξη, αλλά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2000. Ισχύει βέβαια ότι η Ελλάδα βρισκόταν σε μια μεταβατική εποχή, όπως άλλωστε κι εγώ ο ίδιος, καθώς τότε ξεκινούσα ως ηθοποιός, μια εξέλιξη με καταλυτικές συνέπειες στην προσωπική μου ζωή και πορεία. Εν αναμονή του Millenium, επομένως, δεν άλλαζε μόνο το σύμπαν γύρω μου αλλά και μέσα μου», θα πει.
Κάποιες συγκρίσεις είναι, εντούτοις, αναπόφευκτες. Βρισκόμαστε πράγματι σε μια περίοδο αλλαγών και μεγάλων προσδοκιών· ο εκσυγχρονισμός είναι το νέο μάντρα, επικρατεί οικοδομικός και αναπτυξιακός οργασμός εν όψει και της Ολυμπιάδας, η Ελλάδα ετοιμάζεται να μπει στο ευρώ, οι τράπεζες έχουν αρχίσει να δανείζουν με τη σέσουλα, το «φτηνό» χρήμα και η παραοικονομία απογειώνουν την κατανάλωση, η Αθήνα θα διαθέτει σύντομα περισσότερες μπουτίκ πολυτελείας από τη Ζυρίχη.
«Ήδη από την επίθεση της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους το 2001 συνηθίσαμε να βλέπουμε στη μικρή οθόνη τρομοκρατικές επιθέσεις, ακόμα και πολέμους σε απευθείας μετάδοση –χωρίς όμως να μας δείχνουν και τους σκοτωμένους–, και το συνηθίσαμε αυτό λες και παρακολουθούμε βιντεοπαιχνίδια».
Όλο αυτό το οικονομικό «θαύμα» –που θα χρυσοπληρώναμε αργότερα– στηρίζεται στη «μαύρη», σε μεγάλο βαθμό, εργασία των εκατοντάδων χιλιάδων οικονομικών μεταναστών από τα Βαλκάνια κυρίως, που για ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας είναι ταυτόχρονα ανεπιθύμητοι γιατί «κλέβουν τις δουλειές», «αλλοιώνουν τον πολιτισμό μας» και ενισχύουν την εγκληματικότητα. Το ότι η παρανομία και οι διακρίσεις είναι που θρέφουν καταρχάς την εγκληματικότητα είναι μια «άβολη» αλήθεια που ο μέσος Έλληνας παραβλέπει.
Μέσα, βέβαια, στους τόσους νεοφερμένους από κοινωνίες σε κατάρρευση μετά την πτώση του «υπαρκτού», επόμενο είναι να βρεθούν και κάποια κακοποιά στοιχεία. Οι προκαταλήψεις, στις οποίες επενδύει επιμελώς το δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος (το οποίο και θα εισπράξει τα «οφέλη» μια δεκαετία αργότερα, με την εκλογική εκτόξευση του ΛΑΟΣ αρχικά και της Χρυσής Αυγής στη συνέχεια), συν η δράση κάποιων σκληρών ποινικών, ενισχύουν την ξενοφοβία και τον ρατσισμό.
Μαζί με τις δύο λεωφορειοπειρατείες του 1999 από τους αλβανικής καταγωγής Φλαμούρ Πίσλι (στον οποίο βασίστηκε ο κινηματογραφικός «Όμηρος» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη) και Αρμπέν Σούφα, που είχαν πέσει, όπως δήλωναν, ο ένας θύμα εργασιακής εκμετάλλευσης και ο άλλος αστυνομικής βίας, η υπόθεση ομηρίας στις 23/9/1998, της οποίας κεντρικό πρόσωπο ήταν ο Ελληνορουμάνος Σορίν Ματέι, ένας παράνομος με πλούσιο ποινικό μητρώο και μυθιστορηματικές αποδράσεις, «σημάδεψε» το κλείσιμο του 20ού αιώνα. Η υπόθεση αυτή, από κακούς χειρισμούς των αρχών, είχε ως αποτέλεσμα μια σοβαρά τραυματισμένη όμηρο, την 25χρονη Αμαλία Γκινάκη, δίπλα στην οποία έσκασε η χειροβομβίδα που κρατούσε ο απαγωγέας κατά την έφοδο (και η οποία θα έσβηνε δύο βδομάδες αργότερα στον Ερυθρό Σταυρό), δύο σοβαρά τραυματισμένους αστυνομικούς και τον ίδιο να ξεψυχά τρεις μέρες μετά υπό αδιευκρίνιστες(;) συνθήκες στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού, όπου εν τέλει οδηγήθηκε, όντας επίσης τραυματισμένος.
Οι άλλοι τρεις όμηροι, η μητέρα, ο αδελφός και ο αρραβωνιαστικός της αδικοχαμένης γυναίκας, που βρίσκονταν όλοι μαζί στο μοιραίο διαμέρισμα της οδού Νιόβης στα Πατήσια, διασώθηκαν μεν, αλλά η ζωή τους ποτέ δεν θα ήταν πια η ίδια. Ο ίδιος ο δράστης, πάντως, τους διαβεβαίωνε όλους –κάτι που κάνει και ο πρωταγωνιστής της ταινίας– ότι δεν σκόπευε να τους πειράξει, ήθελε μόνο οι «μπάτσοι» να ικανοποιήσουν τους όρους του και να τον αφήσουν να φύγει. Θα ήταν, άραγε, διαφορετική η εξέλιξη αν η αστυνομία το είχε χειριστεί πιο συνετά;
«Ήταν αναμφίβολα μια τραγική ιστορία και ναι, αληθεύει ότι τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και οι απαρχές της δεκαετίας των ’00s ήταν μια ταραγμένη εποχή, φορτισμένη πολιτικά και όχι μόνο. Δεν ήταν, έπειτα, μόνο η αντιπαράθεση με το σκληρό έγκλημα. Υπόψη ότι δύο χρόνια μετά την υποτιθέμενη ιστορία που διαδραματίζεται στην ταινία, η Ασφάλεια καταφέρνει με τη συνδρομή ξένων πρακτόρων να εξαρθρώσει –με ή χωρίς ερωτηματικά– την οργάνωση 17 Νοέμβρη. Οι αρχές είχαν αποφασίσει εν όψει Ολυμπιακών –γιατί διεκδικήσαμε και την Ολυμπιάδα του 2000, που τελικά πήρε η Ατλάντα– να πατάξουν πάση θυσία την παραβατικότητα ή έστω να την “κρύψουν” κάτω από το χαλί, είτε επρόκειτο για τρομοκράτες, είτε για κοινούς κακοποιούς, είτε ακόμα και για πταίσματα όπως η επαιτεία (σ.σ. η τελευταία αποποινικοποιήθηκε το 2018).
Θα θυμάσαι κιόλας ότι παραμονές του 2004, της “δικής μας” Ολυμπιάδας, εξαφανίστηκαν από τους αθηναϊκούς δρόμους οι επαίτες, οι άστεγοι, οι χρήστες ουσιών, μέχρι και τα αδέσποτα! Το μεγάλο γεγονός εν αναμονή, που στιγματίζει την εποχή στην οποία αναφέρεται η “Τελευταία Κλήση”, είναι, πιστεύω, ακριβώς η Ολυμπιάδα του 2004. Με την Ελλάδα να περιμένει να μπει με την ανατολή του 21ου αιώνα στο ευρώ, υπάρχει ένα διάχυτο κλίμα ευωχίας και αισιοδοξίας στην κοινωνία, ότι περνάμε σούπερ και ότι τα καλύτερα είναι μπροστά, η κατανάλωση αυξάνεται γεωμετρικά, τα κλαμπ και τα ελληνάδικα είναι στο φόρτε τους – λίγο νωρίτερα, λίγο προτού μπω στην ηθοποιία δηλαδή, έπαιζα κι εγώ ως DJ σε ελληνάδικο!».
Ο Ερρίκος Λίτσης υποδύεται τον αρχηγό της αστυνομίας Παπαδέα, ο οποίος, παρότι δευτερεύων ρόλος, είναι κομβικός: εκείνος συντονίζει την επιχείρηση και δίνει το σύνθημα για την έφοδο στο διαμέρισμα όπου έχει καταφύγει ο Ράντου και με την απειλή μιας απασφαλισμένης χειροβομβίδας κρατά τέσσερις ομήρους, μετά την αποτυχημένη απόπειρα της αστυνομίας να τον συλλάβει σε άλλο διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας. Έχουν προηγηθεί κι άλλες αποτυχίες, όπως είχε συμβεί και στην πραγματική ιστορία, είναι επομένως ζήτημα τιμής του ίδιου και της αστυνομίας να «καθαρίσει».
«Ο Παπαδέας βλέπει την αντιπαράθεση με τον κακοποιό με όρους προσωπικής βεντέτας και αυτό θολώνει την κρίση του. Οι ιθύνοντες της αστυνομίας έχουν λειτουργήσει έτσι και σε άλλες περιστάσεις, οι οποίες επίσης δεν είχαν καλή κατάληξη, κάτι που με τα μυαλά που εξακολουθούν κάποιοι να κουβαλάνε θα ξανασυμβεί, φοβάμαι. Διότι δεν μπορείς ως εκπρόσωπος του νόμου να βάζεις μπροστά το προσωπικό σου άχτι, ούτε να ενεργείς με λογικές αντίπαλης συμμορίας. Λογικές οι οποίες, σε συνδυασμό με την “ξεροκεφαλιά” του και κάποιους άλλους παράγοντες, που πιθανόν να λειτούργησαν προβοκατόρικα σε βάρος του, δεν θα βγουν σε καλό. Μια χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας, μάλιστα, είναι αυτή που ο αρχηγός, δηλαδή εγώ, βάζει χέρι στους υφισταμένους του για να μην τους ξεφύγει πάλι ο κακοποιός, όπως κι εκείνη της σιωπής του μετά τη συνομιλία του με τον υπουργό και ενώ ετοιμάζεται για την έφοδο».
Του θυμίζω ότι σε παλιότερη συνέντευξή του στη LiFO έλεγε ότι «το θέμα είναι η φάτσα μου να μπορεί να αφηγηθεί μια ενδιαφέρουσα ιστορία». Πιστεύει ότι το κατάφερε; «Νομίζω πως ναι. Ήθελα άλλωστε πολύ να παίξω σε αυτή την ταινία, καθώς βρήκα το σενάριο εξαιρετικό, το διάβασα μονορούφι. Πάντοτε, έπειτα, επιδιώκω να παρουσιάζω μια διαφορετική φυσιογνωμία σε κάθε ταινία, να είμαι μεν εγώ αλλά ταυτόχρονα και κάτι άλλο. Και αν κάτι μου έμεινε από τη δουλειά αυτή είναι η άψογη συνεργασία μου με τον σκηνοθέτη και τους υπόλοιπους συντελεστές της ταινίας. Νομίζω ότι και οι ηθοποιοί, ο Ορφέας Αυγουστίδης, η Μαρία Ναυπλιώτου, ο Γιώργος Μπένος, ο Δημήτρης Λάλος, η Ρένια Λουιζίδου και όλοι όσοι παίζουμε δώσαμε τον καλύτερο εαυτό μας».
Ζήτημα τιμής ήταν και για τον τότε αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ., αντιστράτηγο Αθανάσιο Βασιλόπουλο, η σύλληψη του Ματέι τον Σεπτέμβριο 1998. Είχε τόσο παθιαστεί με αυτό ώστε, όπως και ο κινηματογραφικός Παπαδέας, δεν ζύγισε σωστά την κατάσταση. Βασισμένος σε μια αμφίβολης αξιοπιστίας μαρτυρία, ο Βασιλόπουλος θεώρησε τη χειροβομβίδα ψεύτικη, όμως αποδείχθηκε αρκετά αληθινή για να σκοτώσει τη νεαρή όμηρο, να τραυματίσει σοβαρά δύο αξιωματικούς της αστυνομίας και ελαφρύτερα τον ίδιο κι έναν ακόμα ένστολο κατά την έφοδο που διέταξε (αναλαμβάνοντας αργότερα τις ευθύνες του, θα υποβάλει την παραίτησή του).
Υπάρχουν, βέβαια, κι άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία στην ταινία, όπως τα διαπλεκόμενα συμφέροντα ΜΜΕ και εξουσίας, η «κατευθυνόμενη» δημοσιογραφία αλλά και αυτή που πρώτο της μέλημα είναι το πώς θα «εκτοξευτεί» η τηλεθέαση με την κατάλληλη υποβλητική μουσική κ.λπ. Βλέπουμε επίσης τον δημοσιογράφο σε ρόλο διάμεσου, κριτή, δημόσιου κατήγορου και διαπραγματευτή ταυτόχρονα. Και αν ο Ράντου, ένας παράνομος που παρουσιάζεται σκληρός μεν αλλά ταυτόχρονα ευάλωτος, ακόμα και ανθρώπινος, επιλέγει στην ταινία να μιλήσει όχι στον «σούπερ σταρ» του καναλιού αλλά σε έναν «υποσχόμενο» νέο δημοσιογράφο, στην πραγματική ιστορία ο ήδη τότε γνωστός Νίκος Ευαγγελάτος είναι που θα βρίσκεται επί τέσσερις ολόκληρες ώρες σε ζωντανή μετάδοση με τον Ματέι μέχρι την αστυνομική έφοδο, που και αυτή μεταδόθηκε σχεδόν live.
Οι δημοσιογράφοι-σούπερ σταρ με ισχύ, με ανοιχτούς διαύλους με την εξουσία, με πολλαπλές ιδιότητες και ρόλους, βρίσκονταν στο απόγειο της ακμής τους λίγο πριν από την «έκρηξη» του ίντερνετ και των social media, τα οποία αποτελούν πλέον την κύρια πηγή πληροφόρησης (μαζί και παραπληροφόρησης), ειδικά σε χώρες στις οποίες καταγράφεται χαμηλό επίπεδο αξιοπιστίας στα ΜΜΕ (η Ελλάδα εμφανίζεται ουραγός στην Ε.Ε. και Νο 89 στον κόσμο στην τελευταία κατάταξη των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα για την ελευθερία του Τύπου ενώ, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Reuters του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, μόλις ένα 23% εμπιστεύεται την καθημερινή ειδησεογραφία).
Με δεδομένες κιόλας τις πολλαπλασιασμένες χάρη στον ψηφιακό «θάλαμο αντήχησης» αντιδράσεις, εύκολα φαντάζεται κανείς τι χαμός θα γινόταν αν τα social media είχαν ήδη τότε εφευρεθεί και πώς αυτός ο χαμός θα επηρέαζε ακόμα και τον απαγωγέα. Στην ταινία, όπως άλλωστε συνέβη και στην πραγματική ιστορία, βλέπουμε πολίτες καθηλωμένους στις τηλεοπτικές οθόνες τους σε σπίτια, καφέ κ.λπ. να παρακολουθούν με κομμένη ανάσα τις εξελίξεις, κάτι που και σήμερα θα συνέβαινε, με τη διαφορά ότι τη μερίδα του λέοντος θα είχαν οι οθόνες των smartphones, όπου θα έβλεπες παθιασμένες αναρτήσεις, σχόλια, παραινέσεις, «αποκαλύψεις», ύβρεις και ό,τι άλλο θες, όπως συμφωνούμε.
«Μπαίνω κι εγώ στα social, αλλά για πράγματα που αφορούν κυρίως τη δουλειά μου. Με την τηλεόραση, πάλι, ποτέ δεν ήμουν πολύ φίλος, απέφυγα μάλιστα να δω έστω ένα πλάνο αρχείου από εκείνη τη συνομιλία Ευαγγελάτου - Ματέι, έμεινα σε όσα διάβασα στις εφημερίδες. Από τον Τύπο και το ραδιόφωνο εξακολουθώ να ενημερώνομαι γιατί τουλάχιστον σε αυτά υπάρχει κάποιος έλεγχος, στα social πλέον επικρατεί χάος», θα πει. «Γεγονός πάντως είναι ότι ήδη από την επίθεση της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους το 2001 συνηθίσαμε να βλέπουμε στη μικρή οθόνη τρομοκρατικές επιθέσεις, ακόμα και πολέμους σε απευθείας μετάδοση –χωρίς όμως να μας δείχνουν και τους σκοτωμένους–, και το συνηθίσαμε αυτό λες και παρακολουθούμε βιντεοπαιχνίδια. Αυτό συμβαίνει και τώρα με τον πόλεμο στο Ιράν, τρώμε ποπκόρν στον καναπέ μας και βλέπουμε τους μεν να ρίχνουν πυραύλους στους δε, κτίρια να καταρρέουν, ολόκληρες πόλεις να καταστρέφονται, τον ένα να δηλώνει “θα ισοπεδώσουμε την Τεχεράνη”, τον άλλο “θα ισοπεδώσουμε το Τελ Αβίβ” κι αντί να αντιδρούμε, βυθιζόμαστε όλο και περισσότερο στην απάθεια. Ή, αν αντιδράσουμε, το κάνουμε με ποδοσφαιρική λογική, λέγοντας “καλά τους κάνουν”, ανάλογα με την “ομάδα” που υποστηρίζουμε, είμαστε δε διαρκώς έτοιμοι να πλακωθούμε με τους αντίπαλους “οπαδούς”. Υπό από αυτό το πρίσμα, η τηλεόραση των ’90s φαντάζει σήμερα πρωτόγονη».
Στην ταινία γίνεται επιπλέον αναφορά σε διασυνδέσεις του Ράντου με παρακρατικά κυκλώματα που τον «χρησιμοποίησαν» και ο ίδιος αποκαλύπτει ότι η χειροβομβίδα που κρατά προέρχεται από οργανωμένη κλοπή όπλων από στρατόπεδο στην οποία συμμετείχε ως τσιλιαδόρος – μια ιστορία που κανείς εμπλεκόμενος δεν θα ήθελε, βέβαια, να βγει στη φόρα αν ο απαγωγέας συλλαμβανόταν και «κελαηδούσε». Ο Ράντου αφήνει μεν υπόνοιες, αλλά δεν ανοίγει το στόμα του –ή δεν προλαβαίνει–, παρότι ο δημοσιογράφος του καναλιού τον πιέζει να το πράξει «για το καλό του». Η πραγματικότητα λέει ότι μεταξύ 1989-2002 καταγράφηκαν τουλάχιστον τέσσερα τέτοια «μυστηριώδη» περιστατικά σε στρατόπεδα της επικράτειας, με κάποια να αποδίδονται σε ένοπλες οργανώσεις.
Η Ζένικα Καψοκεφάλου, η μητέρα του Σορίν Ματέι, που εργαζόταν ως παιδαγωγός, είχε καταγγείλει ότι κάποιοι τον σκότωσαν «επίτηδες» στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού. «Σύμφωνα με τον εκεί γιατρό υπηρεσίας, Ιωάννη Κούτρα, η ποσότητα του κατασταλτικού φαρμάκου που είχε χορηγηθεί στον Ρουμάνο ήταν “για ελέφαντες”, ενώ η ύπτια στάση ταυτόχρονα με το δέσιμο ήταν λάθος. Προτού προλάβει να κάνει κάτι ο γιατρός, βρήκε νεκρό τον Ματέι στο κρεβάτι του, το βράδυ της 26ης Σεπτεμβρίου. Όπως ανέφερε ο ιατροδικαστής, Μάριος Μητσάκης, ο θάνατος του κακοποιού προήλθε από εισρόφηση γαστρικού υγρού, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη καταστολή», διαβάζω στη «Μηχανή του Χρόνου». Η Λία Νεσφυγέ, πάλι, σε ρεπορτάζ της στα «Νέα» στις 29/9/1998, αναφέρει: «Μέσα στην οδύνη της πάνω από τον φρεσκοσκαμμένο τάφο, η μητέρα ξεσπούσε κλαίγοντας: “Θα τα πω όλα. Θα πω εγώ ποιος σε σκότωσε. Θα τα πω εγώ γιατί σε σκότωσαν”. Στους λυγμούς ανέφερε για κάποιο μυστικό, κάτι ψέλλισε για τη χειροβομβίδα. “Εύχομαι να κρατηθώ για να βρεθεί η αλήθεια…”, είπε ακόμα καθώς συνόδευε το φέρετρο του γιου της. Πιο ψύχραιμη λίγο αργότερα, σε ερώτηση δημοσιογράφων για το αν πρόλαβε ο γιος της να της εκμυστηρευθεί κάποιο μυστικό, το οποίο ίσως κρύβεται πίσω από αυτήν την εφιαλτική ιστορία, απάντησε: “Είναι ένα μυστικό που το πήρε το παιδί μου μαζί του”». Ωστόσο ούτε η ίδια ούτε κανείς άλλος θα δώσει συνέχεια σε αυτό και, αν πράγματι υπήρχε κάποιο «μυστικό», το πιθανότερο είναι ότι δεν θα το μάθουμε ποτέ.
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΛΗΣΗ - trailer