Σ’ έναν κεντρικό δρόμο του Βουκουρεστίου στεκόταν αυτός ο ανθρωπάκος, προσπαθούσε να πουλήσει κάτι ψευτοπράματα, κάτι παπάκια σε κρατική λοταρία. Πέρασα από κει πολλές φορές στη διάρκεια της μέρας, στεκόταν πάντα εκεί, στην εσοχή της πόρτας, για να προστατεύεται από τον παγωμένο αέρα και το χιόνι που έπεφτε.

 

Μετρούσα τα παπάκια στον πάγκο του, δεν πούλησε ούτε ένα. Δεν ξέρω τι περίμενε, τι έβλεπε. Πίσω του, η βιτρίνα με ένα δεντράκι και λίγα λαμπιόνια. Οι λιγοστοί περαστικοί περπατούσαν στο παγωμένο χιόνι, ψάχνοντας μάταια να βρουν τα στοιχειώδη τελευταία στιγμή. Δεν ακουγόταν τίποτα.

 

Είχα φτάσει παραμονή Χριστουγέννων του '86 στο Βουκουρέστι, μόνος, για να περάσω μια εβδομάδα μέχρι την Πρωτοχρονιά και να φωτογραφίσω. Έκανε απίστευτο κρύο, ήταν ο πιο κρύος χειμώνας εδώ και δεκαετίες, απ' ό,τι έλεγαν. Η πρώτη εντύπωση ήταν σοκαριστική, δεν υπήρχε θέρμανση πουθενά, σε κανέναν κλειστό χώρο στην πόλη, δεν υπήρχαν ούτε τρόφιμα.

 

Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτό που είδα στην ουρά ενός κρεοπωλείου: το κλειστό φορτηγό να φτάνει κάποια στιγμή, φασαρία αδημονίας στην τεράστια ουρά, ανοίγουν οι πόρτες και κάποιοι βγάζουν τα σφαγμένα ζώα, τους σκελετούς τους δηλαδή! Είχαν ξεκοκαλίσει τα ζώα αλλού, για τις εξαγωγές προφανώς, και τώρα έφερναν στον κοσμάκη που περίμενε με αγωνία τα κόκαλα για μια σούπα.

 

Έμενα σ' ένα άθλιο ξενοδοχείο –«Categoria II»‒, πλήρωνα με δολάρια, αλλά δεν είχε θέρμανση. Δεν πρέπει να είχε πάνω από 5 βαθμούς θερμοκρασία μέσα στο δωμάτιο, κοιμόμουν με τα ρούχα. Καταθλιπτικό περιβάλλον, η εγκατάλειψη σε έπνιγε. Και απέραντη μοναξιά βέβαια, το να ταξιδεύεις για να δεις τις ζωές των άλλων είναι έτσι κι αλλιώς πολύ μοναχικό πράγμα. Το να φωτογραφίζεις σημαίνει ότι είσαι μόνος.

 

Άνοιγα την τηλεόραση για παρέα κι έπεφτα κάθε βράδυ πάνω στην Έλενα Τσαουσέσκου να διαβάζει κάτι από ένα χαρτί. Στο διπλανό δωμάτιο, Βούλγαροι, εργοδηγοί ή κάτι παρόμοιο, μεθούσαν κάθε βράδυ, φώναζαν και κοπανούσαν τους τοίχους. Έξω, στους παγωμένους δρόμους, ένιωθα πολύ καλύτερα.

 

Το κρύο δεν με πείραζε, μου άρεσε, περπατούσα όλη μέρα. Έβγαινα από το ξενοδοχείο στις 7 το πρωί κι έπεφτα πάνω στις ουρές. Ο κόσμος ήταν στημένος από τη νύχτα και περίμενε. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτό που είδα στην ουρά ενός κρεοπωλείου: το κλειστό φορτηγό να φτάνει κάποια στιγμή, φασαρία αδημονίας στην τεράστια ουρά, ανοίγουν οι πόρτες και κάποιοι βγάζουν τα σφαγμένα ζώα, τους σκελετούς τους δηλαδή!

 

Είχαν ξεκοκαλίσει τα ζώα αλλού, για τις εξαγωγές προφανώς, και τώρα έφερναν στον κοσμάκη που περίμενε με αγωνία τα κόκαλα για μια σούπα... Σκούρα καφετιά κόκαλα. Αλλού ουρές για δύο αυγά ή για ένα τόσο δα κομματάκι βούτυρο. Και ο κόσμος περίμενε, περίμενε τσακισμένος μέσα στο χιόνι. Κι όταν καθένας έφτανε πρώτος στην ουρά ήταν περίπου ευγνώμων γι’ αυτό που του έδιναν...

 

Η ουρά είχε και «παιδευτικό» χαρακτήρα. Έβλεπα τους αξιωματούχους του καθεστώτος να περπατάνε στους χιονισμένους δρόμους, φορώντας τα μακριά δερμάτινα παλτά τους, και τον κόσμο να φεύγει δεξιά-αριστερά στο πέρασμά τους, να εξαφανίζεται. Έβλεπα μικρά παιδιά ξυπόλυτα, τσιγγανόπουλα, να καθαρίζουν το χιόνι από τους δρόμους και λίγο πριν σκοτεινιάσει τον ομαδάρχη να τους πετάει ένα ψωμί.

 

Έμενα σ' ένα άθλιο ξενοδοχείο –«Categoria II»‒, πλήρωνα με δολάρια, αλλά δεν είχε θέρμανση.
Έμενα σ' ένα άθλιο ξενοδοχείο –«Categoria II»‒, πλήρωνα με δολάρια, αλλά δεν είχε θέρμανση.

 

Είδα ολόκληρες γειτονιές να έχουν γίνει μπάζα για να χτιστεί το παλάτι του λαομίσητου ζεύγους και τις πολυτελείς κατοικίες των δικών του ανθρώπων να θεμελιώνονται γύρω του. Θυμάμαι την αφόρητη μυρωδιά των σωμάτων μέσα στο μετρό, γιατί το ζεστό νερό στα σπίτια ερχόταν για μια ώρα μόνο, τη νύχτα.

 

Θυμάμαι, μου είχε κάνει εντύπωση το πόσο διαφορετικοί ήσαν οι άντρες από τις γυναίκες απέναντι σε αυτό που περνούσαν: οι άντρες ήσαν σαν να φορούσαν μια μάσκα, στα πρόσωπα των γυναικών όμως διάβαζες τα πάντα.

 

Θυμάμαι κι εκείνο το βράδυ της Πρωτοχρονιάς. Στις κεντρικές λεωφόρους της πόλης πάντα η ίδια καταθλιπτική νέκρα. Δεν γινόταν τίποτα, δεν είχε γιορτές και τέτοια, ούτε φώτα, μέσα στο σκοτάδι ήμασταν ‒ στο Βουκουρέστι ήταν μονίμως στο σκοτάδι, γιατί υπήρχε αυτή η ψύχωση με την εξοικονόμηση ενέργειας. Άκουγες μόνο πνιγμένες φωνές εδώ και κει.

 

Κάποιοι τα είχαν πιει, μόνοι τους, και τώρα έβγαιναν έξω, καθώς πλησίαζαν τα μεσάνυχτα που θ’ άλλαζε ο χρόνος. Σε ένα σημείο είδα νεαρούς με κρεμασμένα παγοπέδιλα στον ώμο. Τους ακολούθησα μέχρι το πάρκο. Εκεί, σ’ ένα ξέφωτο, ένα μεγάλο παγωμένο επίπεδο άνοιγμα, κόσμος αρκετός έκανε πατινάζ. Θόρυβος από τις λάμες στον πάγο, μόνο αυτό ακουγόταν.

 

Δεν υπήρχαν φώτα τριγύρω. Ερχόταν όμως ένα παράξενο θαμπό φως από ψηλά, από τον ουρανό, και αγκάλιαζε τους ανθρώπους στον πάγο, είχε κάτι το απόκοσμο όλο αυτό. Αρκετό φως, σαν να ξημέρωνε, και ήταν ακόμα δώδεκα.

 

____________________

Ο Κωνσταντίνος Πίττας είναι φωτογράφος. Το τελευταίο του λεύκωμα «Εικόνες μιας άλλης Ευρώπης» κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες