Το Ξυλόκαστρο απέχει από τη Σαλαμίνα μία ωρίτσα, αποτελώντας έτσι για τους Κουλουριώτες έναν πολύ προσιτό προορισμό για ημερήσια εκδρομή. Θυμάμαι να έχω πρωτοπάει με το σχολείο, στη συνέχεια κατά καιρούς για κυριακάτικη οικογενειακή απόδραση και αργότερα να φτάνω εκεί με τρένο, έχοντας ως τελικό προορισμό τα Τρίκαλα Κορινθίας.
Με τα χρόνια το ξεχάσαμε, μέχρι που, καθώς επιστρέφαμε από Κυπαρισσία, μια ξεγυρισμένη καταιγίδα στην Πάτρα άλλαξε τα σχέδιά μας για μια στάση για καφέ στην αχαϊκή πρωτεύουσα. Δεν θέλαμε επ’ ουδενί να γυρίσουμε κατευθείαν σπίτι –δεν έχουμε χειρότερο από το να «κόβεται» απότομα μια εκδρομή–, οπότε σταματήσαμε στο Ξυλόκαστρο, όπου ο καιρός είχε ησυχάσει.
Η ατμόσφαιρα της πόλης μάς γοήτευσε και πάτησε το κουμπί που ενεργοποιεί αναμνήσεις από εποχές περασμένες ανεπιστρεπτί, γιατί το Ξυλόκαστρο έχει καταφέρει να εξελιχθεί διατηρώντας μια παλιομοδίτικη αύρα που πολύ εκτιμάμε, εξού και φροντίσαμε να επανέλθουμε στην πόλη και να της αφιερώσουμε τον χρόνο που της αξίζει.
H καρδιά του Ξυλοκάστρου είναι στον παραλιακό δρόμο, το σημείο συνάντησης ντόπιων και ξένων για περπάτημα και κουβέντα. Ό,τι τραβάει η όρεξή σας θα το βρείτε εδώ: καφενεία και café, ταβέρνες, εστιατόρια και ουζερί σάς περιμένουν να χαλαρώσετε και να ξεχαστείτε δίπλα στη θάλασσα, αγναντεύοντας τον Κορινθιακό.
Πρώτη ημέρα
Σε έναν ξύλινο στρατώνα, που επόπτευε την ευρύτερη περιοχή τον καιρό της Ενετοκρατίας, χρωστάει το όνομά του το Ξυλόκαστρο, που τον 18ο αιώνα λεγόταν Οξώκαμπος, όνομα που υποθέτω ότι δεν θεωρούνταν εξαιρετικό.
Ένα μεγάλο πευκοδάσος δίπλα στη θάλασσα, λίγα σπίτια και κάμποσες αποθήκες ήταν ό,τι υπήρχε εκεί πριν από την Επανάσταση, καθώς το Ξυλόκαστρο ουσιαστικά ήταν το επίνειο των Τρικάλων Κορινθίας.
Για τα μάτια της κορινθιακής σταφίδας, που υπήρξε το Nο1 εξαγώγιμο ελληνικό προϊόν, το δάσος έδωσε τη θέση του σε αμπέλια, η σοδειά των οποίων έφευγε για την Αγγλία μέσω Πατρών, συνεισφέροντας στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης.
Ένα μικρό κομμάτι πευκοδάσους μπόρεσε μόνο να σωθεί, καθώς φύεται σε ακατάλληλο για καλλιέργεια αμμώδες έδαφος: ο Πευκιάς ή «πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας» κατά τον Κώστα Καρυωτάκη.
Αρχές του 20ού αιώνα η «Ανθούπολη», όπως την αποκαλούσαν λόγω του πλήθους των λουλουδιών της, γεμίζει παραθεριστές και μετατρέπεται σε κοσμοπολίτικη λουτρόπολη: βασιλείς, πολιτικοί, ηθοποιοί, αλλά και οι πρώτοι γυμνιστές κάνουν την εμφάνισή τους.
Το 1908, ο Άγγελος Σικελιανός με τη βαθύπλουτη Αμερικανίδα σύζυγό του, Εύα Πάλμερ, εκδράμουν στη Συκιά Κορινθίας, δίπλα στο Ξυλόκαστρο, και ο ποιητής μαγεύεται από την ομορφιά του Πευκιά και της θάλασσας.
Αγοράζουν μια μεγάλη έκταση στα όρια του δάσους και μέχρι το 1916 ολοκληρώνουν την κατασκευή μιας εντυπωσιακής κατοικίας, σε σχέδια του ίδιου του ποιητή, που εμπνέεται από την αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο και τη Βενετία.
Μέχρι το 1930 η βίλα θα φιλοξενήσει το ζευγάρι με τον μοναχογιό του, Γλαύκο, αλλά και σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Δημήτρης Μητρόπουλος και ο Νίκος Καζαντζάκης. Πλέον, το κτίριο αποτελεί τμήμα μεγάλου ξενοδοχειακού συγκροτήματος.
Ο σημερινός επισκέπτης δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει όσα ενέπνευσαν τους θεράποντες της τέχνης κατά το παρελθόν: το προστατευόμενο αισθητικό δάσος του Πευκιά, με 83 διαφορετικά είδη φυτών, πεζοπορικά μονοπάτια και μια πεντακάθαρη βοτσαλωτή παραλία κατά μήκος του είναι ένα αριστούργημα.
Ενδιαφέρον έχει και ο Άγιος Βλάσιος (1910), η μητρόπολη του Ξυλοκάστρου, που παραπέμπει αρχιτεκτονικά σε εκείνη των Αθηνών. Φροντίστε να μπείτε μέσα, ακόμα κι αν δεν θρησκεύεστε: το μαρμάρινο τέμπλο σχεδίασε ο ακαδημαϊκός Αναστάσιος Ορλάνδος και φιλοτέχνησε ο διακεκριμένος γλύπτης Νικόλαος Περαντινός, ενώ η εξαιρετική αγιογράφηση είναι έργο του σημαντικού εικαστικού Σπύρου Βασιλείου, σε συνεργασία με τον Αγήνορα Αστεριάδη. Αξιόλογες είναι και οι φορητές εικόνες του τέμπλου, ανάμεσά τους και μία του Φώτη Κόντογλου.
Ιστορικός είναι και ο ναός του Άγιου Γεράσιμου του Νοταρά, που σύμφωνα με τη μαρμάρινη επιγραφή στην είσοδο χτίστηκε το 1622, ενώ ανακαινίστηκε το 1954 από τον ιερομόναχο Νίκωνα.
Ο πολιούχος της Κεφαλονιάς ήταν μέλος της οικογένειας Νοταρά, μιας εξέχουσας, αρχοντικής οικογένειας με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη και συμμετοχή στην Επανάσταση. Οι εικόνες του τέμπλου είναι έργα του Φώτη Κόντογλου και στο προαύλιο του ναού με τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, σε μια εσοχή, φυλάσσονται τα οστά των Νοταράδων.
Η καρδιά του Ξυλοκάστρου όμως χτυπά είναι στον παραλιακό δρόμο, το σημείο συνάντησης ντόπιων και ξένων για περπάτημα και κουβέντα. Ό,τι τραβάει η όρεξή σας θα το βρείτε εδώ: καφενεία και café, ταβέρνες, εστιατόρια και ουζερί σάς περιμένουν να χαλαρώσετε και να ξεχαστείτε δίπλα στη θάλασσα, αγναντεύοντας τον Κορινθιακό. Σκέφτεστε τίποτα καλύτερο;
Δεύτερη ημέρα
Η Ελλάδα έχει τόσους αρχαιολογικούς χώρους, που ακόμα και όσοι επιδιώκουμε να τους επισκεπτόμαστε, είναι αδύνατον να τους γνωρίζουμε όλους. Την ύπαρξη της Αρχαίας Σικυώνας την αγνοούσαμε εντελώς και ακούσαμε γι’ αυτήν τυχαία, σε μια εκδήλωση στο Ξυλόκαστρο.
Αφού πάρετε το πρωινό σας, οδηγήστε για περίπου είκοσι χιλιόμετρα με κατεύθυνση προς το Κιάτο, για να φτάσετε σε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της βόρειας Πελοποννήσου στην αρχαιότητα, διασχίζοντας δρόμους ανάμεσα σε κτήματα γεμάτα βερικοκιές – που δοκίμασαν την αυτοσυγκράτησή μας, αφού ήταν φορτωμένες λαχταριστά βερίκοκα.
Η μοσχοβολιστή διαδρομή ήταν μόνο η αρχή. Αφού φτάσαμε στον προορισμό μας, αφήσαμε το αυτοκίνητο σε ένα απολύτως άδειο πάρκινγκ και βγήκαμε κοιτάζοντας έκπληκτοι γύρω μας, προσπαθώντας να προσανατολιστούμε στον τεράστιο αρχαιολογικό χώρο, που εκτείνεται σε ένα οροπέδιο και «βλέπει» στον Κορινθιακό Κόλπο.
Μια ευγενική φύλακας βγήκε από το μουσείο για να μας κατευθύνει – ναι, υπάρχει και μουσείο και μάλιστα από το 1935! Αφού μας έδωσε κάποιες πρώτες πληροφορίες, μας παρότρυνε να μιλήσουμε και στους φίλους μας για την Αρχαία Σικυώνα, γιατί τη γνωρίζουν ελάχιστοι.
Ας πούμε λοιπόν τα βασικά. Η Σικυώνα, η οποία πήρε μέρος και στον Τρωικό Πόλεμο, γνώρισε μεγάλη ακμή κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Η Σχολή της Σικυώνας, μάλιστα, που άκμασε κυρίως από τον 5ο έως τον 4ο αιώνα π.Χ., ήταν μία από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές σχολές της αρχαίας Ελλάδας – ο γλύπτης Λύσιππος και ο ζωγράφος Απελλής, οι ευνοούμενοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ήταν «παιδιά» της.
Η δύναμη της πόλης ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του επισκέπτη, με το λαξευμένο σε ένα φυσικό κοίλωμα στις υπώρειες της ελληνιστικής ακρόπολης αρχαίο θέατρο (τέλη του 4ου αι. π.Χ.) να κλέβει τις εντυπώσεις.
Το θέατρο, που θεωρείται από τα μεγαλύτερα της Πελοποννήσου, διαθέτει δύο θολωτές διόδους για την είσοδο των θεατών στα άκρα του κοίλου, που αποτελούν μοναδικά δείγματα ελληνιστικής αρχιτεκτονικής και αξίζει τον κόπο να τα δείτε από κοντά.
Το Γυμνάσιο (Παλαίστρα) χρονολογείται στην ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή και απλώνεται σε δύο επίπεδα, ενώ ορατό είναι και το Στάδιο της πόλης, παρότι δεν έχει ακόμα αποκαλυφθεί. Στην αρχαία αγορά έχει ανασκαφεί και ένας αρχαϊκός ναός, που μεταλλάχθηκε σε παλαιοχριστιανική Βασιλική.
Το Βουλευτήριο της Αρχαίας Σικυώνας οι Ρωμαίοι το μετέτρεψαν σε δημόσια λουτρά (Θέρμες) και σήμερα τμήμα τους στεγάζει ένα από τα πιο εντυπωσιακά, ως προς την όψη, αρχαιολογικά μουσεία, που στις τρεις αίθουσές του και στο αίθριο φιλοξενεί ευρήματα από τη Σικυώνα και τη γύρω περιοχή, από τη μυκηναϊκή έως και την παλαιοχριστιανική περίοδο.
Γλυπτά, αγάλματα και επιτύμβιες στήλες μαρτυρούν τη μεγάλη καλλιτεχνική παράδοση της πόλης, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα νομίσματά της, που δείχνουν την οικονομική της ανάπτυξη και τις εμπορικές της σχέσεις.
Υποθέτω ότι έπειτα από όλη αυτήν την περιήγηση έχετε μάλλον ξεθεωθεί, οπότε χρειάζεστε τον απαραίτητο ανεφοδιασμό για να ανακτήσετε δυνάμεις. Αν αγαπάτε την αυθεντική γουρουνοπούλα, τότε θα αγαπήσετε και την ταβέρνα «Αγιάννης», πάνω στην παλιά Εθνική Οδό, λίγο έξω από το Κιάτο. Κι αυτή είναι μια πληροφορία που αξίζει κανείς να μοιραστεί – αν και υποψιάζομαι πως τον Αγιάννη τον γνωρίζουν περισσότεροι. Δεν κρίνω. Όλα χρειάζονται.