ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ μεταφερόμαστε στην Αρτεμισία, ένα μικρό ορεινό χωριό της Μεσσηνίας, το οποίο βρίσκεται περίπου στη μέση του επαρχιακού δρόμου Καλαμάτας-Σπάρτης που διασχίζει τον Ταΰγετο.
Για πολλούς πρόκειται για την ομορφότερη ορεινή διαδρομή της Πελοποννήσου. Ο παλιός επαρχιακός δρόμος, λοιπόν, που ενώνει τις δύο νοτιότερες πρωτεύουσες της ηπειρωτικής Ελλάδας, σκαρφαλώνει τον Ταΰγετο και μας φέρνει σε επαφή με το πανέμορφο βουνό, με υψόμετρο που φτάνει ως και τα 1.300 μ., μέσω μιας φιδωτής διαδρομής που αποτελεί από μόνη της ένα αξιοθέατο. Ο δρόμος μάς οδηγεί σε καταπράσινες πλαγιές, με μοναδική θέα σε φαράγγια, και περνά μέσα από πολλά γραφικά χωριουδάκια, ενώ το πιο εντυπωσιακό του κομμάτι είναι τα τούνελ που είναι σκαμμένα μέσα στα βράχια.
«Για μένα ο άνθρωπος πρέπει, πάνω απ’ όλα, να είναι κοντά στη φύση. Με αυτόν τον τρόπο είμαστε πιο υγιείς και σωματικά, αλλά και ψυχικά».
Ένα από αυτά τα χωριουδάκια είναι και η Αρτεμισία, το χωριό του πατέρα του Μιχάλη, όπου ως παιδί περνούσε τα καλοκαίρια του παρέα με τη γιαγιά. Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Καλαμάτα, ο Μιχάλης πάντα είχε όνειρο να ζήσει στο χωριό του κάποια στιγμή και εν τέλει, σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής του, το επιχείρησε, έκανε το εμπόδιο ευκαιρία και από τότε ζει μια ζωή που τον γεμίζει. Παράλληλα, έδωσε μια ανάσα στην τοπική κοινότητα λειτουργώντας το μοναδικό καφενείο του χωριού, έναν πυλώνα κοινωνικοποίησης για κάθε τόπο στην Ελλάδα. Ακολουθεί η ιστορία του με τα δικά του λόγια.
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Καλαμάτα. Από μικρό παιδί περνούσα τα καλοκαίρια μου στο χωριό, στη γιαγιά, με τον αδερφό μου. Όσο μεγάλωνα, ανέβαινα στο χωριό και τα Σαββατοκύριακα, έστω και μόνος μου. Όταν τελείωσα το σχολείο ξεκίνησα δουλειά στην Καλαμάτα, οπότε έχασα λίγο την επαφή με το χωριό. Δούλεψα σε διάφορα επαγγέλματα, εργάτης γης, σερβιτόρος, οικοδομή.
Πάντα ήθελα να δοκιμάσω να επιβιώσω στο χωριό. Ήταν ένα όνειρο δικό μου, το οποίο πραγματοποίησα εν τέλει όταν δυσκολεύτηκα να γυρίσω στη δουλειά μου έπειτα από ένα ατύχημα που είχα εκτός εργασίας. Έτσι πήρα την απόφαση να το ψάξω, να δω τι θα μπορούσα να κάνω εδώ, να δοκιμάσω αυτό που πάντα ήθελα. Είπα “τώρα είναι η ευκαιρία”.
Εκείνο το διάστημα ήταν λίγο δύσκολη η κατάσταση. Κάποιοι φίλοι με καταλαβαίνανε, άλλοι είπαν πως δεν πάω καλά, τι θα κάνω εδώ πάνω και τα λοιπά.
Μόλις πήρα την απόφαση, ξεκίνησα αμέσως δουλειά στο χωριό, αρχικά στα κτήματα και έπειτα από λίγο καιρό στο ξενοδοχείο του χωριού. Έβλεπα όμως ότι στο χωριό κάτι έλειπε, και αυτό ήταν το καφενείο. Έτσι πήρα τη μεγάλη, για μένα, απόφαση να ανοίξω το καφενείο-παντοπωλείο του χωριού. Στην προσπάθειά μου αυτή στήριγμα από την πρώτη στιγμή υπήρξε η μητέρα μου, την οποία θεωρώ ηρωίδα.
Επέλεξα να ασχοληθώ με την εστίαση γιατί καταρχάς είναι κάτι που είχα ξανακάνει και γνώριζα σε έναν βαθμό. Δεν υπάρχουν άλλωστε πολλές ευκαιρίες στα μέρη μας για εύρεση εργασίας. Πρωταρχικός μου στόχος όταν μετακόμισα στο χωριό ήταν να ασχοληθώ με τη γη, αλλά μου έλειπαν οι απαιτούμενες υποδομές και γνώσεις.
Ακόμα βέβαια δεν έχω αφήσει πίσω μου τελείως αυτόν τον στόχο. Θα ήθελα κάποτε να ασχοληθώ με τα κτήματα του μακαρίτη του πατέρα μου. Και κάποια στιγμή να κάνω οικογένεια.
Η Αρτεμισία είναι το κεντρικό χωριό της Αλαγονίας, είναι πάνω στον κεντρικό άξονα που συνδέει όλα τα χωριά της περιοχής με την Καλαμάτα από τη μία πλευρά και με τη Σπάρτη από την άλλη. Είναι το χωριό με το πιο ομαλό έδαφος, σε σχέση με τα υπόλοιπα, και αν δεν κάνω λάθος και το πιο προσήλιο. Είναι ένα χωριό που μπορεί να στηρίξει νέες οικογένειες.
Τον χειμώνα μού αρέσει να περιποιούμαι τα κτήματα. Τα καλοκαίρια στα χωριά βάζουν κήπους, αλλά εγώ φέτος δεν θα ασχοληθώ γιατί κατάλαβα ότι δεν το έχω ακόμα. Κάθε εποχή εδώ είναι ιδανική για μικρές αποδράσεις, για να χαλαρώσεις και να ηρεμήσεις.
Τα θετικά είναι πως είσαι σε ένα μέρος που θα το χαρακτήριζα ως “Γη της Επαγγελίας”. Είναι ήσυχα, καθαρά και μπορείς να επιβιώσεις αυτόνομος. Τα αρνητικά είναι πως κάποια στιγμή σε κουράζουν λίγο τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα, αλλά αναφέρομαι κυρίως στη ρουτίνα του μαγαζιού, καθώς είμαι αναγκαστικά πιο περιορισμένος σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Ως προς τη δουλειά την ίδια, δεν έχω καταλήξει ακόμα αν είναι καλύτερα τώρα που είμαι από την πλευρά του εργοδότη. Αλλά σίγουρα είναι διαφορετικά σε σχέση με πριν.
Ναι, νιώθω δικαιωμένος από τώρα για την απόφασή μου. Είναι κάτι που δεν μπορείς να καταφέρεις εύκολα, ειδικά όταν ανοίγεις ένα καφενείο-παντοπωλείο σε έναν τέτοιο τόπο, που θα πρέπει να είναι όλη μέρα ανοιχτό γι' αυτούς τους δέκα σταθερούς πελάτες που περιμένουν να ανοίξεις για να πιουν τον καφέ τους, να φάνε και να ψωνίσουν.
Μου λείπουν αρκετά πράγματα ώρες ώρες, αλλά έχω βάλει έναν στόχο, να ζήσω στο χωριό αυτόνομα, και πρέπει να το προσπαθήσω.
Αν είχα τη δυνατότητα, θα έφτιαχνα δυο τρία βασικά πράγματα πρώτης ανάγκης, έτσι ώστε να παρακινήσω περισσότερο κόσμο να έρθει να μείνει μόνιμα στο χωριό και να είναι πιο εύκολο να βρει δουλειά.
Σε κάποιον που σκέφτεται να κάνει ένα παρόμοιο βήμα, θα έλεγα να φύγει “χθες”, όσο πιο γρήγορα μπορεί. Για μένα ο άνθρωπος πρέπει, πάνω απ’ όλα, να είναι κοντά στη φύση. Με αυτόν τον τρόπο είμαστε πιο υγιείς και σωματικά, αλλά και ψυχικά».
Στείλτε τις προτάσεις σας για τη στήλη «Γειτονιές της Ελλάδας» στο [email protected]