Το Λέτσε ήταν ένας από τους βασικούς σταθμούς ενός οδικού ταξιδιού που περιλάμβανε επίσης τη Νάπολη, καθώς και την ευρύτερη περιοχή της Απουλίας.
Κρίνοντας εξ ιδίων, η πόλη δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή στους Έλληνες ταξιδιώτες, παρότι απέχει οδικώς μισή ώρα από το Μπρίντιζι –το κοντινότερο στην Ελλάδα ιταλικό λιμάνι μέσω Ηγουμενίτσας– και λιγότερο από δύο ώρες από το Μπάρι.
Αν πιστέψουμε τον μύθο, το Λέτσε ιδρύθηκε γύρω στο 1.200 π.Χ. από έναν απόγονο του «δικού μας» βασιλιά Μίνωα. Η πόλη γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη με το όνομα Lupiae από τον 3ο αιώνα π.Χ. –κατά τη ρωμαϊκή περίοδο–, ενώ για αρκετούς αιώνες αποτέλεσε μέρος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Όταν στα μέσα του 11ου αιώνα οι Νορμανδοί κατέλαβαν μεγάλο μέρος της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας, δημιουργώντας το Νορμανδικό Βασίλειο της Σικελίας, εμφανίζεται για πρώτη φορά το όνομα Lece/Leccis, μετεξέλιξη του οποίου είναι το γνωστό μας Lecce (Λέτσε).
Αν και είθισται το Λέτσε να αποκαλείται «Φλωρεντία του Νότου», οπτικά δεν έχει καμία σχέση με την αναγεννησιακή πόλη των Μεδίκων.
Κατά τον 16ο αιώνα, την εποχή του Καρόλου Ε' των Αψβούργων, ενισχύθηκαν τα τείχη και κατασκευάστηκε το κάστρο για την προστασία της πόλης, την οποία ο αυτοκράτορας θεωρούσε ιδιαίτερα σημαντική.
Κατά τον 17ο αιώνα κυρίως αναπτύσσεται το μπαρόκ του Λέτσε, γνωστό και ως Barocco Leccese, ένα από τα πιο εντυπωσιακά και ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά ρεύματα της νότιας Ιταλίας, άμεσα συνδεδεμένο με μια περίοδο οικονομικής και καλλιτεχνικής άνθησης της πόλης.
Το μπαρόκ του Λέτσε ξεχωρίζει χάρη στο βασικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε, τη μαλακή και εύκολη στην επεξεργασία pietra Leccese, τη χρυσαφένια πέτρα που επέτρεψε στους ντόπιους τεχνίτες να δημιουργήσουν εξαιρετικά περίτεχνα σχέδια, γεμάτα γλυπτές μορφές, φυτικά μοτίβα, αγγέλους και συμβολικές παραστάσεις.
Αν και είθισται το Λέτσε να αποκαλείται «Φλωρεντία του Νότου», οπτικά δεν έχει καμία σχέση με την αναγεννησιακή πόλη των Μεδίκων. Με κτίρια που μοιάζουν «ζωντανά» – καθώς αρχιτεκτονική και γλυπτική δεν διαχωρίζονται αλλά συνυπάρχουν, δημιουργώντας ένα ενιαίο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα–, το Λέτσε είναι ένα μπαρόκ αριστούργημα μοναδικό.
Παρότι στις γειτονιές της πόλης θα συναντήσετε τόσο νεοκλασικά όσο και νεογοτθικά κτίρια, στο ιστορικό κέντρο, που κατά το παρελθόν περιβαλλόταν από τα τείχη του αυτοκράτορα, το Barocco Leccese μεγαλουργεί.
Κάντε τη θριαμβευτική σας είσοδο από την Porta Napoli (περίπου 1548-1550), την κύρια πύλη από την ανατολή που «κοιτάζει» τη Νάπολη –εξού και το όνομα–, η οποία χτίστηκε για να τιμήσει την είσοδο του Καρόλου Ε' στο Λέτσε.
Αποτελούμενη από τριπλή αψίδα, μία κεντρική με κορινθιακούς κίονες για τις άμαξες και δύο μικρότερες για τους πεζούς, η μπαρόκ πύλη είναι διακοσμημένη με γλυπτά, ανάγλυφα, σύμβολα της πόλης και της αυτοκρατορίας, ανάμεσά τους και το οικόσημο των Αψβούργων.
Η Porta Napoli θα σας οδηγήσει «καρφί» στην Piazza del Duomo, μία από τις πιο εντυπωσιακές πλατείες της Ιταλίας, κάτι που από μόνο του λέει πολλά. Το βράδυ η σχεδόν περίκλειστη piazza μοιάζει μαγική, καθώς ο φωτισμός «χαϊδεύει» τα ανάγλυφα κτίρια από χρυσαφί πέτρα.
Ο καθεδρικός Santa Maria Assunta κυριαρχεί στην πλατεία: ο ρομανικός ναός του 12ου αιώνα άρχισε να ανακατασκευάζεται το 1659, για να αποκτήσει την πληθωρική μπαρόκ του όψη, καθώς και δύο προσόψεις για να κάνει ακόμα μεγαλύτερη φιγούρα.
Το χρυσοποίκιλτο εσωτερικό του ναού έχει επίσης ενδιαφέρον, ιδιαίτερα η κρύπτη του 12ου αιώνα, ενώ το κωδωνοστάσιο με τα πέντε επίπεδα –που θυμίζουν παιχνίδι με κύβους– και τα εβδομήντα μέτρα ύψος όχι μόνο είναι περίοπτο αλλά «βλέπει» μέχρι την Αδριατική.
Το μπαρόκ υπερθέαμα συμπληρώνεται με τα υπόλοιπα κτίρια της πλατείας: το Παλάτι του Αρχιεπισκόπου (Palazzo Arcivescovile) και το Palazzo del Seminario –όπου στεγάζεται και το Επισκοπικό Μουσείο–, στην εσωτερική αυλή του οποίου θα δείτε ένα μοναδικό πηγάδι που μοιάζει με πλουμιστό καλάθι, έργο του Giuseppe Cino (1645-1722).
Η καρδιά του Λέτσε χτυπά σε μια άλλη πλατεία, που χρωστά το όνομά της στον πολιούχο της πόλης: την Piazza di Sant’Oronzo. Ο άγιος μπορεί να μην έχει δικό του ναό, το άγαλμά του όμως φιγουράρει πάνω σε έναν ρωμαϊκό κίονα ύψους 29 μέτρων.
Υποθέτω ότι ο άγιος δεν βαριέται ποτέ, μια και η πλατεία είναι πάντα γεμάτη κόσμο και συγκεντρώνει μια σειρά από ενδιαφέροντα κτίρια: τη βασιλική Santa Maria della Grazia, τον μικρό ναό San Marco και το Palazzo Carafa, ένα μοναστήρι του 16ου αιώνα που σήμερα στεγάζει τη δημοτική αρχή.
Αυτό ωστόσο που δικαιωματικά κλέβει την παράσταση είναι το ρωμαϊκό αμφιθέατρο, την ανακάλυψη του οποίου, το 1901, την οφείλουμε σε μια τράπεζα. Οι εργασίες για την ανέγερση μιας τράπεζας, λοιπόν, ήταν αυτές που έφεραν στο φως το «ελεύθερο» από άλλα κτίρια τμήμα του εξαιρετικά καλοδιατηρημένου αμφιθεάτρου, που υπολογίζεται ότι χωρούσε περίπου 12.000-14.000 θεατές και οικοδομήθηκε επί αυτοκρατορίας Αδριανού – ναι, του ουμανιστή που αγαπούσε τον ελληνικό πολιτισμό.
Η ρωμαϊκή Lupiae θα βρεθεί και πάλι μπροστά σας, καθώς κοντά στο ρωμαϊκό αμφιθέατρο σώζεται ένα ακόμα ρωμαϊκό θέατρο, «φωλιασμένο» σε μια γειτονιά, το οποίο διαθέτει κι ένα μικρό, ελαφρώς μίζερο μουσείο.
Η Piazza di Sant’Oronzo και τα πέριξ της είναι ό,τι πρέπει για ένα διάλειμμα. Καθίστε αναπαυτικά και ετοιμαστείτε για έναν περιποιημένο caffè Leccese – στο Λέτσε τον εσπρέσο τον πίνουν αλλιώς, οπότε αυτό που θα έρθει πιθανότατα δεν το έχετε ξαναπιεί: ένας καυτός εσπρέσο κι ένα ποτήρι με δυο-τρία παγάκια και μια δόση σιρόπι αμυγδάλου.
Μην παραλείψετε να συνοδέψετε τον καφέ σας με ένα παστιτσιότο, το τέλειο γεμιστό γλυκάκι –συνήθως με κρέμα λεμόνι ή φιστίκι– που θα σας κλέψει την καρδιά και θα σας φορτώσει θερμίδες.
Αφού κάνετε τη βόλτα σας στα γύρω μαγαζιά και προμηθευτείτε τα απαραίτητα μαγνητάκια αλλά και καλόγουστα κοσμήματα από pietra Leccese, κατευθυνθείτε προς το κορυφαίο αριστούργημα του Barocco Leccese και ένα από τα πιο εντυπωσιακά μνημεία μπαρόκ στην Ευρώπη: την Basilica di Santa Croce.
Ο ναός θεμελιώθηκε στην περιοχή της εβραϊκής συνοικίας το 1549 –αφού είχε προηγηθεί το 1510 η εκδίωξη των Εβραίων–και ολοκληρώθηκε μέσα στον 17ο αιώνα. Η απίστευτα διακοσμημένη πρόσοψή του είναι υπεράνω πάσης περιγραφής: χερουβείμ, μυθικά πλάσματα, ζώα, πουλιά, άνθρωποι, φυτικά μοτίβα, φρούτα, λουλούδια, ιστορικά και θρησκευτικά θέματα, όλα «ζωντανεύουν» χάρη στη μαγική, εύπλαστη πέτρα.
Όσο «χορταστική» κι αν είναι η ομορφιά γύρω σας, θα χρειαστεί να βάλετε και κάτι στο στόμα σας: το Rustico Leccese είναι το τοπικό σφολιατοειδές με μπεσαμέλ, μοτσαρέλα και ντομάτα που θα βρείτε παντού, ενώ τα χειροποίητα παραδοσιακά ζυμαρικά orecchiette (αυτάκια) αποτελούν το σήμα κατατεθέν της τοπικής γαστρονομίας.
Αν πάλι αυτό που λαχταράτε είναι μια περιποιημένη αυθεντική ναπολιτάνικη πίτσα, τότε η Pizzeria Ciro Il Pizzaiolo, που βρίσκεται σε μια γραφική piazzetta κοντά στην Porta Napoli και βγάζει τραπεζάκια έξω, είναι μια πραγματικά καλή επιλογή, καθώς την αγαπούν ιδιαίτερα και οι ντόπιοι – ίσως χρειαστεί να περιμένετε λίγο, οπότε καλό είναι να αποφύγετε τις ώρες αιχμής.
Σε κάθε γωνιά του ιστορικού κέντρου υπάρχουν κτίρια που θα σας τραβήξουν την προσοχή, το Λέτσε όμως αξίζει και να το ζήσει κανείς, όχι μόνο να το φωτογραφίσει. Λιγότερο τουριστική από άλλες, νεανική και ζωντανή –χάρη και στο Πανεπιστήμιο του Σαλέντο, που εδρεύει εκεί–, είναι μια πόλη εξωστρεφής που δεν κοιμάται νωρίς.
Από τις πιο δημοφιλείς πλατείες για ποτό είναι η Piazza Vittorio Emanuele II, πίσω από την Piazza Sant’Oronzo. Εμείς, από την άλλη, «κολλήσαμε» με το Caffè Letterario, ένα ατμοσφαιρικό στέκι με καλή μουσική και περιποιημένο aperitivo.
Όταν θελήσαμε να παραγγείλουμε ένα amaro –το φημισμένο γλυκόπικρο ιταλικό λικέρ από βότανα, ρίζες και μπαχαρικά–, η κοπέλα που μας εξυπηρετούσε μας ενημέρωσε γελώντας πως το κατάστημα διαθέτει πάνω από εκατό διαφορετικές ετικέτες, οπότε ζητήσαμε να μας φέρει το αγαπημένο της. Ήταν κι αυτό «μια κάποια λύσις».