Η Δέσποινα Σπυράτου είναι ένα ακόμα μέλος της πολύ ζωντανής κοινότητας «αποκεντρωμένων» –ανθρώπων δηλαδή οι οποίοι έχουν αφήσει την Αθήνα ή άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας– που έχουν κάνει τα Τζουμέρκα σπίτι τους. Τη συνάντησα ένα πρωινό του Μαρτίου στο Ορεινό Καταφύγιο Μελισσουργών λίγο πρoτού ξεκινήσει τη δουλειά της μαζί με την υπόλοιπη ομάδα, επικεφαλής της οποίας είναι ο Φώτης Δελημήτρος. Το καταφύγιο του Φώτη, ενός χαρισματικού ανθρώπου, που θα έχει, ελπίζω, σύντομα το δικό του κεφάλαιο στη στήλη, έχει υποδεχθεί κατά καιρούς πολλούς ανθρώπους που θέλουν να δοκιμάσουν πώς μοιάζει στην πράξη μια αποκεντρωμένη ζωή στα βουνά.
Έτσι και η Δέσποινα, έχοντας δοκιμαστεί στο καταφύγιο για περίπου έξι χρόνια, απέκτησε πρόσφατα το δικό της σπίτι στο χωριό των Μελισσουργών και ατενίζει το μέλλον της στα Τζουμέρκα με ακόμα μεγαλύτερη αισιοδοξία. Ακολουθεί η ιστορία της Δέσποινας με τα δικά της λόγια.
«Γεννήθηκα στην Αθήνα το 2001 και με το που τελείωσα το σχολείο αποφάσισα ότι δεν ήθελα να σπουδάσω στη σχολή που πέρασα. Έτσι, τον επόμενο χρόνο βρέθηκα να ασχολούμαι με την καλλιτεχνική μου πλευρά, μέχρι να εντοπίσω τη σχολή που με ενδιαφέρει, του interior design. Μετά ήρθε ο Covid, οπότε στη δεύτερη καραντίνα, μέσα σε μόλις λίγα λεπτά, αποφάσισα να πάρω τον Φώτη (σ.σ. Δελημήτρο) τηλέφωνο και να τον ρωτήσω αν θα μπορούσε να με φιλοξενήσει στο καταφύγιο, χωρίς κάποιο χρονικό όριο. Και δέχτηκε.
«Σκέφτομαι ότι όταν γεράσω θέλω να έχω ανθρώπους γύρω μου που θα με αγαπάνε και θα με προσέχουν − αντίστοιχα κι εγώ εκείνους. Όχι μια τυπική συζήτηση με πρώην συναδέλφους και μια καλή σύνταξη. Οπότε κάνω ό,τι μπορώ για να εκπληρώσω αυτή την επιθυμία».
Τον Φώτη τον γνώριζα από έφηβη. Τον επισκεπτόμασταν οικογενειακώς αρκετές φορές μέσα στον χρόνο και είναι ο άνθρωπος που μας σύνδεσε με τα βουνά. Έτσι ένιωσα κι εγώ την οικειότητα να του τηλεφωνήσω, την ασφάλεια να δουλέψω και να μείνω μαζί του στο Καταφύγιο των Μελισσουργών. Για κάποιον περίεργο λόγο, αν και παιδί της θάλασσας, τα Τζουμέρκα μου δημιουργούσαν μια μαγική αίσθηση όταν τα επισκεπτόμουν – πρώτη φορά με συγκινούσε ορεινό τοπίο. Οπότε είπα να αποδεχτώ αυτό το συναίσθημα και να αφεθώ στα βαθύτερα θέλω μου.
Τα Τζουμέρκα πλέον είναι το σπίτι μου. Ζω σχεδόν τέσσερα χρόνια μόνιμα στο χωριό των Μελισσουργών και δεν θέλω να φύγω. Στην αρχή, το καταφύγιο ήταν στην κυριολεξία το καταφύγιό μου, αλλά τώρα, που έπειτα από τόσα χρόνια κατάφερα να νοικιάσω το δικό μου σπίτι, είναι το μέρος που σημαίνει οικογένεια, ασφάλεια, φίλους και ψυχική ηρεμία.
Όταν έφυγα από την Αθήνα, δεν το είπα σε κανέναν. Οι γονείς μου το έμαθαν από ένα τυχαίο τηλεφώνημα: ενημερώθηκαν ότι είμαι στο ΚΤΕΛ για Άρτα. Οι φίλοι μου το ίδιο, το έμαθαν όταν ήμουν ήδη εκεί. Η αλήθεια είναι πως σοκαρίστηκαν όλοι. Με κάποιους ανθρώπους οι επαφές μας δεν κράτησαν, με κάποιους άλλους ήρθαμε πιο κοντά, λόγω αυτής μου της απόφασης. Τελικά, έμειναν δίπλα μου οι άνθρωποι που έχουν τη μεγαλύτερη αξία.
Το μεταβατικό στάδιο, από τη ζούγκλα της Αθήνας στους γραφικούς Μελισσουργούς, ήταν από τα πιο όμορφα πράγματα. Ο ενθουσιασμός και η ηρεμία με αντάμειψαν στο έπακρο. Ήταν πολύ βοηθητικό το γεγονός ότι βρέθηκα σε έναν σχετικά οικείο χώρο και συνάντησα ανθρώπους με έντονο το στοιχείο της παιδικότητας. Αυτό με απελευθέρωσε κι εμένα πολύ. Είχαμε καθημερινή συναναστροφή, όντας στον ίδιο χώρο καθημερινά για έναν χρόνο.
Το βιοποριστικό κομμάτι είναι η αλήθεια πως δεν πρόλαβε να με αγχώσει. Είχα όλη τη θέληση να δουλέψω με τα παιδιά στο καταφύγιο και να ζήσω εκεί. Οπότε εντάχθηκα πολύ γρήγορα σε αυτό, μαθαίνοντας τη δουλειά, και η αλήθεια είναι πως δεν την άφησα από τότε. Υπήρξε ένα μικρό διάλειμμα που απευθύνθηκα σε ένα ξενοδοχείο στην ευρύτερη περιοχή για τη θέση του διαχειριστή. Παρ’ όλα αυτά δεν με κράτησε όπως ο χώρος του καταφυγίου και επέστρεψα ξανά στα λημέρια μου. Στον χώρο εργάζομαι on and off σχεδόν 6 χρόνια πια. Δεν ένιωσα ποτέ στάσιμη, ούτε ρουτίνα ούτε την ψυχική κούραση σε έντονο βαθμό. Όλα γίνονται καλύτερα χάρη στην ειλικρινή σχέση που έχουμε ως ομάδα.
Το τελευταίο εξάμηνο νοίκιασα σπίτι, πράγμα πολύ δύσκολο στην περιοχή των Τζουμέρκων. Έτσι, από εκεί που ήμουν στην απομόνωση, τώρα είμαι στην καρδιά του χωριού. Έχω δίπλα μου ένα από τα καφενεία του χωριού, την “Παναγία”, με την καλύτερη θέα. Οι άνθρωποι εκεί είναι η αλήθεια πως με προσέχουν πολύ, εφόσον είμαι και η πιο μικρή του χωριού. Θα μου προσφέρουν όμορφα οικογενειακά μεσημεριανά τραπέζια, ζεστασιά και αρκετό τσίπουρο. Γενικότερα, οι μόνιμοι κάτοικοι δεν είναι πολλοί, γύρω στους 30 τους “καλούς” μήνες, οπότε οι διαπροσωπικές σχέσεις είναι λίγο περιορισμένες. Όμως αυτό δεν το σκέφτεσαι όταν οι άνθρωποι του περιγύρου είναι υπεραρκετοί με ουσιαστικό τρόπο.
Στο καταφύγιο τον χειμώνα εργάζομαι Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή και τις υπόλοιπες ημέρες υπάρχει άπλετος προσωπικός χρόνος. Αυτό μπορεί να είναι θετικό και αρνητικό – τις περισσότερες φορές είναι θετικό. Συνήθως επιλέγουμε να περνάμε τις μέρες μας πιο οικογενειακά, κάνοντας τους τουρίστες στην ευρύτερη περιοχή. Τρώμε όλοι μαζί, παίζουμε επιτραπέζια, κάνουμε πεζοπορίες, χορεύουμε και τραγουδάμε πολύ. Τις στιγμές που επιλέγω να απομονωθώ, πράγμα αναγκαίο για μένα, επιλέγω να είμαι στο σπίτι ακούγοντας μουσική και ζωγραφίζοντας. Είναι πολύ σημαντικό τον χειμώνα να έχεις έναν χώρο που να μπορείς να δώσεις χρόνο στον εαυτό σου. Το καλοκαίρι αλλάζουν όλες οι συνθήκες. Εργαζόμαστε κάθε μέρα, πολύ περισσότερες ώρες, και ο κόσμος στην περιοχή είναι αυξημένος. Αυτό σημαίνει περισσότερο προσωπικό, μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση, πολλά γλέντια και αρκετό τρέξιμο. Οι διαφυγές της ημέρας είναι ένα μπάνιο στο ποτάμι, ένα πανηγύρι, αλλά πάντα όλοι θέλουμε να καταλήξουμε στο καταφύγιο που είναι η αποκορύφωση της καλοπέρασης.
Επαγγελματικά στα Τζουμέρκα δεν μπορώ να εξελιχθώ, αν θέλω να ακολουθήσω το αντικείμενο των σπουδών μου. Αυτό προϋποθέτει τριβή στον χώρο της αρχιτεκτονικής και την εμπειρία σε γραφεία, που δεν έχω, οπότε αυτόματα χάνω αυτήν τη δυνατότητα. Ωστόσο, μέχρι τώρα δεν μου έχει δημιουργηθεί η ανάγκη να μεταφερθώ σε πόλη και να εξασκούμαι. Μπορεί να γίνει κι αυτό, αλλά ακόμα δεν είμαι έτοιμη. Στα Τζουμέρκα οι πόρτες είναι ανοιχτές στον τομέα της εστίασης, ορισμένων αθλημάτων αλλά και της κτηνοτροφίας. Προς το παρόν, έχω βρει τη βολή μου στην εστίαση. Μου αρκεί η απίστευτη φύση, οι διαπροσωπικές σχέσεις, οι οποίες είναι ζωντανές, σε αντίθεση με την Αθήνα, όπου δεν βρίσκω κανένα τέτοιο στοιχείο. Πότε δεν με συγκίνησαν το τσιμέντο και οι λεωφόροι.
Η Αθήνα είναι ένα μαύρο στίγμα μέσα μου, οπότε δεν μπορώ να πω ότι τη νοσταλγώ. Σίγουρα σε σύγκριση με τους Μελισσουργούς έχει πολλές παραπάνω ευκαιρίες επαγγελματικές και επιλογές ψυχαγωγίας. Παρ’ όλα αυτά, για μένα είναι πολύ πιο σημαντική η ψυχική υγεία, οπότε οι πιθανές ανάγκες μιας βραδινής εξόδου π.χ. μπορούν να καλυφθούν με μία μου επίσκεψη στην πρωτεύουσα. Όσον αφορά τον πολιτισμικό τομέα, θα απευθυνθώ σε κοντινές πόλεις, την Άρτα ή τα Γιάννενα, για να καλύψω τις ανάγκες μου.
Θεωρώ πως μέχρι τώρα έχω δικαιωθεί στο 100% από την απόφασή μου να μετακομίσω εδώ. Έχει καλύψει τα κενά μου, έχω βρει τα πατήματά μου και χαίρομαι που διαμορφώθηκα εδώ ως ενήλικας και συνεχίζω με περισσότερα φίλτρα.
Το χωριό των Μελισσουργών, όσο όμορφο κι αν είναι, όσα καλά και να μου προσφέρει, η αλήθεια είναι πως χρειάζεται πολλές αλλαγές. Βασικά, αυτό το χωριό έχει ανάγκη από προσοχή. Τα σκουπίδια, τους μήνες με πολυκοσμία, ξεχειλίζουν από τους κάδους. Υπάρχουν τοποθεσίες που «βαφτίστηκαν» χωματερές για να εξυπηρετηθούν ορισμένοι που δεν θέλουν να διαχειριστούν τα απορρίμματά τους.
Το νερό τους χειμερινούς μήνες πλημμυρίζει τους δρόμους και παρασύρει ό,τι έχουμε αφήσει. Όλος αυτός ο όγκος νερού δεν αποθηκεύεται πουθενά. Δεν προβλέπεται η δημιουργία δεξαμενών ή υδρομαστεύσεις, ώστε να βοηθηθούμε. Έτσι, τα τελευταία δύο χρόνια, τους καλοκαιρινούς μήνες αναγκαζόμαστε να ζούμε χωρίς την ευκολία του νερού. Ο κόσμος είναι ξαφνικά πολύς, η ξηρασία επίσης και η απειθαρχία του κόσμου φοβερή. Μία ακόμα δυσκολία εδώ είναι η έλλειψη σπιτιών προς ενοικίαση. Το χωριό έχει πάνω από 500 κτίσματα και τις περιόδους αιχμής (π.χ. τον Αύγουστο) δεν ανοίγουν ούτε τα 200. Τα σπίτια που μένουν κλειστά μπορεί να τα επισκεφτούν κάποια στιγμή μέσα στον χρόνο οι ιδιοκτήτες τους, κάποια άλλα μπορεί να τα νοικιάζουν ως Αirbnb και κάποια άλλα τα αφήνουν στη φθορά του χρόνου και της βροχής, με αποτέλεσμα εμείς, οι νέοι άνθρωποι του χωριού, να μη βρίσκουμε πού να μείνουμε.
Θεωρώ πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε πιο κοντά σε αυτόν τον τρόπο ζωής, εννοώ κοντά στη φύση – ο ύπνος μας είναι απρόσκοπτος, το μόνο που σε εμποδίζει να δεις τον ορίζοντα είναι κομμάτια της φύσης. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι όλοι έτοιμοι για μια τέτοια αλλαγή. Η δεύτερη καραντίνα, που έγινε όταν ήμουν 19 χρονών, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφασή μου. Ήταν σημαντικό ότι δεν είχα χτίσει μια «οικογένεια» να με κρατάει στην πόλη.
Θεωρώ πως ο κόσμος πρέπει να αρχίσει να αφήνει το όνειρο της πόλης και της επαγγελματικής εξέλιξης πίσω του. Εγώ σκέφτομαι ότι όταν γεράσω θέλω να έχω ανθρώπους γύρω μου που θα με αγαπάνε και θα με προσέχουν − αντίστοιχα κι εγώ εκείνους. Όχι μια τυπική συζήτηση με πρώην συναδέλφους και μια καλή σύνταξη. Οπότε κάνω ό,τι μπορώ για να εκπληρώσω αυτή την επιθυμία. Θεωρώ πως η αποκέντρωση είναι μια ισχυρή απόφαση και πρέπει να είσαι έτοιμος να κάνεις υποχωρήσεις μέσα σου. Να μπορείς να αντιληφθείς, για παράδειγμα, πως η woke ατζέντα πολλές φορές δεν είναι αποδεκτή σε ένα χωριό και συχνά θα πρέπει να εξηγείς με υπομονή τη θέση σου σε πολλά πράγματα.
Επίσης, θεωρώ σημαντικό, όταν πάρει κάποιος αυτή την απόφαση, ειδικά αν είναι σε νεαρή ηλικία, να το κάνει με παρέα. Η μονάδα μπορεί να έχει ευελιξία, αλλά το αίσθημα της μοναξιάς είναι έντονο και η ανάγκη ένταξης σε μια κοινωνική ομάδα μεγαλύτερη. Βεβαίως, τα καφενεία είναι ένα είδος κοινωνικοποίησης. Εκεί σου δημιουργείται το αίσθημα της κοινωνικοποίησης χωρίς δεσμεύσεις, έχεις την ψιλοκουβέντα αλλά και τη δυνατότητα να μάθεις από τους μεγαλύτερους.
Τέλος, ας μην έχουμε συνέχεια στο μυαλό μας ότι κάναμε μια αλλαγή και πρέπει να μείνουμε σε αυτή μας την απόφαση για πάντα. Ας το σκεφτούμε ως μια δοκιμασία των ορίων και των θέλω μας ή ως μια επιβράβευση του εαυτού μας. Και άμα δεν μας ταιριάξει, είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε σπίτι μας οποιοδήποτε μέρος του κόσμου επιθυμούμε. Εμένα έγιναν σπίτι μου οι Μελισσουργοί και με έσωσαν από τους εσωτερικούς μου δαίμονες, γιατί όλοι από αυτούς τρέχουμε να κρυφτούμε».
Στείλτε τις προτάσεις σας για τη στήλη «Γειτονιές της Ελλάδας» στο [email protected]