Στην ιστορία της τέχνης, η μοίρα ενός πίνακα μπορεί να κριθεί από ένα βλέμμα, μια υπογραφή, ένα χέρι, μια σκιά. Σε αυτή την υπόθεση, κρίνεται από μια αγελάδα που κατουρούσε.
Ή μάλλον, από την απουσία της.
Ένας πίνακας που διεκδικείται από τους απογόνους του Abraham Adelsberger, ενός Εβραίου βιομήχανου παιχνιδιών που διέφυγε από τη ναζιστική Γερμανία, θεωρούνταν για δεκαετίες χαμένος Ρούμπενς. Τώρα, σύμφωνα με τους New York Times, ένας ειδικός υποστηρίζει ότι δεν είναι έργο του ίδιου του Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, αλλά αντίγραφο του εργαστηρίου του. Το στοιχείο που τον πρόδωσε είναι σχεδόν αδύνατο να επινοηθεί: στο αυθεντικό τοπίο υπάρχουν έντεκα αγελάδες. Στο διεκδικούμενο έργο, δέκα. Η ενδέκατη, εκείνη που ουρούσε, φαίνεται πως κάποιος τη σκέπασε με μπογιά.
Ο πίνακας βρίσκεται στο κέντρο μιας σοβαρής υπόθεσης επιστροφής έργου τέχνης της ναζιστικής περιόδου. Οι κληρονόμοι του Adelsberger ζητούν να τους επιστραφεί το τοπίο, το οποίο ο πρόγονός τους είχε αγοράσει περίπου το 1925 και το οποίο, σύμφωνα με επιστολή του 1934, είχε τότε πιστοποιηθεί ως γνήσιο έργο του Ρούμπενς. Όμως ο σημερινός κάτοχος του έργου αμφισβητεί τη διεκδίκηση και ο νέος τεχνικός έλεγχος προσθέτει μια ακόμη ανατροπή: ο πίνακας ίσως να είναι αντίγραφο που βγήκε από το μεγάλο και παραγωγικό εργαστήριο του ζωγράφου.
Για τον ειδικό στον Ρούμπενς Nils Büttner, η χαμένη αγελάδα είναι το κλειδί. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο Ρούμπενς ζωγράφιζε κάθε σύνθεση μία φορά. Το έργο του Μονάχου, όπου η αγελάδα υπάρχει ακόμη, πρέπει να είναι το πρωτότυπο. Το άλλο έργο, στο οποίο η αγελάδα εμφανίζεται κάτω από τα στρώματα της ζωγραφικής αλλά δεν φαίνεται πια, πρέπει να είναι αντίγραφο που παρήχθη στο εργαστήριό του. Κάποια στιγμή, πιθανότατα για να γίνει πιο ευπώλητο, η άβολη φυσική λεπτομέρεια σβήστηκε.
Δεν ήταν τόσο παράξενη λεπτομέρεια για τον 17ο αιώνα όσο ακούγεται σήμερα. Ζώα που ουρούν ή αφοδεύουν εμφανίζονται σε έργα της εποχής· δεν ήταν έξω από το οπτικό λεξιλόγιο της ευρωπαϊκής ζωγραφικής. Το πρόβλημα ερχόταν αργότερα, όταν τέτοιες εικόνες κρίνονταν ακατάλληλες για σαλόνια, συλλογές και δωμάτια όπου κυκλοφορούσαν γυναίκες και παιδιά. Η φύση, προφανώς, έπρεπε να είναι αρκετά ειδυλλιακή, αλλά όχι υπερβολικά ειλικρινής.
Κάπως έτσι, μια αγελάδα που ουρούσε μπορεί να βρέθηκε κάτω από ένα στρώμα αστικής ευπρέπειας. Και μαζί της, κάτω από τη μπογιά, βρέθηκε και μια τεράστια διαφορά αξίας. Αν ο πίνακας είναι αντίγραφο του εργαστηρίου του Ρούμπενς, η αξία του μπορεί να φτάνει περίπου τις 250.000 δολάρια. Αν ήταν το πρωτότυπο έργο του Ρούμπενς, θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 50 εκατομμύρια.
Η υπόθεση όμως δεν είναι απλώς ιστορία αυθεντικότητας. Ο Abraham Adelsberger είχε δημιουργήσει μια μεγάλη συλλογή έργων τέχνης, που εκτίθετο στη βίλα του στη Νυρεμβέργη τη δεκαετία του 1920. Όταν η επιχείρησή του αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες, προσπάθησε να πουλήσει μέρος της συλλογής και χρησιμοποίησε εκατοντάδες έργα ως εγγύηση για δάνεια. Το συγκεκριμένο τοπίο δόθηκε ως ενέχυρο για δάνειο που πέρασε στη Dresdner Bank το 1932.
Μετά την άνοδο των ναζί στην εξουσία, η κατάσταση άλλαξε ριζικά. Οι αντισημιτικές πολιτικές του καθεστώτος έκαναν όλο και πιο δύσκολη την οικονομική επιβίωση του Adelsberger. Σύμφωνα με έρευνα του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου, η τράπεζα άρχισε να πουλά έργα από τη συλλογή του για να καλύψει το χρέος, χωρίς όμως να λογοδοτεί σωστά για τα έσοδα. Ο ίδιος έφυγε για το Άμστερνταμ το 1939 και πέθανε εκεί έναν χρόνο αργότερα.
Το τοπίο που αποδιδόταν στον Ρούμπενς πουλήθηκε κάποια στιγμή ανάμεσα στο 1935 και το 1937 στον Gustav Schickedanz, μέλος του ναζιστικού κόμματος και ιδρυτή της Quelle, της εταιρείας που θα γινόταν αργότερα ένας από τους μεγαλύτερους ομίλους ταχυδρομικών πωλήσεων στην Ευρώπη. Σήμερα το έργο βρίσκεται στην κατοχή του εγγονού του, Matthias Bühler.
Η πλευρά του σημερινού κατόχου δηλώνει πρόθυμη να συζητήσει μια δίκαιη λύση, αλλά αμφισβητεί την πλήρη επιστροφή. Υποστηρίζει ότι ο Adelsberger είχε ήδη χάσει την κυριότητα του έργου λόγω χρεών πριν από τη ναζιστική περίοδο. Οι κληρονόμοι, από την άλλη, βλέπουν τον πίνακα ως μέρος μιας οικογενειακής κληρονομιάς που διαλύθηκε μέσα στις πιέσεις, τους εκβιασμούς και τις οικονομικές συνθήκες που επέβαλε το καθεστώς.
Κάπως έτσι, η πιο κωμική λεπτομέρεια του φακέλου ακουμπά πάνω στο πιο σκοτεινό του σημείο. Από τη μία, υπάρχει μια αγελάδα που κάποιος θεώρησε υπερβολικά φυσική για να μείνει στον πίνακα. Από την άλλη, υπάρχει μια εβραϊκή οικογένεια που αναζητά εδώ και δεκαετίες τα έργα που χάθηκαν σε ένα πλέγμα χρέους, διωγμού, τραπεζικών συναλλαγών και ναζιστικής εξουσίας.
Στο μεταξύ, επτά άλλα έργα από τη συλλογή Adelsberger, που είχαν πουληθεί από την τράπεζα για την αποπληρωμή χρεών, πρόκειται να επιστραφούν στους κληρονόμους από το Ίδρυμα Πρωσικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Οι κληρονόμοι διεκδικούν ακόμη άλλα δεκατρία. Ένα από αυτά, όπως και το τοπίο με τις αγελάδες, βρίσκεται επίσης στην κατοχή του Bühler.
Η υπόθεση του «Ρούμπενς» δείχνει πόσο παράξενα μπορεί να λειτουργεί η μνήμη στην αγορά της τέχνης. Ένας πίνακας μπορεί να είναι ταυτόχρονα οικογενειακό φάντασμα, επενδυτικό αντικείμενο, νομικός φάκελος, τεχνικό εύρημα και πεδίο ιστορικής ευθύνης. Και μερικές φορές, για να ανοίξει ξανά η ιστορία του, χρειάζεται να κοιτάξει κάποιος όχι το μεγάλο τοπίο, αλλά το ζώο που λείπει.
Κάτω από τη σβησμένη αγελάδα δεν υπάρχει μόνο η διαφορά ανάμεσα σε πρωτότυπο και αντίγραφο. Υπάρχει και κάτι πιο άβολο: η υπενθύμιση ότι η Ιστορία, όπως και η ζωγραφική, δεν εξαφανίζεται επειδή κάποιος την κάλυψε με μια πιο ευπρεπή στρώση μπογιάς.
Με στοιχεία από New York Times.