Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι δεν πίστευαν ότι οι άνδρες ήταν το πιο σεξουαλικό φύλο. Συχνά πίστευαν το ακριβώς αντίθετο: ότι οι γυναίκες είχαν πιο έντονη, πιο ανεξέλεγκτη και πιο επικίνδυνη επιθυμία.
Αυτό δεν σήμαινε, βέβαια, ελευθερία. Σήμαινε έλεγχο.
Σε άρθρο της στον Guardian, με αφορμή το νέο της βιβλίο Aphrodisia: Women, Sex and Pleasure in the Classical World, η ιστορικός Jean Menzies επιστρέφει στην αρχαιότητα για να εξετάσει μια ιδέα που σήμερα ακούγεται σχεδόν παράδοξη: ότι οι γυναίκες θεωρούνταν κάποτε πιο ακόρεστες και πιο σεξουαλικά ορμητικές από τους άνδρες.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στην αντιστροφή του στερεοτύπου. Βρίσκεται στο πώς κάθε εποχή βρίσκει έναν διαφορετικό τρόπο να ερμηνεύει, να φοβάται και τελικά να ρυθμίζει τη γυναικεία επιθυμία.
Σήμερα, η κυρίαρχη αφήγηση παρουσιάζει συχνά τους άνδρες ως βιολογικά πιο «οδηγημένους» από το σεξ, ενώ η γυναικεία επιθυμία εμφανίζεται πιο κρυφή, πιο σύνθετη ή πιο εύθραυστη. Στην αρχαία ιατρική σκέψη, αντίθετα, το πρόβλημα ήταν ακριβώς η υποτιθέμενη υπερβολή της γυναικείας σεξουαλικότητας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η θεωρία της «περιπλανώμενης μήτρας». Σύμφωνα με την Ιπποκρατική Συλλογή, τη συλλογή ιατρικών κειμένων της αρχαίας Ελλάδας, η μήτρα δεν θεωρούνταν σταθερό όργανο, αλλά κάτι που μπορούσε να μετακινείται μέσα στο σώμα και να προκαλεί σοβαρές ασθένειες. Αν ανέβαινε προς το διάφραγμα, μια γυναίκα μπορούσε, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, να χάσει τη φωνή της ή ακόμη και να κινδυνεύσει να πνιγεί.
Η λύση που πρότεινε αυτή η ιατρική φαντασία ήταν απλή και αποκαλυπτική: σεξ. Η μήτρα, σύμφωνα με τα αρχαία κείμενα, χρειαζόταν υγρασία. Αν «στέγνωνε», άρχιζε να περιπλανιέται μέσα στο σώμα αναζητώντας την. Άρα οι γυναίκες έπρεπε να έχουν τακτική σεξουαλική επαφή, κατά προτίμηση με τον σύζυγο τους, ώστε το σώμα τους να παραμένει σε "τάξη."
Η Menzies επιμένει σε μια κρίσιμη διάκριση: το γεγονός ότι οι γυναίκες θεωρούνταν πιο σεξουαλικές δεν σημαίνει ότι η γυναικεία απόλαυση είχε κεντρική θέση. Αντίθετα, η επιθυμία τους παρουσιαζόταν συχνά ως πρόβλημα προς διαχείριση. Η γυναικεία σεξουαλικότητα δεν αναγνωριζόταν ως ελευθερία, αλλά ως κάτι που έπρεπε να διοχετευθεί, να ελεγχθεί και να χωρέσει στους κανόνες του γάμου, της διείσδυσης και της ανδρικής εξουσίας.
Από αυτή την άποψη, η αρχαιότητα δεν ήταν ένας χαμένος παράδεισος σεξουαλικής απελευθέρωσης. Ήταν ένας κόσμος όπου η γυναικεία επιθυμία μπορούσε να αναγνωρίζεται ως ισχυρή, αλλά ακριβώς γι’ αυτό έπρεπε να πειθαρχηθεί.
Το ερώτημα που διατρέχει το κείμενο είναι αν τελικά οι δύο φαινομενικά αντίθετες αντιλήψεις - η αρχαία γυναίκα ως ακόρεστη και η σύγχρονη γυναίκα ως πιο δύσκολη, πιο σιωπηλή ή λιγότερο «φυσικά» σεξουαλική - οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα: στην απλοποίηση μιας εμπειρίας που είναι πολύ πιο σύνθετη, προσωπική και διαφορετική από σώμα σε σώμα.
Η ίδια η ιστορία, πάντως, δεν σώζει μόνο θεωρίες ανδρών για το γυναικείο σώμα. Σώζει και ρωγμές, φωνές, ίχνη απόλαυσης.
Η Σαπφώ, η πιο διάσημη ποιήτρια της αρχαίας Ελλάδας, έγραψε για γυναίκες που αγάπησε, για στεφάνια από λουλούδια, για σώματα που ξάπλωσαν μαζί, για μια επιθυμία που δεν χωρούσε εύκολα στα ανδρικά συστήματα ερμηνείας. Σε έναν άλλο τόπο, μια ανώνυμη Ρωμαία χάραξε στους τοίχους της Πομπηίας στίχους για φιλιά και αγκαλιές με μια άλλη γυναίκα. Η ερωτική επιγραφή στον δημόσιο χώρο δεν είναι, τελικά, καθόλου σύγχρονη εφεύρεση.
Υπήρχαν και αντικείμενα. Η αρχαιολογική και λογοτεχνική μαρτυρία δείχνει ότι σεξουαλικά βοηθήματα κυκλοφορούσαν ήδη στην αρχαιότητα. Αρχαία αγγεία απεικονίζουν γυναίκες με φαλλικά αντικείμενα, ενώ κωμικοί συγγραφείς όπως ο Αριστοφάνης και ο Ηρώδας αναφέρονται σε τεχνητούς φαλλούς, συχνά φτιαγμένους από δέρμα γεμισμένο με υλικό.
Ένα από τα πιο συζητημένα αντικείμενα είναι ο ξύλινος φαλλός από το Vindolanda της ρωμαϊκής Βρετανίας. Όταν βρέθηκε το 1992, καταγράφηκε αρχικά ως εργαλείο ραψίματος. Μεταγενέστερη επανεξέταση, όμως, οδήγησε ιστορικούς και αρχαιολόγους να εξετάσουν την πιθανότητα να χρησιμοποιούνταν ως σεξουαλικό αντικείμενο. Το ίδιο το αντικείμενο έφερε ίχνη επαναλαμβανόμενου χειρισμού.
Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσο συχνά έκαναν σεξ οι άνθρωποι στην αρχαιότητα. Αυτό, όπως σημειώνει η Menzies, δεν μπορούμε να το ξέρουμε με στατιστική ακρίβεια. Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι πόση απόλαυση είχαν - και ποιος είχε το δικαίωμα να την ονομάσει.
Η ίδια συνδέει αυτή την ιστορία με τη σημερινή συζήτηση για τη λεγόμενη «σεξουαλική ύφεση». Σε πολλές χώρες, από τη Βρετανία και τις ΗΠΑ μέχρι τη Γαλλία και την Αυστραλία, οι άνθρωποι φαίνεται να κάνουν λιγότερο σεξ. Συχνά η συζήτηση μένει στην ποσότητα: πόσο συχνά, πόσο λιγότερο, γιατί μειώνεται.
Όμως η ερώτηση που θέτει η ιστορικός είναι πιο ουσιαστική: όχι μόνο πόσο σεξ κάνουν οι άνθρωποι, αλλά πόσο καλό είναι αυτό το σεξ.
Σύγχρονες έρευνες έχουν δείξει ότι παράγοντες όπως το άγχος, η οικονομική πίεση, το κόστος ζωής, η δυσκολία των νέων να φύγουν από το πατρικό σπίτι, ο πόνος, η ανισότητα στην απόλαυση και το λεγόμενο orgasm gap επηρεάζουν βαθιά τη σεξουαλική ζωή. Η επιθυμία δεν υπάρχει ποτέ σε κενό. Επηρεάζεται από το σώμα, το σπίτι, τα χρήματα, τον φόβο, τον χρόνο, την ασφάλεια, τη φροντίδα.
Έτσι, η ιστορία της γυναικείας απόλαυσης δεν είναι απλώς μια παράξενη διαδρομή από τη «νυμφομανή» γυναίκα της αρχαιότητας στη σημερινή εικόνα της γυναίκας που πρέπει να «ανακαλύψει» την επιθυμία της. Είναι η ιστορία των τρόπων με τους οποίους κοινωνίες, γιατροί, ποιητές, νόμοι, μύθοι και αγορές προσπάθησαν να εξηγήσουν τη γυναικεία σεξουαλικότητα χωρίς πάντα να την ακούσουν.
Στο τέλος, η Menzies δεν ζητά να επιστρέψουμε σε κάποιο φαντασιακό παρελθόν όπου όλα ήταν πιο ελεύθερα. Ζητά να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τη σεξουαλικότητα σαν μονόλιθο. Οι επιθυμίες είναι διαφορετικές, οι εμπειρίες πολύπλοκες, τα σώματα δεν απαντούν όλα με τον ίδιο τρόπο.
Και ίσως το πιο ενδιαφέρον μάθημα από την αρχαιότητα να μην είναι ότι οι γυναίκες θεωρούνταν κάποτε πιο σεξουαλικές από τους άνδρες. Είναι ότι η γυναικεία επιθυμία υπήρχε πάντα, ακόμη κι όταν οι άλλοι προσπαθούσαν να την ορίσουν, να την παθολογικοποιήσουν ή να την περιορίσουν.
Το ερώτημα, σήμερα, δεν είναι μόνο αν κάνουμε αρκετό σεξ. Είναι αν υπάρχει χώρος για επιθυμία που δεν μοιάζει με υποχρέωση, διάγνωση ή κοινωνική επίδοση.
Με στοιχεία από Guardian.