Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ επιστρέφει αυτή τη φορά όχι μέσα από μια νέα αποκατάσταση του έργου του, αλλά μέσα από τη διαμάχη για τη φήμη του. Στις 9 Ιουνίου κυκλοφορεί από το University Press of Kentucky το βιβλίο A Century of Hitchcock: The Man, the Myths, the Legacy του Τόνι Λι Μόραλ, που ξαναφέρνει στο προσκήνιο τον δημιουργό, τους μύθους γύρω από το όνομά του και τον τρόπο με τον οποίο γράφτηκε η υστεροφημία του.
Το έναυσμα έδωσε άρθρο του ίδιου του Mόραλ στον Guardian, όπου υποστηρίζει ότι η σκοτεινή δημόσια εικόνα του Χίτσκοκ εδραιώθηκε μέσα από μαρτυρίες, προσωπικές εντάσεις και ερμηνείες που, με τα χρόνια, άρχισαν να διαβάζονται ως ενιαία αλήθεια. Στο επίκεντρο της κριτικής του βρίσκεται ο Ντόναλντ Σπότο, ο βιογράφος που, κατά τον ίδιο, συνέβαλε όσο λίγοι στη διαμόρφωση της πιο ζοφερής εκδοχής του σκηνοθέτη.
Το ζήτημα, όμως, δεν αφορά μόνο τους μελετητές του σινεμά. Αγγίζει άμεσα τη σχέση του Hitchcock με την Τίπι Χέντρεν, την πρωταγωνίστρια των ταινιών«Τα Πουλιά» και «Μάρνι», η οποία το 2016 κατηγόρησε δημόσια τον σκηνοθέτη για σεξουαλική παρενόχληση, ανεπιθύμητες κινήσεις και χειριστική συμπεριφορά. Τότε, μιλώντας με αφορμή τα απομνημονεύματά της, είχε εξηγήσει ότι αποφάσισε να μιλήσει επειδή τέτοιες συμπεριφορές δεν αποτελούν εξαίρεση, αλλά μια εμπειρία που επαναλαμβάνεται για αμέτρητες γυναίκες.
Ακριβώς αυτή η βαρύτητα είναι που κάνει το νέο βιβλίο κάτι περισσότερο από μια απλή βιογραφική διόρθωση. Ο Mοράλ δεν λέει ότι όλα όσα έχουν γραφτεί είναι ψευδή, ούτε επιχειρεί μια εύκολη αποκατάσταση. Υποστηρίζει, όμως, ότι η υπόθεση Χίτσκοκ έγινε με τα χρόνια πιο απλοποιημένη και πιο απόλυτη απ’ όσο αντέχει το ίδιο το ζήτημα.
Με άλλα λόγια, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι έκανε ο ίδιος ο Χίτσκοκ, αλλά και ποιοι, πότε και με ποιον τρόπο έδωσαν οριστική μορφή στη σκοτεινή φήμη του.
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό ενδιαφέρον του βιβλίου. Οχι μόνο στο αν ξανακοιτά έναν μεγάλο δημιουργό, αλλά στο ότι ξανανοίγει το πιο δύσκολο ερώτημα γύρω από αυτόν: πώς γεννιέται τελικά μια δημόσια φήμη και ποια εκδοχή της μένει στην ιστορία.
Στην περίπτωση του Χίτσκοκ, αυτή η συζήτηση παραμένει ανοιχτή. Και ίσως γι’ αυτό επιστρέφει ξανά και ξανά, όχι μόνο ως σινεμά, αλλά και ως αμφιβολία.
Με στοιχεία από Guardian, University Press of Kentucky και Variety.