Στο βραβευμένο με Όσκαρ Σεναρίου «Promising young woman», η Κάσι της Κάρι Μάλιγκαν παρασύρει στην κρεβατοκάμαρά της άνδρες που της την πέφτουν στο μπαρ όπου συχνάζει, παριστάνοντας, όπως πολύ γρήγορα τους αφήνει να καταλάβουν, τη μεθυσμένη. Στο παρά πέντε τούς αποκαλύπτει πόσο νηφάλια είναι και διακόπτει απότομα μια πολλά υποσχόμενη βραδιά προς τη μονόδρομη ολοκλήρωση. Η αντίδρασή τους, όταν αντιλαμβάνονται πως το σεξουαλικό τρόπαιο του Σαββατοκύριακου δεν είναι η λιπόθυμη fast-food λεία που ονειρεύονται, είναι όλα τα λεφτά: μπροστά στον φόβο της καταγγελίας ή της ποινικής δίωξης για βιασμό, τα χάνουν, οπισθοχωρούν, εκλιπαρούν, ζητούν συγχώρεση. Το πρόθυμο θύμα μετατρέπεται σε αυτόκλητο τιμωρό και η ταινία, που αποτελεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Βρετανίδας ηθοποιού Έμεραλντ Φένελ, αναποδογυρίζει το κλισέ του θρίλερ εκδίκησης, με την εμμονική ηρωίδα να ξεφεύγει γρήγορα από την παγίδα που στήνει στις νυχτερινές της εξορμήσεις, γιατί διακατέχεται από βαθύτερο τραύμα, και να καταστρώνει ένα πιο στοχευμένο σχέδιο από το να συνετίσει, γενικώς, τα άτακτα αγόρια της νύχτας.

 

Η Κάσι μένει ακόμα με τους γονείς της, έχοντας εγκαταλείψει τις σπουδές της στην Ιατρική, δουλεύει σε καφετέρια, αποφεύγει τις σχέσεις με άνδρες, υιοθετεί αντικοινωνική, συχνά κυνική συμπεριφορά ‒ κουβαλά ένα εφηβικό δράμα που, ενώ όλοι οι άλλοι έχουν ξεπεράσει, οι ενοχές και η ηθική της δεν της επιτρέπουν να αφήσει πίσω. Η καλύτερή της φίλη έπεσε θύμα ομαδικού βιασμού, δεν βρήκε έγκαιρα τη στήριξη που χρειαζόταν και άξιζε, γιατί κανείς δεν την πίστεψε, έφυγε άδοξα και πρόωρα από τη ζωή, όπως υπονοείται, η υπόθεση κουκουλώθηκε ύπουλα, δηλαδή συνωμοτικά και η ζωή της Κάσι δεν συνήλθε ποτέ μετά το συμβάν. Κι ενώ ένας από τους παλιούς της συμμαθητές, ο ευγενικός Ράιαν Κούπερ (ο ηθοποιός και YouTube περφόρμερ Μπο Μπέρναμ, που έχει σκηνοθετήσει το εξαιρετικό «8th Grade»), την πολιορκεί με όλες του τις δυνάμεις, πασχίζοντας να της δείξει πως δεν είναι όλοι οι άνδρες γουρούνια, η ασίγαστη επιθυμία της για δικαιοσύνη δεν κοπάζει. Άνθρωπος είναι και η Κάσι, φτιαγμένη από αισθήματα, αλλά η ιστορία δεν τελειώνει τόσο ρόδινα. Και αυτή η δεύτερη πράξη του έργου, μια τροπή στην υπόθεση που ξεπερνά τα στενά πλαίσια του θρίλερ αυτοδικίας με μια μουρλή βιτζιλάντε και ένα μάτσο κακούς να γλιτώνουν την τιμωρία, μόνο και μόνο επειδή μπορούν, ξεχωρίζουν την Πολλά υποσχόμενη γυναίκα του τίτλου από μια τυπική φεμινιστική φαντασίωση που εκμεταλλεύεται τη συγκυρία και το κλίμα εξισορρόπησης των φύλων.

 

Ο τόνος που ακολουθεί η Φένελ δίνει ενέργεια και fun χωρίς να επιστρατεύει το χιούμορ ‒ πώς θα μπορούσε άλλωστε, με δεδομένο πως η Κάσι φέρει βαρέως μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Η ταινία ακολουθεί το σχέδιο της Κάσι και το ξεδιπλώνει έξυπνα, σαν τακτική που ορίζεται από αστάθμητες παραμέτρους: όλα εξαρτώνται από την αντίδραση των εμπλεκομένων στην παλιά, αλλά όχι ξεχασμένη αμαρτία. Ακόμα και εκεί που το πλάνο μοιάζει προμελετημένο σε κάθε λεπτομέρεια, ξεφυτρώνει μια ανατροπή στην πορεία, που συνεχίζει να κρατά το ενδιαφέρον κυριολεκτικά μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο ‒ τα spoilers πληθαίνουν όσο περνά η ώρα, άρα καλύτερα να σταματήσουμε κάπου εδώ.

 

Η Κάρι Μάλιγκαν ξεκίνησε, επίσης ως πολλά υποσχόμενη, φέρελπις βρετανική εισαγωγή στο μεταίχμιο του ανεξάρτητου με το mainstream σινεμά, με το «An Education», πριν από μια δεκαετία. Εδώ δικαιολογεί τις προσδοκίες, με μια υποψηφιότητα για Όσκαρ α’ Γυναικείου Ρόλου, που έμοιαζε σίγουρο χρυσάφι, μέχρι να επικρατήσει η Φράνσις Μακντόρμαντ. Περνάει όλες τις απατηλές πίστες και συλλαμβάνει την ουσία της σφοδρής τελικής σεκάνς, δίνοντας νόημα σε όλες τις αξίες για τις οποίες πάλευε μόνη της στη διάρκεια της καουμπόικης διαδρομής της προς την άκρη του νήματος. Ξεκινά ως ιδεοληπτική γυναίκα που βασανίζει ακόμα και τους ανύποπτους με την αρνητική της διάθεση, ασκώντας μια ιδιότυπη, διδακτική πρακτική στους μάτσο παραβάτες του συναινετικού έρωτα. Δεν είναι εύκολο να την παρακολουθήσουμε, γιατί δεν διαφαίνεται πουθενά η αγάπη για κάτι ή για κάποιον. Σταδιακά, ωστόσο, κερδίζει το point της, καθώς η Φένελ, η σκηνοθέτις της, η οποία έγραψε και το σενάριο, την οδηγεί σε ακραία λύτρωση, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως, για να ρεζιλέψεις τους εκπροσώπους ενός ολόκληρου φύλου, οφείλεις να σκεφτείς πρωτότυπα, και αν θέλεις να πραγματευτείς ένα πολιτικό θέμα ή, εν πάση περιπτώσει, ένα ζήτημα με κοινωνικά πατήματα και σοβαρό περιεχόμενο, και να το περάσεις ψυχαγωγικά σε ένα μεγαλύτερο κοινό, καλύτερα να ανακατέψεις τους κώδικες ενός κινηματογραφικού είδους, παρά να το αντιμετωπίσεις με κουμπωμένο ακαδημαϊσμό.