Μπροστά από την εποχή του, και κυρίως την εποχή του ΜeΤoo, το «Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή» αγαπήθηκε ως σίριαλ στα τέλη των ’90s, αν και για πολλούς και διάφορους λόγους παρέμεινε ημιτελές, σταματώντας απότομα στο έβδομο επεισόδιο. Σε δικό του σενάριο, ο Αλέξανδρος Ρήγας (για να ολοκληρώσει την ιδέα που στην αρχική της μορφή μοιράστηκε με τον Δημήτρη Αποστόλου) το μεταφέρει κινηματογραφικά σε δύο μέρη, το (δύο και πλέον ωρών σε διάρκεια) πρώτο από τα οποία κάνει τη μακροσκελή εισαγωγή στη συλλογική απόπειρα τεσσάρων γυναικών να τιμωρήσουν, όπως του αρμόζει, τον κραταιό άνδρα που τις κακοποίησε όταν μεγάλωναν σε ίδρυμα και που τώρα όχι μόνο απολαμβάνει τιμές και δόξες ως προασπιστής κακοποιημένων παιδιών αλλά έχει επιστρέψει από την Καλιφόρνια, όπου ζει μόνιμα, στην Ελλάδα.

 

Η πλοκή είναι βασικά εμπνευσμένη από το «Sleepers» του 1996, του Μπάρι Λέβινσον, με τον Μπραντ Πιτ και τον Ρόμπερτ ντε Νίρο, και τονικά τοποθετείται εξαντλητικά στην κωμωδία εκδίκησης από έναν πολυγραφότατο δημιουργό θεατρικών και τηλεοπτικών επιτυχιών στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο στο σινεμά. Αν και διατηρεί το χιούμορ του για να ξορκίσει ένα σοβαρό θέμα, το τραύμα που μοιράζονται η Αλέκα, η Ντομινίκ, η Φωφώ και η Λένα, αφοσιωμένα ερμηνευμένες από τις ηθοποιούς που τις ενσαρκώνουν, σκορπίζεται σε εκατοντάδες ατάκες, έτσι διυλίζεται η βαρύτητά του σε φαντεζί σκηνικό και αγχωμένο ρυθμό, σε βαθμό που οι ηρωίδες μιας καθημερινής κακομεταχείρισης ‒εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων‒ από τους άνδρες που τους περιβάλλουν να πρέπει να υπενθυμίζουν συχνά πυκνά στον εαυτό τους και στους θεατές γιατί ακριβώς δίνουν τη μάχη τους. Ενδεχομένως το δεύτερο κεφάλαιο να είναι περισσότερο επικεντρωμένο στην υπόθεση έτσι ώστε το δράμα να κοιτάξει στα μάτια την κωμωδία.