Ο Αμπέλ, ο κεντρικός χαρακτήρας στο φιλμ, εργάζεται σε ενυδρείο. Περιγράφοντας το αμφίβιο αξολότλ, λέει ότι μπορεί μεν να ζήσει όλη του τη ζωή σαν γυρίνος, διατηρώντας τα νεανικά του χαρακτηριστικά, μα έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει καινούργια άκρα, αν τα χάσει. Δεν χρειάζεται να είσαι μετρ της σημειωτικής για να αντιληφθείς ότι μπορεί να μιλά για τον εαυτό του. Έχοντας χάσει τη σύζυγό του χρόνια πριν σε τροχαίο, περνάει πολύ χρόνο με τη μητέρα του και με την κολλητή του, που ήταν η καλύτερη φίλη της γυναίκας του. Όταν η μητέρα του παντρεύεται έναν αποφυλακισθέντα ληστή, ο Αμπέλ στραβώνει και επιστρατεύει την κολλητή του για να τον παρακολουθήσουν και να εξακριβώσουν αν έχει πάρει όντως τον ίσιο δρόμο.

 

Από τη σύνοψη θα πίστευες ότι θα παρακολουθήσεις μια φάρσα, ο Λουί Γκαρέλ όμως συνεχίζει στο ίδιο σινεφιλικό μονοπάτι της προηγούμενης σκηνοθετικής δουλειάς του, του Πιστού Άντρα, παίζοντας με τα είδη και τη φόρμα σαν ομοεθνείς του μεγάλους δημιουργούς του παρελθόντος, μα επιχειρώντας να κάνει άνοιγμα σε ένα ευρύτερο κοινό από εκείνους. Ντεπαλμικά split screen, μελωδίες του Τσιπριάνι και heist υποπλοκές, όλα χωρούν σε αυτό το όχι πάντα ομοιογενές, αλλά συχνά γοητευτικό αξιοπερίεργο που ευτυχεί να έχει στο καστ τη Νοεμί Μερλάν, η οποία ενσαρκώνει μια υπερενθουσιώδη, αφιλτράριστη φιγούρα σαν εκείνες που υποδύεται η Λορ Καλαμί με έναν λιγότερο προφανή τρόπο και θα σταθεί το σπουδαιότερο εργαλείο στα χέρια του Γκαρέλ, ώστε να επιτευχθεί η ομαλή μετάβαση από τον ένα τόνο στον άλλο, ειδικά σε μια μακροσκελή σεκάνς που από act αντιπερισπασμού εξελίσσεται απρόσμενα σε μια χειμαρρώδη συναισθηματική εξομολόγηση. Η σκηνή στο ενυδρείο υπό τους ήχους του «Let’s go out tonight» των Blue Nile θέτει σοβαρή υποψηφιότητα για το ρομαντικότερο κινηματογραφικό στιγμιότυπο της χρονιάς.