«Ο ρατσισμός, ως πρωτογενής γλώσσα κατανόησης των πάντων, είναι ανεπαρκής» είναι η διευκρίνιση της δημοσιογράφου και συγγραφέως Ίζαμπελ Γουίλκερσον στην πιεστική παρότρυνση του εκδότη της να γράψει για τον φόνο ενός μαύρου νέου άνδρα, του Τρέιβον Μάρτιν, επικαλούμενος τον συστημικό ρατσισμό, χωρίς επιχειρήματα και στόχευση. Αντίθετα με τις γενικευμένες έννοιες και μια προδιάθεση του αφροαμερικανικού κοινού να εξηγήσει ό,τι κακό συμβαίνει με μια συλλήβδην αδιαφορία για την ουσία, η Γουίλκερσον προσπερνά τις αρχικές, ευγενικές αντιρρήσεις της («μα διαθέτεις έναν στρατό από ικανούς ρεπόρτερ», λέει στον εκδότη, για να λάβει την απάντηση «όχι όμως βραβευμένους με Πούλιτζερ»), ανακαλεί την απόφασή της να αποσυρθεί από την ερευνητική δημοσιογραφία και αναλαμβάνει απρόθυμα την παραγγελία, μετατοπίζοντας ωστόσο τη διαδρομή της σε κάτι πιο βαθύ και κοπιώδες καθώς έχει μια παράτολμη ιδέα: να αποσυνδέσει την τραγική ιστορία του Μάρτιν από το στενό πλαίσιο και να ανοίξει τον χωροχρονικό της ορίζοντα σε μια ιστορική μελέτη που ενώνει τις ρατσιστικές διακρίσεις και τη σκλαβιά στις ΗΠΑ με τη συστηματική εξολόθρευση των Εβραίων στη ναζιστική Γερμανία και κυρίως με την ταξική διαστρωμάτωση στην Ινδία που ναι μεν καταργήθηκε διά νόμου αμέσως μετά την απελευθέρωση, αλλά ισχύει στην περίπτωση των διαβόητων «ανέγγιχτων», των Ντάλιτ, οι οποίοι βρίσκονται ακόμη στον πάτο της κοινωνικής αλυσίδας· πριν από εκατοντάδες χρόνια απέδρασαν από τη χώρα για να σωθούν. Με το άκουσμα και μόνο της ακροβατικής της απόπειρας, μέλη της οικογένειάς της και γνωστοί από τον χώρο αντιδρούν ποικιλοτρόπως, δείχνοντας από συγκρατημένο θαυμασμό μέχρι καθαρή απορία, με σταθερό παρονομαστή τη δυσπιστία. Ταξιδεύοντας στη Γερμανία και στην Ινδία για να θεμελιώσει τη βάσιμη υποψία της, η συγγραφέας τελικά οδεύει προς ένα πρωτότυπο non-fiction, μια διατριβή έξω από τα ακαδημαϊκά πλαίσια, συζητώντας με ειδικούς και μελετητές και βλέποντας με τα μάτια της τους φυσικούς χώρους της καταγωγής της δικής της και του μεγάλου προβλήματος που εκδηλώνεται τόσο μακριά από τη γένεσή του και, ακόμη χειρότερα, πέφτει συνεχώς θύμα παρανόησης ακόμη και από σκεπτόμενους. 

 

Κάτω από τη σκιά της βαρυσήμαντης φωνής της ηγερίας της αφροαμερικανικής λογοτεχνίας Τόνι Μόρισον (της μοναδικής γυναίκας που η Φραν Λίμποουιτς έχει χαρακτηρίσει σοφή ανάμεσα στους ευφυείς), η Έιβα ντι Βερνέι παρακολουθεί το νήμα της περίπλοκης σκέψης καθώς και την ίδια την πορεία της Ίζαμπελ Γουίλκερσον, ουσιαστικά ιχνογραφώντας τη διαδικασία της συγγραφής του ευπώλητου και διακεκριμένου βιβλίου της Caste: Τhe οrigin of our discontents. Σίγουρα, η Καταγωγή είναι πολλά παραπάνω από μια απλή βιογραφία: ενσωματώνοντας τη σημασία και τη δυναμική της οικογένειας της Γουίλκερσον, από την παθητική ευγένεια της γηραιάς μητέρας της και τη γήινη επίδραση της αγαπημένης της εξαδέλφης ως την υποστηρικτική αγάπη του συζύγου της, εξερευνά τη δυσθυμία μιας δημιουργού μπροστά στην ευθύνη ενός σπουδαίου, αλλά μετέωρου συμπεράσματος και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όποτε ψάχνει με αγωνία και ενσυναίσθηση να το βρει, στα χρονικά περάσματα των κρίσιμων γεγονότων και στο πρόσωπο της Ονζανού Έλις-Τέιλορ. Η ίδια η πηγή του έργου, δηλαδή η κάστα ως ένα συστήματος που υποβαθμίζει και ισοπεδώνει με μεθόδευση και δόλο ολόκληρες φυλές, είναι το συναρπαστικό κομμάτι της ταινίας, ακόμη κι αν ελέγχονται η ακρίβεια και η ορθότητά του – άλλωστε είναι εξαιρετικά δύσκολο να τεκμηριώσει ο οποιοσδήποτε σκέψεις που έχουν μια ιστορική βάση, αλλά δεν αποδεικνύονται πλήρως. Η τάση της δημιουργού του Σέλμα για σεμιναριακό σινεμά σκεπάζει συχνά τη ροή της ταινίας – στο μεγαλύτερο μέρος της Καταγωγής είμαστε σίγουροι πως μαθαίνουμε κάτι σημαντικό και πολιτικά επιμορφωτικό, φτιαγμένο με τρόπο που να περνάει σε θεατές που ίσως δεν θα το έβλεπαν σε μορφή ντοκιμαντέρ ή δεν θα το διάβαζαν ποτέ. Έξυπνη και έμπειρη κινηματογραφίστρια, η Ντι Βερνέι γνωρίζει τις παγίδες και διακόπτει τη γενίκευση με συγκίνηση και «ανθρώπινες» κουβέντες, π.χ. τη στιγμή που η Ίζαμπελ υπενθυμίζει πως αν κάποτε θεωρούσαν τους μαύρους ζώα, γιατί τους εμπιστεύονταν την ασφάλεια και την ανατροφή των παιδιών τους; Ωστόσο, ένα φιλμ συγκαλυμμένου διδακτισμού ροκανίζει σημαντικά τη δύναμη της υψιπετούς ιδέας του.