Με την ψευδαίσθηση πως οι απίστευτες κινηματογραφικές του δυνάμεις και τα κατορθώματά του είναι αληθινά, θα ξεκινήσει ένα ταξίδι στον πραγματικό κόσμο για να βρει την αγαπημένη ιδιοκτήτρια και συμπρωταγωνίστριά του, την Πένι. Με συντρόφους στο ταξίδι έναν νωχελικό, πρώην σπιτόγατο, τον Μίτενς, και ένα μανιακό με την τηλεόραση χάμστερ, τον Ράινο, ο Μπολτ θα ανακαλύψει πως δεν χρειάζεται τις σούπερ δυνάμεις του για να είναι ήρωας.

Κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει με ποια κριτήρια ο Τζον Λάσετερ, η ψυχή της Pixar και πλέον το δημιουργικό αφεντικό της Disney, επιλέγει τα έργα για τη μια ή την άλλη εταιρεία στις οποίες έχει την απόλυτη ευθύνη. Αν και το βασίλειο του ποντικιού είναι η μεγάλη του αγάπη από τα μικράτα του, τα θαρραλέα και πιο πρωτότυπα project του μάλλον καταλήγουν στο παιδί του, την Pixar του Νέμο και των αυτοκινήτων και των ρομπότ και των παιχνιδιών που μιλάνε. Έτσι, ο σκύλος που πιστεύει πως είναι υπερήρωας και πασχίζει να επιστρέψει στην αγαπημένη του αφεντικίνα είναι μια από τις ενέσεις που χορηγεί στη ζαλισμένη Disney, η οποία, μετά από μια δεκαετία θριάμβων, είδε τον κόσμο να σβήνει όταν πέθανε το ενδιαφέρον του κόσμου για το κινούμενο σχέδιο δυο διαστάσεων. Ο Μπολτ είναι σχεδιασμένος με τα στάνταρ της νέας ψηφιακής τεχνολογίας (και ελπίζω να τον δούμε και στην Ελλάδα τρισδιάστατο, κάτι που δεν είναι σίγουρο μέχρι αυτήν τη στιγμή που γράφεται το κείμενο), αλλά με τη σπιντάτη και αγαπησιάρικη λογική της παλιάς εποχής.

Το στόρι θυμίζει το Truman Show, με τον σκυλάκο στο ρόλο του Τζιμ Κάρεϊ που άργησε να πιστέψει πως το πλατό δεν είναι η κανονική ζωή, μιας και κανείς δεν του το είπε για να είναι πιο πειστικός, και αποκτά τον αέρα περιπέτειας όταν συνειδητοποιεί πως πρέπει να εμπιστευτεί τις δυνάμεις του για να τα καταφέρει. Η σχέση του με τη γάτα είναι αστεία και γόνιμα αντιθετική, αλλά οι τριγύρω χαρακτήρες απλώς συμπληρώνουν χωρίς ιδιαίτερο μπρίο, και μετά τις δυο πρώτες μεγάλες σκηνές όπου τα εφέ επιβάλλονται με ευφάνταστα κόλπα, το έργο κουράζεται και η χαριτωμενιά του Μπολτ εξατμίζεται, ελλείψει βάθους και ικανής πλοκής - τουλάχιστον το Κουνγκ Φου Πάντα είχε μεγαλύτερη πλάκα και ισοδύναμους δευτεραγωνιστές.

Αν πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα σε αυτά τα δυο και το Γουόλ-Υ, τα τρία υποψήφια κινούμενα σχέδια που διεκδικούν το Όσκαρ της κατηγορίας αυτής, ο Λάσετερ θα κερδίσει με άνεση τον νοσταλγικό εαυτό του.