Ο Πάνος Παππάς και η Δέσποινα Χαραλάμπους είνβι σκηνοθετικό δίδυμο με μια σειρά από αξιόλογες ταινίες μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ μικρού και μεγάλου μήκους, με ιδιαίτερη έμφαση στην επιστημονική φαντασία. Μετά τα βραβευμένα τους «Identity» (2019) και «Memory Reloaded» (2013), καθώς και τη σειρά ντοκιμαντέρ «Αρχαίων Δράμα» για την ΕΡΤ, επιστρέφουν με το υπερφιλόδοξο «Τόμος 7» που έκανε πρεμιέρα στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για την πρώτη τους ταινία μεγάλου μήκους, για έναν άντρα που πεθαίνει αλλά επιστρέφει ξανά και ξανά, πάντα νέος, για να σημαδέψει τη ζωή μιας θαρραλέας γυναίκας σε ένα μετα-αποκαλυπτικό σύμπαν.
Μια μελλοντολογική saga, μια ελεγεία για τον έρωτα, την εξέγερση και την απελπισμένη αγωνία για απόδραση.
— Οι ταινίες «επιστημονικής φαντασίας» είναι απαιτητικό είδος που μάλλον χρειάζεται απίθανες δεξιότητες και τεράστια ποσά. Γιατί το επιλέξατε κάνοντας σινεμά στην Ελλάδα;
Πάνος Παππάς: Θα πρέπει πρώτα να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά. Το κεφάλαιο «επιστημονική φαντασία» είναι πολύ μεγάλο. Υπάρχουν υποενότητες. Άλλη είναι η διαστημική περιπέτεια, με τους εξωγήινους και με τους πλανήτες, άλλη είναι η δυστοπία με την έννοια του Χάξλεϊ και του Όργουελ κι άλλη είναι η ευρωπαϊκή ταινία επιστημονικής φαντασίας. Για να μιλήσουμε πιο στοχευμένα, η Δέσποινα κι εγώ έχουμε διαλέξει τον δρόμο της πολιτικής επιστημονικής φαντασίας, επομένως στις ιστορίες που η Δέσποινα γράφει, χρησιμοποιεί την επιστημονική φαντασία ως αλληγορία. Είναι ένας θαυμάσιος τρόπος, ώστε κάποιος να κάνει απενοχοποιημένα σχόλια για την εποχή του ή για την ιστορία οποιασδήποτε εποχής, για τον άνθρωπο και για τα υπαρξιακά του. Σε ένα υποθετικό πλαίσιο χωρίς ρεαλιστικές αναφορές, όχι απαραίτητα του μέλλοντος, αλλά φανταστικό.
«Η επιστημονική φαντασία δεν μιλάει για το μέλλον, γιατί δεν το ξέρουμε. Ειδικά στην εποχή που ζούμε, είναι τόσο απρόβλεπτη η εξέλιξη».
Δέσποινα Χαραλάμπους: Να προσθέσω ότι έρχεται και από την αγάπη μας για τα κόμικς, που προσωπικά θεωρώ ότι είναι μία από τις πιο σημαντικές κατακτήσεις της τέχνης στον 20ό αιώνα. Το ευρωπαϊκό κόμικς γνώρισε τη μεγάλη του ακμή τη δεκαετία του ’90 και η ταινία αυτή συνδέεται μέσω του σχεδιαστή της οπτικής ταυτότητάς της, που είναι ο Βέλγος κομίστας και αρχιτέκτονας, Φρανσουά Σουιτέν. Εκτός από εμένα, που είμαι η δεύτερη αρχιτέκτονας, υπάρχει και τρίτος, ο Κωστής Κτιστάκης, ο οποίος είναι ο δημιουργός του 3D. Ο Σουιτέν, διαβάζοντας το σενάριο, σκέφτηκε έναν θόλο που κλείνει όλον αυτόν τον κόσμο μέσα του. Ένα κτίριο απ’ όπου κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει.
— Δεν υφέρπει σε όλες τις ταινίες τού είδους το πολιτικό μέσα από υπαρξιακά ζητήματα;
Δ.Χ.: Η επιστημονική φαντασία δεν μιλάει για το μέλλον, γιατί δεν το ξέρουμε. Ειδικά στην εποχή που ζούμε, είναι τόσο απρόβλεπτη η εξέλιξη.
— Οι περισσότερες ταινίες επιστημονικής φαντασίας δεν είναι φουτουριστικές;
Δ.Χ.: Πάντα όμως έχουν σχέση με το παρόν. Είναι ένα είδος που σήμερα είναι αρκετά γοητευτικό και γίνονται πάρα πολλές ταινίες. Δηλαδή σε αυτή την αμφισημία που ζούμε, τη δυσκολία μας να καθορίσουμε τι ακριβώς συμβαίνει, καθώς ζούμε σε καιρούς πολύ περίεργους, η επιστημονική φαντασία μάς βοηθάει να σχολιάσουμε, επινοώντας ουσιαστικά εναλλακτικές του παρόντος. Αυτό είναι κι αυτή η ταινία.
— Πού είναι γυρισμένο; Τι είναι αυτό το μπρουταλιστικό οικοδόμημα;
Δ.Χ.: Καταρχάς έχει πάρα πολλά εφέ. Νομίζω ότι είναι η ελληνική ταινία με τα περισσότερα πλάνα με οπτικά εφέ και χρήση 3D. Οι υπόλοιποι χώροι είναι τα υπόγεια της πανεπιστημιούπολης του Ζωγράφου. Αλλά και τα εξωτερικά γυρίστηκαν σε κλειστούς χώρους και αργότερα προστέθηκε το φόντο.
— Δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλό το κόστος για ελληνική παραγωγή;
Δ.Χ.: Είχαμε ήδη κάνει δύο μικρού μήκους και έχουμε πειραματιστεί να κάνουμε εφέ σε ένα κόστος που θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί. Έχουμε μια εμπειρία στα εφέ, αν και έχουν εξελιχθεί ακόμη πιο πολύ. Ήδη περνάμε και στην επόμενη εποχή που λέγεται ΑΙ ή ΤΝ.
Π.Π.: Στην ταινία αυτή όμως δεν χρησιμοποιήσαμε ΤΝ. Από ’δω και πέρα να δούμε.
— Αισθητικά είναι αρτιότατη, με την επιλογή του ασπρόμαυρου να αναδεικνύει και όλα τα υπόλοιπα.
Π.Π.: Η επιλογή του ασπρόμαυρου, καταρχάς, δεν έγινε για πρακτικούς λόγους. Είναι ηθελημένη και ουσιαστικά έγινε για να δώσει στην ιστορία έναν διαχρονικό χαρακτήρα. Δεν την τοποθετεί στο μέλλον, έτσι κι αλλιώς όλα συμβαίνουν σε έναν τόπο εκτός χρόνου. Θέλαμε να του δώσει μια διαχρονικότητα. Κατά κάποιον τρόπο να συνομιλήσει με τον Κάφκα, το φιλμ νουάρ και τις ταινίες του εξπρεσιονισμού. Να δώσει ένα καθαρό παιχνίδι φωτός και σκιάς.
— Αναφέρεστε στην κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Όσον αφορά τη διαχρονικότητά του, δεν θα λέγατε ότι αυτό επιβεβαιώνεται από το σενάριο και τους ανθρώπινους χαρακτήρες με όλες τους τις αδυναμίες και πάθη;
Δ.Χ.: Είναι καθημερινοί άνθρωποι και κανένας δεν είναι ακριβώς καλός, ούτε ακριβώς κακός. Έχουν ανθρώπινες αδυναμίες. Πέρα από την πολιτική αλληγορία ενός συστήματος που χρησιμοποιεί έναν «υπέρτατο» σκοπό για να χειραγωγήσει την κοινωνία, ουσιαστικά η αλληγορία είναι και υπαρξιακή. Είμαστε εγκλωβισμένοι. Η ηρωίδα λέει κάποια στιγμή «δόξα τω Θεώ, είμαι γριά». Είναι σαν να λέει: «θα πεθάνω, ο θάνατος είναι η διαφυγή και δεν μπορείτε να κάνετε κάτι γι’ αυτό». Η αλληγορία είναι και υπαρξιακή, όπως στην ίδια τη ζωή, στην οποία είσαι κάπου κλεισμένος, στο φύλο, στη χώρα, στις κοινωνικές συμβάσεις και από εκεί δεν μπορείς να ξεφύγεις.
— Η ταινία είναι δομημένη σε πολλές μικρές ενότητες με φράσεις που σχολιάζουν την εξέλιξή της. Σε ένα από τα τελευταία η αναφορά είναι στον χρόνο. Αυτό είναι τελικά το θέμα, ο χρόνος και η μνήμη;
Δ.Χ.: Λέει «ο χρόνος είναι σπείρα, βιδώνεται στο σύμπαν και γεννά την Ιστορία».
— Το είχαμε δει και στην «Arrival» του Βιλνέβ.
Π.Π.: Ο οποίος το έχει εμπνευστεί στη φιλμογραφία του από το «La Jetée» («Σταθμός αποχαιρετισμού») του 1962, ταινία μικρού μήκους του Κρις Μαρκέρ η οποία αναπτύσσεται από ακίνητες εικόνες, εκτός από μια σύντομη στιγμή. Το έχουμε ενσωματώσει λίγο κι εμείς στα πλάνα μας της μνήμης. Πρόκειται για μυθική ταινία και έχει επηρεάσει πολλούς γιατί έχει αυτές τις διαδρομές πίσω μπρος στον χρόνο. Είναι και η πηγή έμπνευσης της αμερικανικής ταινίας του Τέρι Γκίλιαμ «Οι δώδεκα πίθηκοι». Ήταν μια ανάπτυξη της ιστορίας του Μαρκέρ.
Δ.Χ.: Το «La Jetée» είναι μια ταινία που έδρασε καταλυτικά στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας.
— Ποιοι συγγραφείς σάς έχουν επηρεάσει;
Δ.Χ.: Για μένα ο Φίλιπ Κ. Ντικ, ο κόσμος της αμφιβολίας που περιγράφει, το ερώτημα τι είναι ψυχή.
— Ωστόσο έχετε αναφορές στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, όπως η σκηνή με τον Καιάδα.
Π.Π:. Θα μπορούσε να είναι και ο χορός του Ζαλόγγου. Θα έλεγα ότι δεν είναι μόνο ένα θέμα μυθολογικό αλλά φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Ζήσαμε με συγκίνηση την καταστροφή των Δίδυμων Πύργων. Το πιο ανατριχιαστικό ήταν που έβλεπα μαύρες φιγούρες να πηδάνε στο κενό.
— Θα λέγατε ότι έχετε δανειστεί στοιχεία από το «Metropolis»;
Δ.Χ.: Κατά κάποιο τρόπο, ναι.
Π.Π.: Το στοιχείο που αγαπάω στο «Metropolis» είναι το προλεταριάτο που ζει στο υπόγειο και κάποιοι ευνοούμενοι που ζουν στον αέρα. Εμείς χρησιμοποιούμε τον διαχωρισμό της κοινωνίας σε κάστες.
Δ.Χ.: Επίσης έχει να κάνει με την ελληνική κρίση. Όταν αρχίσαμε το σενάριο, γύρω μας είχε επικρατήσει η άποψη ότι για να επιζήσουμε θα έπρεπε να «θυσιάσουμε» όσους περισσεύουν. Είναι ένα σχόλιο για το πώς επιβιώνεις σε μια κοινωνία εγκλωβισμένη στην κρίση της.
— Ποιος είναι ο κεντρικός ήρωας που συνεχώς επανέρχεται από εποχή σε εποχή χωρίς ποτέ να γερνάει;
Π.Π.: Δεν υπάρχει απάντηση. Ένα πρόσωπο στην ιστορία το οποίο επανέρχεται από εποχή σε εποχή χωρίς να αλλάζει, συνομιλεί και με την έννοια του Μεσσία, αλλά και με αυτήν ενός δαίμονα. Ένας μοιραίος άνδρας που δεν μας αφήνει να φύγουμε.
— Άρα περισσότερο προς μια θεολογική έννοια;
Δ.Χ.: Υπάρχει ένα σχόλιο στην αφήγηση που μιλά για τον Θεό. Θέλαμε να έχει μια δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού. Όλα αυτά τα υπαρξιακά και πολιτικά θέματα να έχουν μια ελαφρότητα κρυμμένου χιούμορ.
— Πάντως μου έφερε στον νου το «Θεώρημα» του Παζολίνι.
Π.Π.: Στο «Θεώρημα» είναι το ίδιο ακριβώς ανοικτό. Τι είναι αυτή η παρουσία που μπαίνει μέσα σε μια οικογένεια και τη διαλύει; Είναι ο καταλύτης και το ερώτημα αν είναι καν άνθρωπος μένει ανοιχτό το ερώτημα.
— Σε εσάς είναι άφθαρτος, ένα μυστήριο που παραμένει αναπάντητο. Επίσης έχει μια τρομερή άνεση να γοητεύει γυναίκες. Κι όλοι μιλάνε απενοχοποιημένα για το σεξ.
Δ.Χ.: Θεωρώ ότι σε μια κλειστή κοινωνία που είναι μάλλον σε παρακμή, θα υπήρχε μια σχετική άνεση και όχι αυστηροί οικογενειακοί κανόνες.
Π.Π.: Υπάρχουν και στοιχεία παραμυθιού, όπως οι λέξεις που εμφανίζονται ανάγλυφες στους τοίχους. Είναι μια κοινωνία απομονωμένη, δεν υπάρχει πλανήτης, μόνο μια νύξη ότι κάπου υπάρχουν κι άλλοι θόλοι. Κι όσον αφορά τον πληθυσμό, δεν υπάρχουν οικογένειες, και τα μόνα παιδιά είναι κάποιοι έφηβοι που τους επιτίθενται.
— Μία άλλη απόπειρα δεν ήταν και η «Πρωινή περίπολος» του Νικολαΐδη; Να που γίνονται ανάλογες ταινίες στην Ελλάδα.
Π.Π.: Και απαντάει στο ερώτημα γιατί να το κάνεις στην Ελλάδα, όπως και ότι μπορεί να γίνει με έξυπνους τρόπους οικονομικά. Εμείς διαλέξαμε να το κάνουμε στα ελληνικά και να το κάνουμε εδώ, γιατί θέλαμε να είναι αυθεντικό και –γιατί όχι;– με έναν τρόπο κάπως εξωτικό.
Δ.Χ.: Κάποια από τα ονόματα είναι αρχαιοελληνικά, ενώ οι γραφές στους τοίχους είναι επίσης αναφορά στη συνεχόμενη γραφή. Είμαστε άλλωστε φτιαγμένοι από Ελλάδα, κι από την αρχαία και από τη νεότερη, από την αγάπη μας στον παγκόσμιο κινηματογράφο, από την ιστορία, τις ταινίες, την αρχιτεκτονική και τα κόμικς.
— Τι σηματοδοτεί για εσάς ο αριθμός 7 του τίτλου;
Δ.Χ.: Ίσως ο πιο συμβολικός από τους αριθμούς, με ολόκληρο δικό του κεφάλαιο στη μυθολογία και στη θεολογία. Αν μου λέγατε να διαλέξω ένα από τα σημαινόμενα του αριθμού επτά, θα διάλεγα τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας, γιατί κάθε φορά που ο Ηρακλής κόβει ένα, ξεφυτρώνουν δύο στη θέση του. Η αέναη σπείρα του χρόνου.
Π.Π. Η χρήση του αριθμού 7 στη μυθολογία και στη λογοτεχνία είναι ευρύτατη: «Επτά επί Θήβας», «Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι», «Οι επτά στύλοι της σοφίας». Κατά κάποιον τρόπο, τον τιμούμε σαν θεότητα δίνοντας στην πολιτεία τον αριθμό αυτόν και υπαινισσόμενοι ότι ενδεχομένως να υπάρχουν και άλλες παρόμοιες ανθρώπινες αποικίες, ο Τόμος Έξι, ο Τόμος Δέκα, κ.ο.κ. Μην ξεχνάμε ότι και ολόκληρος ο κινηματογράφος έχει τιμήσει τον αριθμό γενναιόδωρα: «Οι επτά σαμουράι», «Se7en», «Επτά χρόνια φαγούρα», «Η έβδομη σφραγίδα», «Επτά φορές γυναίκα», «Το έβδομο ταξίδι του Σεβάχ του Θαλασσινού», «Οι επτά αμαρτωλοί», «Επτά νύφες για επτά αδέλφια», «Επτά ημέρες του Μαΐου»... Το κουίζ προσφέρεται και για νυχτερινό παιχνίδι σε σπίτια.
— Με ποιον τρόπο συνεργάζεστε στη σκηνοθεσία;
Η απάντηση είναι πολύ απλή, χωρίζουμε τις δουλειές. Ο ένας κάνει το σενάριο, ο άλλος κάνει τα πλάνα, ο ένας κάνει το μοντάζ, ο άλλος τον ηχητικό σχεδιασμό, και οι δύο με τους ηθοποιούς κ.λπ. Τίποτα δεν γίνεται αυθαίρετα, ερήμην του άλλου. Όπως μας αρέσει να λέμε, «γιατί ένα τέκνο να μην έχει την ασφάλεια και των δύο γονιών του;».
— Πάντως συνεπικουρείται το εγχείρημά σας από αρκετούς διεθνείς συνεργάτες.
Δ.Χ.: Είναι συμπαραγωγή Ελλάδας, Κύπρου και Σερβίας, με χρηματοδότηση από το Creative Europe Media. Πραγματοποιήθηκε από μια ομάδα διεθνή, τον Ρουμάνο διευθυντή φωτογραφίας Ιοάν Μέλτσερ, τον Φρανσουά Σουιτέν, που εκτός από graphic novel artist είναι και αρχιτέκτονας (έχει σχεδιάσει σταθμούς μετρό σε Γαλλία και Βέλγιο), ενώ τα εφέ φτιάχτηκαν στην Ινδία. Να τονίσω την τεράστια συμβολή του Νίκου Κυπουργού στην ταινία, που έγραψε τη μουσική.
Π.Π.: Θέλαμε η μουσική να μην έχει τα στερεότυπα των ταινιών επιστημονικής φαντασίας αλλά να έχει μια ελληνικότητα, συνδυασμένη με μια μελαγχολία και εσωτερικότητα που συνοδεύουν τους ήρωες.
Δ.Χ.: Επίσης θέλω να αναφερθώ στην εξαιρετική ηθοποιό Στέλα Φυρογένη που ερμηνεύει την κεντρική ηρωίδα και στην ταινία παρακολουθούμε ολόκληρη τη ζωή της, από κοριτσάκι μέχρι τα βαθιά γεράματα. Είναι και η αφηγήτρια. Πρωταγωνιστές επίσης είναι ο Κωστής Μπούντας και η Κρίστελ Καπερώνη. Αλλά και οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι σπουδαίοι: Λάμπρος Τσάγκας, Βασίλης Κουκαλάνι, Αγγελική Λεμονή, Πάνος Κρανιδιώτης, Γιώργος Σύρμας, Νίκος Παντελίδης, Μαρία Μπρανίδου, Σταύρος Καλλιγάς, Ντέμπορα Οντόγκ, Μάριος Κρητικόπουλος.
VOLUME 7 - ΤΟΜΟΣ 7 trailer