Δύο αδέρφια, ο Μιχάλης και ο Νώντας, δουλεύουν σε γραφείο κηδειών και προσπαθούν να πιάσουν την καλή. Όμως, ο Νώντας έχει μπλεξίματα με την ελληνική μαφία και πρέπει να συγκεντρώσει άμεσα ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Έτσι, προτείνει στον Μιχάλη να αρχίσουν να ληστεύουν τράπεζες. Για κακή τους τύχη, ο αρχηγός της αστυνομίας, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη ραγδαία αύξηση της εγκληματικότητας, έχει αρχίσει να τοποθετεί μυστικούς αστυνομικούς στα υποκαταστήματα όλων των τραπεζών, κάνοντας τη ζωή των δύο αδερφών ακόμα δυσκολότερη. Η κατάσταση ξεφεύγει εκτός ελέγχου, όταν ο Μιχάλης γνωρίζει τον έρωτα της ζωής του στο πρόσωπο μία τραπεζικής υπάλληλου με ιδιαίτερα «γραφική» οικογενειακή ζωή. Δηλαδή ο πατέρας της είναι αυτοκτονικός και η ίδια δεν μπορεί να του αποκαλύψει από την αρχή πως είναι ειδική πράκτορας της αστυνομίας με πόστο στην τράπεζα και αποστολή να εξαρθρώσει τους περίφημους ληστές.

Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος έγραψε το σενάριο και πρωταγωνιστεί σε μια μαύρη κωμωδία με στοιχεία τρυφερού ερωτικού δράματος και γκαϊριτσικής/ταραντινικής περιπέτειας - ζευγάρι γκέι αστυνομικών που δεν είναι και τόσο καθαροί όσο θα έπρεπε, νεκροθάφτης που βάζει για βουλευτής, χρέη στη μαφία, αδέλφια που οδηγούνται σε κωμικά και υπό όρους εγκλήματα. Μιλάει κυρίως για τους δεσμούς αγάπης και τη σπουδαιότητά τους. Ο Μιχάλης του Χαραλαμπόπουλου είναι ένας Βέγγος μιας νέας εποχής, καλόκαρδος, φουριόζος, αισιόδοξος, ονειροπαρμένος, αφελής και δραστικός, χωρίς να το καταλαβαίνει. Από τα ίδια του τα χέρια δεν μπορεί παρά να είναι συμπαθής, και αυτή είναι η μεγάλη αδυναμία μιας ταινίας που ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος χειρίστηκε άρτια και κοφτερά. Ενώ το σενάριο, όπως και η σκηνοθεσία άλλωστε, έχει ρυθμό, ο κεντρικός χαρακτήρας δεν ξαφνιάζει και μας οδηγεί σε μια ασφαλή και αναμενόμενη λύση. Όλοι οι χαρακτήρες αναπτύσσονται γύρω από έναν άνθρωπο που ο Χαραλαμπόπουλος δεν ταρακούνησε ιδιαίτερα, προσπαθώντας με επιτυχία να τον εντάξει στις ακραίες καταστάσεις στις οποίες μπλέκεται (πόσο πιο φευγάτη ήταν, ας πούμε, η μοίρα του Σαμ Λόρι στο Μπραζίλ ή του Ραούλ Ντιούκ στο Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας. Γι' αυτό και η αίσθηση μετά το τέλος της ταινίας είναι ικανοποιητική αλλά λιποβαρής. Χωρίς να σημαίνει πως δεν είναι αξιέπαινη η απόπειρα του Χαραλαμπόπουλου να γράψει, κινηματογραφικότατα μάλιστα, μια κωμωδία ευρείας κατανάλωσης που δεν είναι παραδομένη στα αστεία ή στην κατηγοριοποίηση άνευ όρων.