Πρωτοποριακή δουλειά του Βρετανού Γουότκινς, μέντορα του Μάικλ Μουρ (ο οποίος εκτέλεσε χρέη μοντέρ στη συγκεκριμένη ταινία), την περίοδο που ο κόσμος βούιζε με την επέμβαση των Αμερικανών στο Βιετνάμ και την οργανωμένη προσπάθεια κατάπνιξης κάθε φωνής διαμαρτυρίας. Η προβολή της ταινίας είναι μια πρώτης τάξεως επέτειος για τα 40χρονα από το απίστευτο ‘68, τότε που κλιμακώνονταν οι επεμβάσεις των στρατευμάτων στην Ασία από τον Πρόεδρο Τζόνσον, με μισό εκατομμύριο φαντάρους στις ζούγκλες, δολοφονούνταν μέσα σε διάστημα δυο μηνών ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ο Ρόμπερτ Κένεντι, και οργανώνονταν τα αντιμιλιταριστικά κινήματα και οι ακτιβιστικές ομάδες, με τον Άμπι Χόφμαν, τον Τζέρι Ρούμπιν, τους Μαύρους Πάνθηρες και τους καλλιτέχνες που τους υποστήριζαν με συναυλίες και συνεντεύξεις.

Ο Γουότκινς είχε μετακομίσει οικογενειακώς στην Αμερική και ετοίμαζε μια τριλογία με πολιτικο-ιστορικό θέμα και εκπαιδευτικό σκοπό. Είχε επίσης σκοπό να κάνει μια ταινία για την περίφημη πολιτική δίκη στο Σικάγο, αλλά την τελευταία στιγμή το σχέδιο κατέρρευσε και είχε την ιδέα να κάνει ταινία μια φανταστική ιστορία, με ερασιτέχνες ηθοποιούς και την ίδια τεχνική ομάδα, για τα πάρκα τιμωρίας που, με βάση έναν αυστηρότατο νόμο από το 1950 για να καταπολεμηθούν οι εκδηλώσεις κομμουνισμού στις ΗΠΑ, προβλέπονταν προς παραδειγματισμό και εγκλεισμό των πολιτικά αντιφρονούντων.

Οι «ηθοποιοί», νέοι, φοιτητές, πολιτικά συνειδητοποιημένοι ή και ενεργοί σε πορείες και διαδηλώσεις, αυτοσχεδίασαν και βασικά έφεραν τις δικές τους απόψεις σε ένα ανοιχτό πλατό. Από την άλλη πλευρά, κάποιοι από τους ανθρώπους που υποδύονταν την καθεστηκυία τάξη, τους δικαστές και την εθνοφρουρά, είτε είχαν θητεία στα συγκεκριμένα επαγγέλματα (αστυνομικοί για παράδειγμα) είτε και εκείνοι εκπροσωπούσαν την αντίθετη φωνή, του κατεστημένου και της συντηρητικής υποστήριξης στην κυβέρνηση και τις εντολές της. Μερικοί από τους συμμετέχοντες διακρίθηκαν από υπερβάλλοντα ζήλο και ο Γουότκινς έκανε αμάν για να τους συμμαζέψει - τόσο ζεστά είχαν πάρει το ρόλο τους.

Ο Βρετανός κινηματογραφιστής κατέθεσε ένα ντοκουμέντο της εποχής του και μαζί με αυτό εξέφρασε την υπερβολή και την έλλειψη κυνισμού που διέκρινε τα ‘60s, μια αφέλεια ενός λαού που είδε την αδικία για πρώτη φορά και την αντιμετώπισε με την ίδια ορμή με την οποία μάσησε την πρώτη του τσίχλα. Με 16άρες κάμερες στο χέρι και δομή φουτουριστικής περιπέτειας, το Punishment Park γυρίστηκε το καλοκαίρι του 1971 στην έρημο του Σαν Μπερναντίνο έξω από το Λος Άντζελες και είναι ένα εξαιρετικά δυνατό ψευδοντοκιμαντέρ με επαναστατική χρήση της αφήγησης σε πρώτο πρόσωπο, που επηρέασε το είδος και μπορεί να αποδώσει με τεχνικές μυθοπλασίας την ιδεολογία και τα γεγονότα, χωρίς να αποκαλύπτει τα τρικ του. Μέλη του συνεργείου βοηθούσαν τους ηθοποιούς στις σκηνές της καταδίωξης και σε κάποιες στιγμές το φιλμ θυμίζει το Dangerous Game των Κούπερ και Σέντσακ σε ολέθρια ρεαλιστική εκδοχή.

Οι μεταφορές της αλληγορίας των φανταστικών αυτών πάρκων, μια διασταύρωση του Γκουαντάναμο με το Άμπου Γκράιμπ, στη σύγχρονη περίοδο της πολιτικής ιστορίας των ΗΠΑ είναι τόσο προφανείς που είναι περιττό να σχολιαστούν, όσο περιττό είναι να προσθέσουμε πως η συγκεκριμένη ταινία, μαζί με το μέλλον του Γουότκινς στην εκπαιδευτική και όποια άλλη διανομή, εξανεμίστηκε με το καλημέρα. Εδώ, η μεγάλη του στιγμή στο παγκόσμιο σινεμά, το ντοκιμαντέρ με θέμα μια φανταστική πυρηνική καταστροφή στην Αγγλία, που του χάρισε το Όσκαρ το 1966, το War Game, ήταν παραγγελία του BBC και δεν παίχτηκε ποτέ στο βρετανικό κανάλι. Το Punishment Park θα είχε καλύτερη τύχη; Μην τα χάσετε, μαζί με άλλες του δημιουργίες, στη ρετροσπεκτίβα που οργανώνει η αίθουσα Τριανόν από απόψε.