Ιούνιος 1988, ένα θηρίο στη σκηνή, στο απόγειο της δόξας του
Εκατό εκατομμύρια: ένας αριθμός αστρονομικός, γραμμένος στον καθρέφτη. Ένας στόχος ουτοπικός, που αντίκριζε καθημερινά και στα διψασμένα μάτια του φάνταζε πιθανός. Το όριο που ο «Man in the Mirror» έθεσε στον εαυτό του, το αριθμητικό μάντρα που τριβέλιζε το εμμονικό μυαλό του, δεν κατάφερε να το φτάσει. Αποδείχτηκε πως ο ουρανός δεν ήταν το όριο ούτε και για τον πιο ονειροπόλο ανάμεσα στους music stars της εποχής του. Το άλμπουμ «Bad» τελικά πούλησε 35 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως και κατετάγη δεύτερο τη δεκαετία του ’80. Το πρόβλημα (βασικά του Μάικλ Τζάκσον και κανενός άλλου) ήταν ότι στην κορυφή δεν βρισκόταν κάτι άλλο παρά το δικό του «Thriller», εκείνο που ήθελε διακαώς να ξεπεράσει και ποτέ δεν το κατάφερε – αυτουργός ήταν ο ίδιος, εν μέρει ερήμην του.
Μια ανυπέρβλητα ταλαντούχα, εξίσου εκκεντρική προσωπικότητα που συνάρπαζε τις μάζες μερικά χρόνια πριν, ενδυματολογικά επιμελημένη στην εντέλεια, λεπτομερώς κομμένη και ραμμένη στις επιρροές και τις επιδιώξεις του, ένα πλάσμα που έμοιαζε ταυτόχρονα παραμυθένιο και απόκοσμο, με μια όψη που σταδιακά άφηνε πίσω τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά αλλά και την οικειότητα που το έκανε αγαπητό, του γύρισε όμως μπούμερανγκ μετά από την εντατική υπερέκθεση δυο πυκνών χρόνων γεμάτων από τεράστιες επιτυχίες, πρωτοποριακά βίντεο και στενή παρακολούθηση της ζωής του.
Οι bouncers έβγαζαν σηκωτές από τα διαχωριστικά κιγκλιδώματα τις κυρίως ανήλικες φαν που λιποθυμούσαν η μια μετά την άλλη, σαν να παραλάμβαναν ταχυδρομικά δέματα προς παράδοση, και η αρένα δεν έπαψε ποτέ να ουρλιάζει υστερικά, ειδικά στο «Billie Jean» και το «Beat It», προσπαθώντας, ευτυχώς χωρίς επιτυχία, να σκεπάσει τον ήχο.
Συμπίπτοντας με την έκρηξη του MTV, ο Τζάκσον εκτοξεύθηκε με έναν σαρωτικό τρόπο που ο Έλβις δεν είχε φανταστεί και οι Beatles, το μόνο συγκρίσιμο act στη μουσική βιομηχανία, έφτασαν μεν, χωρίς όμως την παντοδύναμη εικόνα που συμπλήρωνε άρρηκτα τα μουσικά επιτεύγματα. Κανείς δεν είπε ποτέ πως ο Τζάκσον τραγουδούσε μέτρια, ή ότι δεν ήξερε να χορεύει καλά, ή ότι δεν έβαλε το χέρι του στον γάμο της μουσικής με την εικόνα. Ήδη, ωστόσο, η μαρκέ εμφάνιση, οι φορσέ σχέσεις του, οι φωτογραφίες στον υπερβαρικό θάλαμο, τα οξυγόνα και ο χιμπατζής, η Ντίσνεϊλαντ και οι λακαρισμένες μπούκλες έκαναν τον κόσμο να μπουχτίσει και έκρυψαν τις αρετές του.
Κι όμως, το αγόρι με την αγγελική φωνή που ξεκίνησε ένα (υπολογισμένο, προσεκτικό) βήμα μπροστά από τα αδέλφια του ως μέλος των Jackson 5, συνέχισε ως έφηβος μαζί τους –αν και η μετάβαση σε Jacksons τον έφερνε σε μια δημιουργική αμηχανία–, αυτονομήθηκε με ένα μαγικό break στο γεμάτο από τέλεια post disco και τρυφερές μπαλάντες «Off the wall» και κατέκτησε τον πλανήτη με το εμβληματικό «Thriller», Νο1 το 1983 αλλά και το 1984 (δεν έχει επαναληφθεί αυτό), έγινε μηχανή συναπτών επιτυχιών και σπαρταριστών κλιπ, με αποκορύφωμα το ομώνυμο κομμάτι σε σκηνοθεσία Τζον Λάντις, δεν είχε ποτέ ξεμυτίσει από τα σύνορα της χώρας του. Τον ξέραμε όλοι πολύ καλά, αλλά εκτός Αμερικής δεν τον είχε δει κανείς.
Η τουρνέ για το «Bad» σηματοδότησε την πρώτη του εκστρατεία σε όλον τον κόσμο και δεν θα μπορούσα να τη χάσω. Με σπόνσορα την Pepsi –λίγο έλειψε να τον σκοτώσει στο διαβόητο ατύχημα με το πυροτέχνημα στα γυρίσματα ενός διαφημιστικού, στο οποίο κάηκε μέρος του κρανίου του και το οποίο τον οδήγησε στον εθισμό στα ισχυρά παυσίπονα και τα αναισθητικά–, το ταξίδι που συγκέντρωσε πάνω από 4 εκατομμύρια θεατές ξεκίνησε από την Ιαπωνία και ολοκληρώθηκε στο Λος Άντζελες, με 121 ενδιάμεσες στάσεις, ανάμεσα στις οποίες και η Γαλλία.
Φοιτητής τότε στο Παρίσι, ήμουν μεγαλύτερος φαν του πιο εξωτικού Prince, που θα παρακολουθούσα στο μεγαλειώδες σόου του στο «Lovesexy Τour» λίγες ημέρες αργότερα, αρχές Ιουλίου νομίζω (εκεί που βυθίστηκε κάτω από τη σκηνή με την ημίγυμνη περκασιονίστα του, Sheila E, σε ένα πτυσσόμενο κρεβάτι σε σχήμα καρδιάς μετά από ένα εκκωφαντικό τζαμάρισμα), αλλά έψαξα αμέσως εισιτήρια για το απόλυτο φαινόμενο και μεγάλο ανταγωνιστή του σε μουσικούς όρους, και δεν θυμάμαι να δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα, αν και μου διαφεύγουν οι λεπτομέρειες του browsing σε προ-ιντερνετικές εποχές.
Πήγα νωρίς στο Parc des Princes, με perfecto δερμάτινο εννοείται. Έκανε ζέστη και είχε άπειρο κόσμο στην αρένα, που αν είσαι στα όρια του ανήλικου δεν σε κουράζει, και αν δεν είσαι, πρέπει να το θέλεις πολύ. Βέβαια, λυπήθηκα ειλικρινά την Κιμ Γουάιλντ που άνοιξε τη συναυλία με φτωχό σετ, καθόλου συνάφεια και κακό ήχο, και ενώ είχε μόλις κάνει την επιτυχία της, το «You keep me hangin’ on» (το μόνο που τη συνέδεε με τον Τζάκσον, λόγω Motown) – έφαγε τέτοια γιούχα και τενεκεδάκια από αναψυκτικά στο κεφάλι, που ούτε ο Boy George στο Καλλιμάρμαρο δεν είχε «γευτεί», και χωρίς πολλά λόγια αποχώρησε αξιοπρεπώς, μέχρι να καλμάρει το πλήθος και να ηλεκτριστεί το Παρίσι στο σούρουπο, κάτω από τους ήχους του «I wanna be starting something».
Michael Jackson - Bad Tour Live in Paris (June 28, 1988)
Μέσα σε καπνούς και τα συνθ μπάσα του Γκρεγκ Φίλινγκεϊνς, ο Μάικλ Τζάκσον έκανε apparition ως άλλη θεότητα, βασιλιάς της ποπ με τα όλα του, στο απόγειο της φωνητικής του δεινότητας, υπερκινητικός και ακριβής σαν μετρονόμ, με φουλ μπάντα και ρωμαλέα δεύτερα φωνητικά (η νεαρή Σέριλ Κρόου στα backing vocals), δεν πάτησε ούτε μία λάθος νότα και όργωσε την τεράστια σκηνή για δυο και πλέον ώρες, λέγοντας ασταμάτητα όλα τα παλιά και τα καινούργια, από τα κλασικά των ’70s ως το «Bad», που έκλεισε τη βραδιά. Με τους Roxy Music, τον Μάιλς Ντέιβις, τον Κιθ Τζάρετ, την Κόκο Τέιλορ και την Έλα Φιτζέραλντ στο τίμιο αλλά περιορισμένο βιογραφικό μου (τους Police δεν τους πρόλαβα) και με μοναδικό καυτό επεισόδιο τα άκυρα δακρυγόνα στον Ρόρι Γκάλαχερ στο πέταλο του γηπέδου της Φιλαδέλφειας, τέτοιο χαμό δεν είχα δει, ούτε θα ξανασυναντούσα στη συναυλιακή καριέρα μου. Οι bouncers έβγαζαν σηκωτές από τα διαχωριστικά κιγκλιδώματα τις κυρίως ανήλικες φαν που λιποθυμούσαν η μια μετά την άλλη, σαν να παραλάμβαναν ταχυδρομικά δέματα προς παράδοση, και η αρένα δεν έπαψε ποτέ να ουρλιάζει υστερικά, ειδικά στο «Billie Jean» και το «Beat It», προσπαθώντας, ευτυχώς χωρίς επιτυχία, να σκεπάσει τον ήχο. Την ποπ της εφηβείας μας, της κρίσιμης ηλικίας μεταξύ 13 και 16, την κουβαλάμε μέσα μας για πάντα, σαν ζεστό σημείο αναφοράς για ό,τι έρθει αργότερα. Και ο βασιλιάς της δεν έφυγε ποτέ από το ραντάρ της, με όλες τις μεταλλάξεις και τις φάσεις του. Χαίρομαι που δεν σνόμπαρα τις συναυλίες του εξαιτίας του υπερβολικού hype που τον συνόδευε, αλλά και επειδή μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, όλα τα φαινόμενα γίνονται ringard (ξεπερασμένα), που λένε και οι Γάλλοι, όταν ξεπέφτουν από τον στραφταλιστό θρόνο της μόδας. Η δύναμη των τραγουδιών του λειτουργούσε υπέρ του ακόμη και στις πεσμένες περιόδους του και ο ίδιος υποστήριζε τους κύκλους που δημιουργούσε, ανεξάρτητα από το γούστο του καθενός.
Οκτώβριος 2009, «This is it», μερικούς μήνες μετά τον θάνατο του Μάικλ Τζάκσον
Η ειρωνεία είναι παρούσα: ο τίτλος, που σημαίνει «αυτό είναι και τέρμα», παραπέμπει στην τελική του δήλωση στη συνέντευξη Τύπου κατά την οποία ανήγγειλε την αυλαία στο Λονδίνο αλλά και στο όνομα της τουρνέ, που καλύφθηκε από μια νοσηρή φημολογία, όταν ο Τζάκσον πέθανε από ανακοπή τον Ιούνιο του 2009.
Το φιλμ απευθύνεται στους περίεργους και τους φαν, και ουσιαστικά είναι ένα «παθιασμένο δώρο», όπως λέει και η αφιέρωση στους τίτλους αρχής, σε όσους τον αγαπούσαν παρά τις παραμορφωτικές επεμβάσεις και σε όσους πλήρωσαν για τις 50 sold-out συναυλίες αλλά δεν θα τον έβλεπαν ποτέ από κοντά – γνωρίζω πολλούς που δεν εξαργύρωσαν τα ακριβά εισιτήρια, αλλά τα κορνιζάρισαν με λύπη, σαν να ήταν η χαμένη ευκαιρία μιας ζωής. Τα ενδιαφέροντα νέα είναι πως η ταινία, χωρίς να είναι ακριβώς ντοκιμαντέρ (οι μαρτυρίες είναι περιορισμένες και όλο το focus πηγαίνει στον Τζάκσον, χωρίς υποψία κιτρινισμού), δείχνει νέο οπτικό υλικό που γυρίστηκε για να εμπλουτίσει το σόου και αφορά μια τρισδιάστατη προσθήκη στο «Thriller» και ένα επιπρόσθετο μοντάζ στο «Smooth Criminal», μαζί με οπτικά υπόλοιπα του γλυκερού «Earth Song». Ενώ υπάρχει μια αδιόρατη θλίψη γιατί το υλικό αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στο ακριβές του πλαίσιο, δηλαδή στις γιγαντοοθόνες πίσω από τον Τζάκσον· το βλέπουμε full screen και μας πάει μια μικρή βόλτα σε déjà vu μονοπάτια με τη βοήθεια φρέσκιας τεχνολογίας.
Ο φοβιστικός στα κοντινά του πλάνα Τζάκσον, προς έκπληξη όσων περίμεναν έναν ζωντανό-νεκρό, δεν χρειαζόταν πατερίτσες, οξυγόνο ή «πι» για να βγάλει πέρα τις απαιτητικές πρόβες του. Σε αποσπάσματα από ξεχωριστές μέρες (το καταλαβαίνουμε από τα διαφορετικά ρούχα που δοκιμάζει), βλέπουμε ότι ο Τζάκσον διαθέτει την ενέργεια και τη δύναμη να εκτελέσει ατόφιες όλες τις κινήσεις που τον έκαναν διάσημο. Χορευτικά, στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, και μολονότι δεν κάνει τίποτε καινούργιο, εντυπωσιάζει με το σφρίγος του – άρρωστος ή όχι, μην ξεχνάμε ότι είχε πατήσει τα 50 και είχε ήδη κάψει μερικές φλάντζες. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος γι’ αυτό που εισέπραξα φωνητικά. Άλλοτε τον ακούμε να δοκιμάζει σε φουλ γκάμα την ερμηνεία του, άλλοτε τον βλέπουμε να μαγκώνεται, να διστάζει και να παραπονιέται πως βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο και επιθυμεί να προφυλάξει τις χορδές του, παρακαλώντας κατ’ επανάληψη να μην ανεβάζουν την ένταση οι μουσικοί και οι ηχολήπτες του. Ούτως ή άλλως, το ηχητικό αποτέλεσμα μοιάζει κουκουλωμένο από dubbing επεξεργασία, και δεν ικανοποιεί απόλυτα, παρά την τεχνική αρτιότητά του και την αξιοθαύμαστη ετοιμότητα των μουσικών.
Το «This Is It» είναι ένα μικρό μνημείο επαγγελματισμού και η έμπρακτη απόδειξη αφοσίωσης μιας μεγάλης ομάδας επαγγελματιών σε ένα άλλου τύπου μνημείο, που προσπαθούσε να ξεπεράσει το άγχος και να προβάρει τις διάσημες κινήσεις του, λίγο πριν από την αυτοκατεδάφισή του. Παρά τις όποιες διαφορές τους, χορευτές, υπεύθυνοι σε κάθε είδους πόστο, καλλιτέχνες και εργαζόμενοι όλων των κλάδων στις πρόβες έγιναν η φυσική προέκταση της περσόνας του απόλυτου αφεντικού Τζάκσον, ήξεραν όλες τις νότες και τα κόλπα του, γνώριζαν σαν ευαγγέλιο τους δίσκους και τις προηγούμενες εμφανίσεις του. Κι επειδή έτυχε να τον έχω δει από κοντά, δεν υπήρχε απόκλιση μεταξύ της πραγματικότητας που πρόβαλλαν οι οθόνες και του live.
Πολλές από τις signature κινήσεις του τις είδα ξεπατικωμένες σε αυτή την παρακαταθήκη του σκηνικού του στυλ. Προσπάθησε να κάνει ένα best of και να πείσει πως είναι μια χαρά – τα παιδιά και την οικογένειά του, τους δανειστές του αλλά και το κοινό του. Ήταν πάντα εντυπωσιακός στη σκηνή και ελάχιστοι, μετά τη δεκαετή αποχή του, θα έδιναν σημασία στο μέταλλο και στο pitch της φωνής του. Ορκισμένοι τζακσονικοί, νοσταλγοί καλοπροαίρετοι ή μιντιόπληκτοι χαιρέκακοι θα πλήρωναν για να τον δουν ζωντανό και να συμπεριλάβουν την εμπειρία στις κορυφαίες αναμνήσεις τους. Βλέποντάς τον στο πανί ένα βήμα πριν από την κανονική αυλαία, λυπάσαι για έναν παλιό γνώριμο που νομίζεις πως ήξερες καλά και χαίρεσαι συγκρατημένα γιατί ευτυχώς δεν πέρασε στη σφαίρα των θρυλικών δεινοσαύρων, όπως το είδωλό του, ο Μάρλον Μπράντο, αλλά έφυγε όρθιος, σαν να μην τον ενδιέφερε και τόσο το πόρισμα που ακολούθησε και η φρενίτιδα δημοσιευμάτων, ρεπορτάζ και ντοκιμαντέρ για την προσωπική του ζωή, την προποφόλη και τα σκάνδαλα – γενικά η σκόνη που θόλωνε την παρθενική αχλή.
Απρίλιος 2026, η βιογραφική ταινία που ευλόγησε (σχεδόν) σύσσωμη η οικογένεια Τζάκσον
Από τον θάνατο του Μάικλ Τζάκσον μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει 17 χρόνια, ένα ντοκιμαντέρ για τις συναυλίες που δεν έγιναν ποτέ, ανέκδοτο μουσικό υλικό που γέννησε μερικά άλμπουμ για να μην ξεχαστεί, αμέτρητες ιστορίες για ρεπορτάζ σε σχέση με την προσωπική του ζωή και αναμονή για τη βιογραφική ταινία του. Όπως και στο «Bohemian Rhapsody», τα τραγούδια κυριαρχούν στο «Michael», και η πλοκή τα δένει δραματουργικά. Την άδεια έδωσε η οικογένεια, αφού η μητέρα του, Κάθριν (ακόμη εν ζωή), έχει στην κατοχή της τα δικαιώματα, συνεπώς το αφήγημα ελέγχεται από τους ανθρώπους που τον αγαπούν, ανέκαθεν τον στήριζαν στα δύσκολα και επιθυμούν να διασωθεί ό,τι εκείνοι θεωρούν σωστό και πρέπον για έναν από τους μεγαλύτερους σούπερ σταρ που πέρασαν από τον πλανήτη, και, παρεμπιπτόντως, τον πιο ταλαντούχο από τους Jackson 5.
Από εκεί ξεκινά η ιστορία του Μάικλ, όταν μεγάλωνε μαζί με τα αδέλφια του σε ένα φτωχικό σπιτάκι στο Γκάρι της Ιντιάνα, με τις ατελείωτες πρόβες στο στενό σαλόνι και τη δίψα για διάκριση. Επιβλητική φιγούρα στο συγκρότημα ο πατέρας, που όλοι, ακόμα και τα παιδιά του, αποκαλούσαν Τζόζεφ, ενώ η μητέρα υπέμενε στωικά, με ελάχιστη παρέμβαση, δεδομένων των ηθών στα τέλη των ’60s. Μάνατζερ και δυνάστης, ο φοβιστικής όψης Τζο Τζάκσον έλυνε τη ζώνη του για ασήμαντη αφορμή και έδερνε ανελέητα τον ούτε 10 χρονών Μάικλ όποτε του ξέφευγε νότα ή έκανε τα δικά του, διατάζοντάς τον να τον κοιτάζει στα μάτια, για να εμπεδώνει τις οδηγίες του. Εκείνος τούς έκλεισε τις πρώτες τηλεοπτικές και σκηνικές εμφανίσεις, εξασφάλισε το μεγάλο συμβόλαιο με τον Μπέρι Γκόρντι της Μotown, φρόντισε η εικόνα των μαύρων αγοριών του, ανώδυνη και φιλική, να μην έχει τίποτε να ζηλέψει από τη λευκή ποπ της εποχής. Τέσσερα Νο1 τραγούδια, ρεκόρ για οποιοδήποτε act, νεανικές μπαλάντες και ρυθμικές αρμονίες γραμμένες από τους επαγγελματίες The Corporation, μαζί με σοφή δοσολογία σόουλ σε mainstream ακούσματα, έκαναν τους Jacksons οικεία πρόσωπα, που ωστόσο ξεπεράστηκαν καθώς η δεκαετία του ’70 έμπαινε σε πιο σύνθετα μονοπάτια.
Η μετάβαση από τη «μαύρη» Motown στην πιο απρόσωπη οικογένεια της Sony, και πιο συγκεκριμένα στην Epic, δεν είχε την ίδια διείσδυση και ουσιαστικά διευκόλυνε τον Μάικλ να αναζητήσει μια σόλο καριέρα για να δημιουργήσει τη δική του μουσική περσόνα και κυρίως να ξεκολλήσει από τα δεσμά του πατέρα του. Το μοναδικό δραματικό μοτέρ μιας ταινίας που παρακολουθεί τον MJ να καρφώνεται στην τηλεόραση αντιγράφοντας ό,τι τον συνάρπαζε, από τον Φρεντ Αστέρ και τον Τζιν Κέλι ως το θρίλερ του Ρομέρο και φυσικά τον «Μάγο του Οζ», αλλά και να διαβάζει εμμονικά τις περιπέτειες του Πίτερ Παν στη Χώρα του Ποτέ, ανασυνθέτοντας τις επιρροές του, με μια πιο street αντίληψη του τι κυκλοφορούσε εκεί έξω, πέρα από τον παραμυθένιο μικρόκοσμό του, είναι η αντιπαράθεση με τον Τζόζεφ. Όπως είχε πει ο λίγο μεγαλύτερος φίλος και συνάδελφός του στα χρόνια της Μοtown, Λάιονελ Ρίτσι, ο Μάικλ ήταν ανέκαθεν ένα αισιόδοξο, υπερκινητικό αγόρι με μια γέρικη ψυχή.
Οι υπόλοιποι διάλογοι μοιάζουν με απαραίτητες λεκτικές ανταλλαγές επουσιώδους σημασίας, είναι μονοδιάστατοι, κλισέ και περιστασιακοί. Άραγε ήταν έτσι στην πραγματικότητα; Ο Μάικλ Τζάκσον θα μπορούσε να είναι στ’ αλήθεια ένα παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ, όπως ήθελε να διαδίδει, που μιλούσε και σκεφτόταν σαν ανώριμο πλάσμα προστατευμένο από ένα περιβάλλον που υπόγεια τον πλήγωνε, επιθυμώντας, όπως υποστηρίζει συχνά στην ταινία, να γίνει ο καλύτερος και διασημότερος καλλιτέχνης του πλανήτη, και τίποτε άλλο. Μόνο που αυτό δεν μας δίνει καλό σενάριο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Κόλμαν Ντομίνγκο να εξανθρωπίσει το τέρας που μάλλον ήταν ο Τζόζεφ, και να δικαιολογήσει τις αμαρτίες του.
Αυτό που πετυχαίνει ο Αντουάν Φουκουά είναι η μεταμόρφωση του σεμνού παιδιού με την τρομερή φωνή σε ένα σκηνικό θηρίο, ένα ιερό τέρας των live εμφανίσεων και ταυτόχρονα σε έναν προσηλωμένο τραγουδιστή που βλέπουμε να απογειώνεται μπροστά στο μικρόφωνο και να δίνει ψυχή και σώμα στα γυρίσματα των βιντεοκλίπ του. Ενώ δεν του μοιάζει, ο ανιψιός του, ο Τζαφάρ Τζάκσον, γιος του μεγαλύτερου αδελφού του, Τζερμέιν, καταπλήσσει με την ακρίβεια της εκτέλεσης, χορογραφικά και σκηνικά, με την αποτύπωση των εκφράσεων και το πνεύμα που ήταν τόσο χαρακτηριστικό και άρρηκτα συνδεδεμένο με τη σκηνοθετημένη παράσταση του Τζάκσον – στα τραγούδια που ακούμε, ένα μικρό ποσοστό της αληθινής φωνής του μιξάρεται με τα original φωνητικά του Μάικλ. Ειδικά στη σεκάνς του «Billie Jean», στα 25α γενέθλια της Motown, τότε που ο Μάρβιν Γκέι παραπονέθηκε ευγενικά πως μετά από τέτοια εμφάνιση κανείς δεν θα θυμόταν την ερμηνεία του στο «What’s going on» –και είχε απόλυτο δίκιο–, πρέπει να συγκρίνουμε το αυθεντικό footage σε split screen για να καταλάβουμε πως βλέπουμε όντως τον Τζαφάρ να λανσάρει παγκοσμίως το περίφημο «Moonwalk», με εκπληκτική έμφαση και στην παραμικρή λεπτομέρεια.
Βοηθάει το ότι είδα την ταινία μαζί με εκατοντάδες, κυρίως νεαρούς φαν του Τζάκσον στην παγκόσμια πρεμιέρα στο Uber Eats Hall του Βερολίνου, σε μια γιγαντιαία οθόνη, περικυκλωμένος από 100 ηχεία που έπαιζαν στα κόκκινα, ενώ τα μπάσα με διαπερνούσαν σύγκορμο. Όλες οι μουσικές σκηνές είναι ηλεκτρισμένες, ξεσηκωτικές, περίτεχνα σχεδιασμένες, ώστε να θυμίζουν αυτό που γνωρίζουμε, αλλά από ελαφρώς διαφορετική προοπτική, για να εξυπηρετούν τη μετάβαση στο επόμενο κεφάλαιο. Για παράδειγμα, το «Working day and night» με τον δηλωτικό τίτλο, που τραγούδησε με τα αδέλφια του στην αποχαιρετιστήρια συναυλία των Jacksons, γίνεται ο καταλύτης για να βρει το κουράγιο να κοντράρει τον Τζόζεφ, ο οποίος τον πίεζε να μην εγκαταλείψει τις οικογενειακές υποχρεώσεις, παρά την ανεπανάληπτη επιτυχία του ως σόλο καλλιτέχνη. Παρεμπιπτόντως, η τουρνέ για το άλμπουμ «Victory», που ο πατέρας είχε μαγειρέψει κρυφά με τον μεγαλο-promoter Ντον Κινγκ, πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά την κυκλοφορία του «Thriller», αρμέγοντας την τεράστια επιτυχία και προαναγγέλθηκε ως παγκόσμια αλλά κατέληξε να γεμίσει στάδια μόνο στις ΗΠΑ και τον Καναδά. Αυτός ήταν και ο λόγος που ποτέ δεν είχε δει ο υπόλοιπος κόσμος τον Μάικλ, ενώ ο ίδιος είχε κάθε πρόθεση να «πετάξει» μακριά από τη χώρα του.
Το «Michael» στοίχισε πάνω από 150 εκατομμύρια δολάρια και λέγεται πως μέρος του προϋπολογισμού αφορά reshoots. Το τρίτο μέρος της ταινίας θίγει την καταγγελία ενός από τα φερόμενα θύματα του Τζάκσον, αλλά οι παραγωγοί παρέβλεψαν μια ρήτρα που απαγόρευε οποιαδήποτε αναφορά στο όνομά του – μπορεί να ήταν ο Τζόρνταν Τσάντλερ, ίσως και όχι. Αντ’ αυτού, ενισχύθηκαν τα κομμάτια της αρχικής ιστορίας, που σταματά στην κυκλοφορία του «Bad». Έτσι, αντί η αφήγηση να ξεκινήσει από τη μέση, αποφασίστηκε να πιάσει το νήμα από την παιδική ηλικία του και να συνεχίσει ευθύγραμμα, χωρίς αναταράξεις, με μοναδικές αιχμές την πλαστική στη μύτη και τις αναφορές στη λεύκη που τον ταλαιπωρούσε από παλιά, και στάθηκε μια καλή αφορμή για τον τεχνητό αποχρωματισμό του. Ούτε μια λέξη για την Τζάνετ Τζάκσον, η οποία, όπως και η κόρη του Μάικλ, η Πάρις, πήρε τις αποστάσεις της από το project, επαινώντας ωστόσο το ταλέντο του Τζαφάρ, ούτε για την Νταϊάνα Ρος, η οποία αποτέλεσε πρότυπό του εμφανισιακά και ως ένα σημείο ερμηνευτικά. Οι τίτλοι τέλους υπόσχονται πως η «HisStory» θα συνεχιστεί (με την υποσημείωση πως αυτό θα συμβεί αν η πρώτη ταινία πιάσει τα 700 εκατομμύρια σε εισπράξεις, σύμφωνα με δημοσίευμα του «Variety»). Αν γίνει κάτι τέτοιο, προφανώς θα παρακολουθήσουμε την αγωνιώδη προσπάθεια του Μάικλ Τζάκσον να πείσει την κοινή γνώμη ότι δεν έκανε τίποτε μεμπτό, και πάλι από τη σκοπιά της οικογένειας.
Michael (2026) Official Trailer