Βλέποντας τα δύο πρώτα επεισόδια της νέας κωμικής σειράς με στοιχεία θρίλερ τού Netflix, που στα ελληνικά μεταφράζεται ως «Μεγάλα Λάθη», το πιο πιθανό είναι να μην έχεις κανένα ενδιαφέρον να πας στο τρίτο. Φασαριόζικα σε βαθμό ενοχλητικό, με προβλέψιμη πλοκή και υπόθεση υπερβολικά γνώριμη –που έχεις δει και ξαναδεί–, κάνουν ένα μάλλον αδύναμο ξεκίνημα. Ο μόνος λόγος που δεν την παράτησα (δεν έχω πια ούτε υπομονή ούτε χρόνο για σειρές που δεν τσουλάνε από την αρχή) είναι ο Νταν Λέβι του «Schitt’s Creek», μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση σεναριογράφου και ηθοποιού με απίστευτο ταλέντο στην περιγραφή διαταραγμένων οικογενειακών σχέσεων, με τρυφερότητα και χιούμορ και ιδιοφυή punchlines που υπάρχουν κι εδώ έντονα, αποτελώντας από τα πιο δυνατά σημεία της σειράς. Αν αντέξεις και ξεπεράσεις το τέταρτο επεισόδιο, αποζημιώνεσαι γιατί όσο «τρέχει» ο κύκλος, τόσο μεγαλώνει το ενδιαφέρον για το τι θα συμβεί στη συνέχεια.
Η υπόθεση χοντρικά είναι η εξής: μια δυσλειτουργική οικογένεια στο Νιου Τζέρσεϊ, μια μάνα και τα τρία της παιδιά, φωνασκούν και τσακώνονται συνεχώς μεταξύ τους, ενώ τα δύο από αυτά, που είναι και οι κεντρικοί ήρωες, μπλέκουν με κακοποιούς μέσα από εξωφρενικές συμπτώσεις. Παράλληλα, «τρέχουν» παράπλευρες ιστορίες που σου δίνουν την εντύπωση ότι είναι από άλλο σίριαλ. Στην αρχή αυτό είναι κάπως βαρετό, όταν όμως όλες οι ιστορίες αρχίζουν να συναντιούνται, αρχίζεις να αγωνίας για το τι θα συμβεί μέχρι το τέλος της σεζόν, γιατί η βασική ιστορία δεν είναι αρκετή για να σε παρασύρει.
Το κάθε επεισόδιο χτίζεται πάνω στην εξέλιξη του προηγούμενου και η υπόθεση, που ξεκινάει κάπως άψυχα, αποκτά ενέργεια και ανατροπές όσο η σειρά πλησιάζει προς το τέλος.
Η Λίντα, χήρα ιδιοκτήτρια σιδηροπωλείου (εξαιρετική η Λόρι Μέτκαλφ), απαιτεί από τα παιδιά της, Νίκι (Νταν Λέβι), Μόργκαν (Tέιλορ Ορτέγκα) και Νάταλι (Άμπι Κουίν), να συναντηθούν στο νεκροκρέβατο της γιαγιάς τους και να παραβλέψουν για λίγο τις διαφορές τους για να ικανοποιήσουν μία από τις τελευταίες επιθυμίες της μητέρας της: να της αγοράσουν ένα κολιέ σαν κι αυτό που φορούσε στα νιάτα της. Ο Νίκι και η Μόργκαν πηγαίνουν σε ένα κατάστημα δώρων που ανήκει σε έναν Τούρκο γκάνγκστερ, τον Γιουσούφ, και προσπαθούν να αγοράσουν ένα κόσμημα που μοιάζει με την περιγραφή, αλλά όταν ο Γιουσούφ αρνείται να το πουλήσει, η Μόργκαν το κλέβει. Η πράξη αυτή της Μόργκαν βάζει τα δύο αδέρφια στο στόχαστρο ενός κυκλώματος οργανωμένου εγκλήματος, οδηγώντας τους από τη μία παράλογη κατάσταση στην άλλη, με απίθανους χαρακτήρες να μπλέκονται στην αφήγηση, η οποία, παρά τις σεναριακές αδυναμίες, όσο κυλούν τα επεισόδια γίνεται αρκετά ενδιαφέρουσα. Προτού φτάσεις στο μέσο της σεζόν, η σειρά έχει γίνει διασκεδαστική, τονίζοντας περισσότερο τα κωμικά στοιχεία, με αποκορύφωμα το απρόβλεπτο φινάλε που λειτουργεί ως προάγγελος της δεύτερης σεζόν.
Όπως και στο «Schitt’s Creek» –η τεράστια επιτυχία του οποίου απογείωσε τη φήμη τού Λέβι και τον έκανε περιζήτητο–, έτσι και στα «Μεγάλα Λάθη» η υπόθεση ξεκινάει με μια δυσλειτουργική οικογένεια που ενώνεται κάτω από δύσκολες συνθήκες για να προστατεύσει τα μέλη της. Η μεσοαστική ευπρέπεια που επικρατεί στο ξεκίνημα διαλύεται όσο κυλούν τα επεισόδια και όλοι οι χαρακτήρες προσπαθούν να ξεφύγουν από τον κοινωνικό ή προσωπικό εγκλωβισμό τους: ο Νίκι είναι πάστορας σε μια εκκλησία που αποδέχεται την queer ταυτότητα των κληρικών μόνο αν είναι «ανενεργοί», αναγκάζοντάς τον να κρατά τον σύντροφό του Ταρέκ (Τζέικομπ Γκουτιέρεζ) κρυφό.
Η Μόργκαν, αφού προσπάθησε χωρίς επιτυχία να γίνει ηθοποιός στη Νέα Υόρκη, έχει επιστρέψει στην πόλη της και έχει γίνει δασκάλα, ξανακάνοντας σχέση με τον φίλο της από το λύκειο, Μαξ (Τζακ Ίνανεν), ένα ανώριμο πλουσιόπαιδο που είναι ερωτευμένο μαζί της σε βαθμό εξάρτησης. Η μητέρα τους, μόλις πεθαίνει η γιαγιά, αποφασίζει να διεκδικήσει τη δημαρχία αντιμετωπίζοντας έναν τοξικό αντίπαλο, τον Τομ Ντόναλντσον (Ντάρεν Γκόλντσταϊν), με βοηθό και διοργανωτή τής προεκλογικής καμπάνιας της τη μικρή της κόρη, Νάταλι, που είναι εγκλωβισμένη σε έναν φαινομενικά τέλειο γάμο.
Οι περιπέτειες στις οποίες μπλέκουν ο Νίκι και η Μόργκαν είναι η βασική ιστορία της σειράς, με Ρώσους και Βραζιλιάνους μαφιόζους παγιδευμένους σε ιεραρχίες, σκοτωμούς και δολοπλοκίες και τα αδέρφια να προσπαθούν να ξεμπλέξουν και κάθε φορά να κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Παράλληλα υπάρχει ο αγώνας της Λίντα, της μητέρας, να κερδίσει τη δημαρχία και να μην απομακρυνθεί από τα παιδιά της, τα οποία δεν έχουν και τις καλύτερες σχέσεις.
Το κάθε επεισόδιο χτίζεται πάνω στην εξέλιξη του προηγούμενου και η υπόθεση, που ξεκινάει κάπως άψυχα, αποκτά ενέργεια και ανατροπές όσο η σειρά πλησιάζει προς το τέλος. Όσο τα αδέλφια προσπαθούν να ξεμπλέξουν, τόσο καταφέρνουν να κάνουν τα πράγματα λίγο χειρότερα (κάνοντας κυριολεκτικά «μεγάλα λάθη»).
Οι χαρακτήρες είναι αρκετά καλοσχεδιασμένοι. Ο Νίκι, γκέι πάστορας που κρύβει τον σύντροφό του, είναι ο πιο ολοκληρωμένος χαρακτήρας. Το ίδιο και η αδερφή του, η Μόργκαν, που έχει κουραστεί από τη βαρετή ζωή της ως συντρόφου του Μαξ και δασκάλας στο δημοτικό σχολείο τής περιοχής και επιθυμεί κάτι συναρπαστικό στη ζωή της, γι’ αυτό τα «μεγάλα λάθη» τα αντιμετωπίζει ως ευλογία. Η συν-σεναριογράφος της σειράς, Ρέιτσελ Σένοτ, έχει συνεισφέρει σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία του χαρακτήρα της, ειδικά στις ατάκες. Η Λίντα θα μπορούσε να κλέψει την παράσταση αν είχε μεγαλύτερο ρόλο: είναι μια μάνα ιντερνάσιοναλ (θα μπορούσε να είναι και Ελληνίδα), που στα 65 της κάνει restart σε κάθε πλευρά της ζωής της. Τα σχόλιά της για τη μικροπολιτική είναι απολαυστικά, θυμίζοντάς σου (συνεχώς) ότι το τοπικό πολιτικό παιχνίδι δεν διαφέρει πολύ από τον υπόκοσμο.
Οι χαρακτήρες που πλαισιώνουν την οικογένεια, η Ανέτ, η μάνα του Μαξ, ο Γιουσούφ, ο κόσμος του εγκλήματος, είναι εξαιρετικοί, λόγω των ηθοποιών που τους υποδύονται. Ολοκληρώνοντας τη σειρά, αυτό που σου μένει είναι ότι οι ηθοποιοί έχουν πιο μεγάλο ενδιαφέρον από τους χαρακτήρες που παίζουν.
Τα «Μεγάλα Λάθη» δεν είχαν την υποδοχή που θα περίμενε το Netflix έπειτα από τον θόρυβο που είχε δημιουργήσει το «Schitt’s Creek». Οι αλλαγές στο καστ και η μακρά διαδρομή μέχρι την πρεμιέρα τον Απρίλιο του 2026 εξηγούν ίσως την ανομοιογένεια των πρώτων επεισοδίων, αλλά και το γεγονός ότι η σειρά μοιάζει να «ψάχνεται» προτού βρει τον τόνο της. Με μια δυνατή ομάδα ηθοποιών –από τη Λόρι Μέτκαλφ μέχρι την Tέιλορ Ορτέγκα– και μια αφήγηση που σταδιακά στρώνει, το στοίχημα για τη συνέχεια παραμένει ανοιχτό: αν ο δεύτερος κύκλος κρατήσει τον ρυθμό του φινάλε, τότε τα «Μεγάλα Λάθη» μπορεί τελικά να εξελιχθούν σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό από ένα απλό binge του Σαββατοκύριακου.
Το τρέιλερ της σειράς