Με τη σφραγίδα του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, ο οποίος αγάπησε και επιμελήθηκε το σχέδιο του πολύ ταλαντούχου Μπαγιόνα, το Ορφανοτροφείο αποτελεί μια από τις πιο πλήρεις και συναρπαστικές ταινίες τρόμου της εποχής μας, χωρίς να καταφεύγει στη σαδιστική βία και τα αχρείαστα οπτικά και ηχητικά εφέ για να εντυπωσιάσει διά της ενόχλησης. Το άβολο συναίσθημα έρχεται αβίαστα από το συνδυασμό μιας τρυφερής ιστορίας, της μάνας με το παρελθόν σε ένα παραθαλάσσιο ορφανοτροφείο με παιδιά που είχαν τραγικό τέλος, και της σταδιακής εισχώρησης του paranormal στοιχείου, από τη στιγμή που το παιδί της μοιράζεται με αυτή το φλερτ με το θάνατο. Ο υιοθετημένος γιος της συναισθάνεται κάτι στο σπίτι, δημιουργεί φανταστικούς φίλους και εξαφανίζεται, αφήνοντας στη μάνα την εντύπωση πως έχει απαχθεί από τα φαντάσματα των παιδιών. Ο πατέρας είναι η λογική άγκυρα και δεν συμμετέχει, αλλά η Λόρα απελπίζεται μέσα στην πίστη της πως κάτι απόκοσμο συμβαίνει και καλεί μια ικανή πνευματίστρια για να δώσει ένα σαφέστερο (;) ίχνος.

Παρά τις επιμέρους ομοιότητες με το Poltergeist και το Οι Άλλοι, το Ορφανοτροφείο διατηρεί την αυτονομία του και αλλάζει δέρμα χωρίς να έρχεται σε δραματική ρήξη με την αφήγηση, ούτε όμως και να ξεχνάει πως στον πυρήνα του υπάρχει ένα γεωγραφικό μυστικό και ένα ανθρώπινο παρελθόν. Είναι μια οικογενειακή ταινία που δραπετεύει στη φαντασία και χρησιμοποιεί την τραγική ειρωνεία ως δραματουργικό μοχλό. Το πετυχαίνει με σίγουρο χέρι και στιλπνή εικόνα. Παρά την ελάχιστη πείρα του, ο Χουάν Αντόνιο Μπαγιόνα επιδεικνύει άνεση και κλασικό χειρισμό, γνώση στη ρευστή ισορροπία ανάμεσα στο κανονικό σύμπαν και τον κόσμο των πνευμάτων, και προσήλωση σε ένα διάλογο που δεν περιττεύει ούτε στιγμή. Η ταινία έκανε ρεκόρ εισιτηρίων στην Ισπανία.