Οκτώβριος 1944, Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Ο Σαούλ Αουσλόντερ είναι Ούγγρος, μέλος της Sonderkommando, της ομάδας των Εβραίων κρατουμένων η οποία έχει απομονωθεί από το στρατόπεδο και είναι αναγκασμένη να βοηθά τους ναζί στον μηχανισμό των μεγάλης κλίμακας εκτελέσεων. Ενώ δουλεύει σε ένα από τα κρεματόρια, ο Σαούλ ανακαλύπτει το πτώμα ενός αγοριού το οποίο θεωρεί ότι είναι παιδί του. Ενώ η Sonderkommando σχεδιάζει εξέγερση, ο Σαούλ αποφασίζει να φέρει εις πέρας μια αδύνατη αποστολή: να σώσει το σώμα του παιδιού από τις φλόγες, να βρει έναν ραβίνο να απαγγείλει την νεκρώσιμη ακολουθία και να θάψει το αγόρι όπως πρέπει.


Το πώς μια ταινία που παρακολουθεί αδιάλειπτα και εξοντωτικά έναν ειδικό κρατούμενο στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς-Μπίρκεναου, χωρίς να δείξει ποτέ ένα γενικό πλάνο των φρικαλεοτήτων, και κυρίως χωρίς ποτέ να δηλώσει ότι αυτές οι πράξεις γίνονται τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή και αποσκοπούν σε μια γενοκτονία, και ταυτόχρονα να αποδίδει με ανατριχιαστική ένταση την εμπειρία του χειρότερου εγκλήματος στην ιστορία της ανθρωπότητας, είναι αποτέλεσμα της σκηνοθετικής ιδιοφυΐας του Λάζλο Νέμες, και μάλιστα στην πρώτη του απόπειρα στο σινεμά! Με την κάμερα φοδραρισμένη στην πλάτη και το πρόσωπο του ποιητή και κάποιες φορές ηθοποιού Γκέζα Ρόριγκ, ο 38χρονος Ούγγρος δημιουργός, ο οποίος απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής, αλλά και το βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών στις Κάννες, μπαίνει στο πετσί ενός Sonderkommando, δηλαδή του μέλους της ομάδας κρατουμένων που συνόδευαν τους Εβραίους στους θαλάμους αερίων, τους βοηθούσαν να γδυθούν ή τους έβγαζαν οι ίδιοι τα ρούχα, αφαιρούσαν τα τιμαλφή κατά τη διάρκεια της εξολόθρευσής τους και στη συνέχεια μάζευαν τα πτώματα και φρόντιζαν να καούν χωρίς ίχνη.

 

Ο πρωταγωνιστής Σαούλ βλέπει ένα ετοιμοθάνατο εβραιόπουλο και πιστεύει πως είναι ο γιος του, αν και κανείς εκ των ανθρώπων που τον γνωρίζουν δεν είχε ιδέα πως ο ίδιος είχε παιδί. Πριν το πάει στο νεκροτομείο, αναστατώνεται και κάνει ό,τι μπορεί για να το κλέψει και να το θάψει με τις συνοδευτικές προσευχές, αναζητώντας παράλληλα έναν ραβίνο ανάμεσα στους μελλοθάνατους ή στους συγκρατούμενούς του. Ο Νέμες, χωρίς να ξεκολλήσει ποτέ από τον Σαούλ, δείχνει την αγωνιώδη και συχνά σπασμωδική, ύστατη προσπάθεια λύτρωσης ενός ζωντανού-νεκρού που δεν έχει τίποτε να χάσει, αλλά ξαφνικά απέκτησε νόημα στη θλιβερή ζωή του, καθώς και στις αποτρόπαιες πράξεις των ναζί, που ως φόντο αποκτούν μια μακάβρια ποιητικότητα εφάμιλλη του Δάντη, διυλίζοντας την περιρρέουσα βία σε ένα θολό κολαστήριο. Η βύθιση στο έρεβος διαμέσου των μηχανικών κινήσεων ενός ζόμπι χωρίς προσδιορισμένο πρόσωπο ή εμφανή ηλικία (ένα ράκος χωρίς ταυτότητα) απογυμνώνει το Ολοκαύτωμα από την όποια ρεαλιστική του έννοια ή τις εικόνες που έχουμε σχηματίσει από τα ντοκιμαντέρ, τις μυθοπλασίες ή τις ταινίες που έχουμε δει στο παρελθόν.

 

Εκτός από την ανεκδοτολογική του πλευρά, με τις πληροφορίες γύρω από την ψευδεπίλεκτη ομάδα των Sonderkommandos, που εξολοθρεύονταν μερικούς μήνες μετά για να μη μαρτυρήσουν τη γενοκτονία, ο Γιος του Σαούλ προσφέρει μια διαφορετική καλλιτεχνική ματιά πάνω στο γνωστό θέμα, με έναν τρόπο που παραπέμπει σε ένα κράμα Αντρέι Ταρκόφσκι και Μπέλα Ταρ – όπου η σιωπηλή αποθέωση συναντά τη ρευστή αφαιρετικότητα που αφήνει η αίσθηση του μονοπλάνου. Πέρα από την αλληγορία της συνέχισης της φυλής από τις αντικρουόμενες παραδόσεις γύρω από τον βασιλιά Σαούλ και τον πρωτότοκο γιο του Ιωνάθαν (η σχέση τους δεν ήταν ανέφελη, λόγω της αυξανόμενης παράνοιας του πατέρα), η ταινία του Λάζλο Νέμες καταφέρνει να απομακρυνθεί από το εξιδανικευμένο κυνήγι της επιβίωσης, όπως το τοποθετούν στην καρδιά της πλοκής τους άλλες ταινίες με συναισθηματικές και ρεαλιστικές άκρες, και, αντ' αυτού, γίνεται εξαιρετικά αισιόδοξη, παρά την ανελέητη σκοτεινιά της, ακριβώς επειδή παραδέχεται ως αξίωμα πως στην αντίπερα όχθη της κόλασης δεν είναι ο έξω κόσμος ή οτιδήποτε σχετίζεται με τη ζωή αλλά ο παράδεισος, για να αποθέσουν με αξιοπρέπεια την ψυχή τους, όταν το ταξίδι δεν έχει επιστροφή.

 

Όταν ο Σαούλ χαμογελάει, για μία και μοναδική φορά, για να ξορκίσει τη ματαιότητα του βραχύχρονου ταξιδιού του, νομίζω πως γινόμαστε κοινωνοί ενός theatrum mundi, με τον ήρωα ως πρωταγωνιστή μίας από τις αλληλοκαλυπτόμενες ιστορίες, στον κόσμο που μοιάζει με σκηνή. Ο Νέμες μένει πιστός σε αυτήν τη λογική και υπογράφει μία από τις μεγάλες ταινίες της χρονιάς.