Το πολυσυζητημένο «Αποστολή Χαίρε Μαρία» αποτελεί πλέον φαινόμενο στις ΗΠΑ. Φτάνοντας τα 200 εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις, έγινε τάχιστα μια από τις πιο επιτυχημένες ταινίες επιστημονικής φαντασίας που δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των υπερηρώων, ούτε των sequels. Δεν είναι διασκευή κόμικς, αλλά βασίζεται σε μυθιστόρημα και εκτυλίσσεται κυρίως στο Διάστημα, με ανθρώπινους και αρκετά επιστημονικοφανείς όρους.
Μεταφορά του ομώνυμου best seller επιστημονικής φαντασίας του Άντι Γουίρ από το 2021, η περιπέτεια των Φιλ Λορντ και Κρίστοφερ Μίλερ δεν είναι απλά το δράμα ενός χαμένου στο Διάστημα αλλά μια θεαματική, πανάκριβη παραβολή για το τέλος του κόσμου σε συνθήκη μοναχικότητας και με όρους τρυφερής κομεντί για οικογένειες με παιδιά. Σε one man show παρέα με έναν αραχνόμορφο, πέτρινο αλλά με χρυσή καρδιά εξωγήινο, ο Ράιαν Γκόσλινγκ κουβαλάει στις πλάτες του την «Οδύσσεια» ενός παραγνωρισμένου επιστήμονα και ανταμείβεται σημαντικά, αποδεικνύοντας ότι γνωρίζει πολύ καλά πώς να μετατρέπει τους λακωνικούς losers σε θεληματικούς θριαμβευτές – πλέον και πέρα από τα στενά όρια του πλανήτη. Με το συναίσθημα στη φαρέτρα, το «Project Hail Mary» συνδυάζει το θέαμα με τη συγκίνηση, συνεπώς προσελκύει ένα κοινό ευρύ και σύνθετο, χωρίς να απευθύνεται αποκλειστικά σε fandoms και «έτοιμους» θεατές από ένα κινηματογραφικό πλέγμα ιστοριών. Αν, ωστόσο, μεταφράσουμε το αμερικανικό box office σε εισιτήρια, διαιρώντας το ταμείο με έναν ενδεικτικό μέσο όρο της τιμής, κατά προσέγγιση 13 εκατομμύρια θεατές έχουν απολαύσει την ταινία στην Αμερική, την ίδια στιγμή που στη χώρα μας μόλις ξεπέρασαν τους 60.000. Ικανοποιητικό νούμερο σύμφωνα με τους ειδικότερους στα θέματα της διανομής, αν και, σε αντιστοίχιση, 6 φορές περισσότεροι/-ες αναλογούν στις ΗΠΑ, σε σχέση με την Ελλάδα. Προσωπικά μιλώντας, η παραπάνω διαπίστωση δεν προκαλεί σοκ.
Στην κορυφή, λοιπόν, των μεγάλων επιτυχιών του είδους βρίσκεται με απόσταση από τη δεύτερη το «Avatar», και οι δυο συνέχειές του δεν λείπουν από τις πρώτες 30, όπως άλλωστε φιγουράρουν υπερήφανα τα πρωτότυπα σενάρια του Κρίστοφερ Νόλαν για το «Inception» και το «Interstellar».
Από παλιά υπήρχε η προκατάληψη του μέσου Έλληνα θεατή πως τα κινούμενα σχέδια (κοινώς, τα «μικιμάου») ήταν για τα παιδιά, και η επιστημονική, και όχι μόνο, φαντασία, δεν ήταν τίποτε άλλο από μια σειρά απίθανων παραμυθιών – είχε προφανώς άλλη εντύπωση για την έννοια του escapism στην έξοδό του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως ακόμη και ο τυφώνας του «Star Wars», που σάρωσε όλον τον κόσμο όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1977, αλλά και οι δυο συνέχειές του, είχε αφήσει παγερά αδιάφορη τη χώρα μας, όπως θυμούνται οι παλιότεροι στον χώρο. Το ίδιο έπαθε και η δεύτερη τριλογία, και έπρεπε να ξανατοποθετηθεί και να συστηθεί στο νεότερο κοινό η επανεκκίνηση από τον Τζ. Τζ. Έιμπραμς, για να συνέλθει ένας από τους πιο εύρωστους κινηματογραφικούς μύθους όλων των εποχών σε μια καχύποπτη αγορά σαν τη δική μας. Για να μην πάμε μακριά, αυτή είναι η λίστα με τις 30 πιο εμπορικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας των 30 τελευταίων ετών στην Ελλάδα. Το γαλάζιο έπος με τις πράσινες ανησυχίες του Τζέιμς Κάμερον φλέρταρε με το μαγικό εκατομμύριο!
Οι δυο ταινίες τις οποίες θυμίζει το εν πολλοίς παράγωγο «Project Hail Mary», δηλαδή το υπέροχο «Gravity» του Αλφόνσο Κουαρόν και η «Διάσωση» του Ρίντλεϊ Σκοτ, έκαναν 217.000 και 116.000 εισιτήρια αντίστοιχα. Όσο για το απόλυτο πρότυπο του νεαρού αξιαγάπητου εξωγήινου διά χειρός Στίβεν Σπίλμπεργκ, που ψάχνει τον δρόμο της επιστροφής στον μακρινό τόπο του, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπίσουμε τα ακριβή του εισιτήρια από τις αρχές των ’80s. Ο συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός κινηματογράφου Δημήτρης Κολιοδήμος μάς εξηγεί τι συμβαίνει με το box office… του προηγούμενου αιώνα.
«Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας σχετικά με την προσέλευση του ελληνικού κοινού στην αίθουσα και την εισπρακτική κίνηση των ταινιών στην Ελλάδα, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο πάντα, μια και από τότε αρχίζουμε να έχουμε τέτοια στοιχεία, δεν είναι ομοιογενή και ενιαία και, ως εκ τούτου, δεν είναι συγκρίσιμα μεταξύ τους.
Μέχρι το 1963, το box office διαμορφωνόταν με βάση τα στοιχεία των κινηματογράφων πρώτης προβολής της Αθήνας και μόνο, δηλαδή ενός πολύ μικρού μέρους του συνολικού κοινού της χώρας. Από τη σεζόν 1963-64 και μέχρι και τη σεζόν 1984-85, το box office διαμορφωνόταν με βάση τα στοιχεία των κινηματογράφων της ευρύτερης περιοχής Αθηνών (δηλαδή της Αθήνας, του Πειραιά και των προαστίων τους), που αντιπροσώπευαν μεν πολλαπλάσιο του προηγούμενου δείγματος μέρος του συνολικού κοινού, χωρίς ποτέ όμως το δείγμα αυτό να ξεπεράσει το 45% του κοινού της ελληνικής επικράτειας. Από τον Σεπτέμβριο του 1985 και μετά, το box office που δημοσιοποιείται αφορά το σύνολο της ελληνικής επικράτειας, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που αυτό ελέγχεται ως ανακριβές. Μόνο από τις αρχές του αιώνα που διανύουμε τα σχετικά στοιχεία είναι ελεγμένα και αληθή, αλλά υπάρχουν και ορισμένα (μικρά) γραφεία που αρνούνται να συμμετάσχουν στη δημοσιοποίηση αυτή.
Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπόψη μας, μπορούμε να κάνουμε συγκρίσεις ανάμεσα σε εισιτήρια ταινιών καθεμίας από τις τρεις ξεχωριστές περιόδους και να εξετάσουμε τόσο την εμβέλεια ορισμένων συγκεκριμένων ταινιών όσο και την απήχηση κάποιων κινηματογραφικών ειδών, της επιστημονικής φαντασίας συμπεριλαμβανομένης. Όμως, για τις μεν ταινίες μπορεί να είμαστε βέβαιοι για τα συμπεράσματά μας (οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια, αρκεί να ακολουθείς τους κανόνες των μαθηματικών και της στατιστικής), αλλά έχω την αίσθηση ότι αυτό δεν ισχύει απόλυτα σε σχέση με τα κινηματογραφικά είδη».
Avatar | Official Trailer (HD) | 20th Century FOX
Στην κορυφή, λοιπόν, των μεγάλων επιτυχιών του είδους βρίσκεται με απόσταση από τη δεύτερη το «Avatar», και οι δυο συνέχειές του δεν λείπουν από τις πρώτες 30, όπως άλλωστε φιγουράρουν υπερήφανα τα πρωτότυπα σενάρια του Κρίστοφερ Νόλαν για το «Inception» και το «Interstellar». Το μυστικό τού crossover από ένα πυρηνικό κοινό φανατικών του είδους σε κόσμο που δεν θα είχε πρόβλημα να δει οποιαδήποτε άλλη ταινία είναι να μπουν οι γυναίκες στην αίθουσα, όπως και τα παιδιά, ή να υποστηρίζεται το εγχείρημα από γνωστούς ηθοποιούς. Οι διαστημικές περιπέτειες τύπου «Armageddon», «Ημέρα Ανεξαρτησίας» και «Οι Άνδρες με τα Μαύρα» έχουν αραιώσει σημαντικά, άλλες, όπως το «Jurassic» franchise, χάνουν την ορμή τους, και μόνο το «Dune» κρατά το ενδιαφέρον σε αυξανόμενο βαθμό, τουλάχιστον μέχρι να επανακάμψει ο «Πόλεμος των Άστρων» μιας ακόμη νέας περιόδου. Ο Δημήτρης Κολιοδήμος ανιχνεύει το κοινό που ανέκαθεν υποστήριζε το sci-fi και υποδεικνύει τον χώρο της εγχώριας κριτικής θεώρησης του είδους ως έναν διόλου αμελητέο παράγοντα της παραδοσιακά ισχνής υποδοχής του.
«Μια ταινία με κάποιον υπερήρωα ή μια ταινία βασισμένη σ’ ένα βιντεοπαιχνίδι είναι μεν ταινία επιστημονικής φαντασίας, αλλά ένας πουρίστας του είδους δεν την εκλαμβάνει ως τέτοια. Έχει “ενστάσεις” τόσο ως προς την επιστημονική βάση της όσο και ως προς το φιλοσοφικό περιεχόμενό της (και γι’ αυτό την απορρίπτει). Θέτει, από άλλη σκοπιά, “αντιρρήσεις” ανάλογες με εκείνες που βάζει ένας διανοούμενος όταν εξετάζει το συγκεκριμένο είδος (και συνήθως το απορρίπτει) σε σχέση με όσα εκείνος ορίζει και θεωρεί ως “υψηλή αισθητική” ή “καλό γούστο”.
Από την άλλη, οι κλασικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας, της χρυσής εποχής του είδους, των μεγάλων στούντιο, ήταν συνήθως b-movies – σήμερα, οι χολιγουντιανές παραγωγές του είδους είναι κυρίως blockbusters. Οι πρώτες απευθύνονταν κυρίως στο λαϊκό κοινό, που είχε μεγαλώσει με τα pulp περιοδικά των δεκαετιών του ’30 και του ’40 και ψυχαγωγούνταν με το σινεμά (και στο σινεμά) σε τακτική βάση, ενώ οι δεύτερες απευθύνονται στον μέσο θεατή, που πηγαίνει στην αίθουσα δυο-τρεις φορές τον χρόνο και βγαίνει από το σπίτι του για να δει την ταινία εκείνη που τα μέσα τον έχουν πείσει ότι πρέπει οπωσδήποτε να δει.
Στη χώρα μας, η πρώτη κατηγορία θεατών κατέκλυζε τις λαϊκές αίθουσες της Αθήνας για να δει (και) ταινίες επιστημονικής φαντασίας – και περνούσε καλά. Το έδειχναν τα εισιτήρια της εποχής, το πλήθος των ταινιών του είδους που προβαλλόταν κάθε σεζόν, αλλά και η περιφορά μιας ταινίας από τη μία αίθουσα στην άλλη (ακόμα και ανάμεσα σε αίθουσες που απείχαν ελάχιστα η μία από την άλλη). Η κατηγορία αυτή των θεατών άρχισε να χάνεται με την εξάπλωση της τηλεόρασης. Έγιναν θεατές του καναπέ.
Η δεύτερη κατηγορία θεατών είναι όλοι τους θεατές του καναπέ. Όχι αναγκαστικά των τηλεοπτικών προγραμμάτων. Σήμερα μπορούν να βλέπουν και ταινίες ή σειρές σε διάφορες πλατφόρμες, με ελάχιστο οικονομικό αντάλλαγμα και χωρίς να χρειαστεί να βγουν από το σπίτι τους. Οι ταινίες είδους, που σπάνια πια φτάνουν στην αίθουσα, έχουν αυξηθεί υπέρμετρα στις πλατφόρμες. Γυρίζονται τώρα ειδικά γι’ αυτές, όπως τρεις δεκαετίες πριν γυρίζονταν για το βίντεο – όχι αναγκαστικά σε βίντεο, αλλά για κατανάλωση αποκλειστικά και μόνο στο σπίτι.
Αν προσθέσουμε στα παραπάνω κι ένα γνώρισμα της ελληνικής κυρίως διανόησης, που δεν έκρυψε ποτέ την απέχθειά της για τον κινηματογράφο είδους και την b-movie, ιδίως όταν αυτή ανήκει σε κερδοσκοπικές τυπολογίες όπως ο τρόμος, ο ερωτισμός και η επιστημονική φαντασία, έχουμε την ολοκληρωμένη εικόνα τού γιατί η ταινία επιστημονικής φαντασίας δεν ανήκει στις πρώτες επιλογές των Ελλήνων σινεφίλ. Για δεκαετίες, ο κριτικός κινηματογράφου της αγαπημένης τους εφημερίδας είτε αδιαφορούσε για την προβολή τέτοιων ταινιών και δεν ανέφερε τίποτα γι’ αυτές, είτε, όταν καμιά φορά αποφάσιζε να ασχοληθεί με κάποια, τη χτυπούσε κάτω σαν χταπόδι! Νοιαζόταν για το ποιοτικό σινεμά του δημιουργού ή για τις λεγόμενες “ταινίες τέχνης”».
Κι ενώ η κλασική επιστημονική φαντασία καταπιανόταν με τις παραλλαγές που επέκτειναν τις στάνταρ προσλαμβάνουσες της δραματικής περιπέτειας τής (προβληματικής και δραματουργικά πολύπλοκης) κατάκτησης του Διαστήματος, ενέσκηψαν δυναμικά η Marvel και η DC με μια ρελάνς βιομηχανικού όγκου και ασφυκτικής, όπως αποδείχθηκε, ποσότητας, για να μπλέξουν μια ολόκληρη γενιά στα δίχτυα των υπερηρώων, των θανάσιμων εχθρών τους και των αμέριμνων γήινων που παρακολουθούν τις σύγχρονες μεσσιανικές παραβολές με δέος και μια κάποια εξάντληση, μετά από τέτοιο καταιγισμό τίτλων που έπεσαν σαν μετεωρίτες στον 21ο αιώνα, αλλά και των μεταστατικών sequels τους. Κανονικά, ο «ρεαλιστικός» «Joker» του Φίλιπς και του Φίνιξ δεν θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται στη λίστα, αλλά ο βράχος που τάραξε την κοινωνική λίμνη (θυμόμαστε ακόμη και αποβολές ανήλικων από τις αίθουσες, λόγω… ακαταλληλότητας) φέρει αναγκαστικά το logo και την αιγίδα του Batman, συνεπώς μπαίνει στη λίστα των εμπορικότερων 30, και μάλιστα έχοντας ξεπεράσει τα 900.000 εισιτήρια, και ηγείται με πανηγυρική διαφορά των απανωτών φινάλε των «Εκδικητών» και των πρόσφατων περιπετειών του αγαπητού, όπως εξελίσσεται, Spider-Μan του Τομ Χόλαντ. Εννοείται πως ο Κρίστοφερ Νόλαν ξαναχτυπά και σε αυτήν τη λίστα, και πάλι με δυο ταινίες, φυσικά του «Σκοτεινού Ιππότη».
Ο συγγραφέας του «Übermensch!» Αβραάμ Κάουα, με διδακτορικό πάνω στον μεταμοντερνισμό και τα κόμικς, δίνει τη δική του, συναισθηματική εκδοχή για το άγγιγμα του φαινομένου των superhero movies σε έναν Έλληνα.
«Θα λάβετε διαφορετικές απαντήσεις ανάλογα με το ποιον θα ρωτήσετε σχετικά με την αποδοχή του είδους. Τα νούμερα, άλλωστε, ποτέ δεν ήταν θεαματικά στην Ελλάδα. Αλλά οι φαν της ΕΦ, των κόμικς, των καρτούν και των υπερηρώων ήμασταν πάντα φανατικοί και ζεστοί, πλεγμένοι σε μικρές αλλά ζωντανές κοινότητες. Στις δεκαετίες του ’70 και ’80 που ήμουνα παιδί, είχαμε κόμικς της Marvel από τις εκδόσεις Καμπανά και της DC από την Anglo Hellenic, σειρές από το “Star Trek” ως τη “Βιονική Γυναίκα”, την έκρηξη των βιντεοκλάμπ και αργότερα την πιο ενήλικη κόμικς μυθοπλασία της “Βαβέλ” ή μετέπειτα του “9” ή το κύμα των manga και anime φαν της επόμενης γενιάς, διεργασίες που γέννησαν πολλούς νέους φαν, αλλά και κοινότητες και διοργανώσεις, από το πάλαι ποτέ Φεστιβάλ Κόμικς της “Βαβέλ” μέχρι την ΑΛΕΦ, την Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας, που ακόμα καλά κρατεί από τη δεκαετία του ’90. Δεν ήμασταν ποτέ πολυάριθμοι, ούτε αυτοί από τους οποίους γίνονται οι μεγάλες εισπρακτικές ή εκδοτικές επιτυχίες. Αλλά ως φοιτητής, και αργότερα ως διδάσκων, γνώρισα πολλά νέα παιδιά που αγαπούσαν και αγαπούν την ΕΦ και όλα της τα είδη και τις εκφράσεις, που είναι ακόμα και σήμερα ενεργοί σε social media, vidcast ή διαδικτυακές εκπομπές, φυσικά με το ανάλογα μικρό μα πιστό φανατικό κοινό. Έχω συνεργαστεί με φίλους εκδοτικούς οίκους όπως η Jemma Press ή ιστότοπους όπως το SpoilerAlert.gr, ταγμένους και αφιερωμένους κόντρα στις εμπορικές συνθήκες ή στην προκατάληψη του μεγαλύτερου κοινού που αναφέρετε, και το πάθος τους είναι άσβεστο. Εννοείται, υπάρχουν διαβαθμίσεις, από τους πιο casual φαν στους θιασώτες από κούνια, αλλά όλοι μας ενωνόμαστε στην αγάπη μας για το είδος και τη φαντασία. Όταν ήρθαν οι υπερήρωες της Marvel στο σινεμά, ήμασταν έτοιμοι και τους περιμέναμε. Μπορεί να μη συμφωνούμε όλοι σε όλα, αλλά η αγάπη μας είναι αδιαμφισβήτητη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή όταν, στην ασφυκτικά γεμάτη κινηματογραφική αίθουσα που πρόβαλε το “Avengers: Endgame” το 2019 στον Βόλο, όπου μένω, σύσσωμο το κοινό σηκώθηκε όρθιο με χειροκροτήματα δύο (!!) φορές στην ταινία, τη μία όταν ο Κάπτεν Αμέρικα σηκώνει το σφυρί του Θορ, και τη δεύτερη όταν οι νεκροί ήρωες επιστρέφουν από την ανυπαρξία για να νικήσουν τον Θάνος-θάνατο».
Αν και το πάθος των φαν είναι συχνά συγκινητικό, τα εισιτήρια στη χώρα μας και πάλι δεν συγκρίνονται, γενικά ή ανά ταινία, με την εντυπωσιακή προσέλευση που έχει καταγραφεί στο εξωτερικό, στη φάση της μεγάλης ακμής του είδους. Στην υπερ-κατηγορία που διαφοροποιείται από την επιστημονική φαντασία έρχεται να προστεθεί και εκείνη της μεταφοράς των videogames στο σινεμά. Το top-30 δεν αντέχει σε σοβαρή αξιολόγηση (η παραγωγή είναι αντικειμενικά μικρότερη και οι gamers στη χώρα μας προτιμούν να απολαμβάνουν τη συνήθεια στον προσωπικό τους χώρο), γι’ αυτό παραθέτουμε τη δεκάδα, στην οποία κυριαρχεί η «Λάρα Κροφτ» και με τις τρεις ταινίες στο top-10, φαντάζομαι λόγω Αντζελίνα Τζολί και… Σαντορίνης – η συντριπτική πλειοψηφία που τα είδε μάλλον δεν έχει ιδέα πως βασίζονται στο ομώνυμο videogame, και ίσως καλύτερα…
Ίσως η σημαντικότερη αιτία για την περιορισμένη προσέλευση ενός κοινού που δεν κοιτάζει πλέον με τόσο στραβό μάτι ήρωες που «άνω θρώσκουν» και μπαινοβγαίνουν σε απόκοσμους γαλαξίες σαν να είναι σπίτι τους είναι η σχεδόν ανύπαρκτη εγχώρια κουλτούρα στο είδος. Φταίει ο προϋπολογισμός, αναμφισβήτητα, αλλά ευθύνεται και μια απροθυμία για τον ταπεινότερο πειραματισμό πέρα από το πλαίσιο του δραματικού ρεαλισμού και της κωμωδίας – συγγνώμη, και των εθνικών βιογραφιών! Με εξαίρεση τη σκηνοθετική ιδιοσυγκρασία ταινιών όπως η «Πρωινή Περίπολος», η «Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά», τη συνολική περίπτωση του Δημήτρη Παναγιωτάτου, και πρόσφατα το «Τομή 7», δεν φαντάζεστε ποια θυμήθηκε ο Δημήτρης Κολιοδήμος ότι είναι η πιο εμπορική ελληνική ταινία που είναι έστω και μακρινή (έτη φωτός) συγγενής με το θέμα:
«Ο κινηματογράφος μας, το κλασικό σήμερα ελληνικό σινεμά της χρυσής εποχής, το τόσο κατασυκοφαντημένο (από τη διανόηση και την ελληνική κριτική), δεν έκανε απολύτως τίποτα για να αλλάξει αυτήν τη θεώρηση. Ίσως γιατί δεν είχε διάθεση, ίσως επειδή θεωρούσε τον αγώνα χαμένο από χέρι. Ελληνικό σινεμά επιστημονικής φαντασίας ουσιαστικά δεν υπάρχει, με εξαίρεση κάποιες σχετικά πρόσφατες προσπάθειες, από νέους κυρίως σκηνοθέτες, κι ένα δείγμα εμπορικής κωμωδίας του 1980, το “Ο Κώτσος και οι εξωγήινοι”, που είχε κόψει 118.483 εισιτήρια (σε Αθήνα, Πειραιά και προάστια) – επίδοση διόλου αμελητέα, που εν μέρει οφείλεται στην παρουσία του Κώστα Βουτσά στον πρωταγωνιστικό ρόλο και εν μέρει στο ότι η ταινία αποτελούσε μέρος μιας σατιρικής τριλογίας (ο σπιλμπεργκικός “Ε.Τ. ο εξωγήινος” δεν είχε γυριστεί ακόμη)».