Ο Διονύσης Σιμόπουλος με την σύζυγό του, Κάρεν
Ο Διονύσης Σιμόπουλος με την σύζυγό του, Κάρεν

 

Ήταν πριν από ακριβώς 50 χρόνια, την πρώτη Πρωτοχρονιά μετά τον γάμο μας, κι έτσι ήταν από το καλοκαίρι δεδομένο ότι θα την περνούσαμε με τα πεθερικά μου στο Λίνκολν. Θα αναρωτιέστε όμως: είναι δυνατόν να θεωρεί κάποιος τη Νεμπράσκα έναν εξωτικό προορισμό; Όχι βέβαια, αλλά εμένα εκείνη τη χρονιά θα μου δινόταν η ευκαιρία να γνωρίσω και τους υπόλοιπους συγγενείς της γυναίκας μου και, ακόμη πιο σημαντικό, να γνωρίσω τα μέρη στα οποία πέρασε τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια και κατά κάποιον τρόπο να τη γνωρίσω έτσι λίγο καλύτερα.

 

Φανταστείτε τώρα την όλη κατάσταση. Με την Κάρεν ζούσαμε τότε στη Λουιζιάνα, όπου εργαζόμουν στο Πλανητάριο, ενώ φοιτούσα συγχρόνως και στο πανεπιστήμιο. Η Λουιζιάνα τον χειμώνα, λόγω θέσης (αφού το Μπατόν Ρουζ βρίσκεται στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος που έχει το Κάιρο), δεν είχε πολλά κρύα και το χιόνι, όταν το ’στρωνε αραιά και πού, δεν διαρκούσε στο έδαφος πάνω από δέκα λεπτά, κι αυτό μια φορά στα δέκα χρόνια. Το Λίνκολν, αντίθετα, ήταν η πρωτεύουσα του χιονιού και του κρύου. Έτσι, λόγω άγνοιας μάλλον, περίμενα με κάποια δόση προσδοκίας και ανυπομονησίας την Πρωτοχρονιά του 1969, για να παίξω λίγο με το χιόνι.

 

Στο Λίνκολν το χιόνι ήταν αρκετό αλλά όχι ενοχλητικό σε ποσότητα, έτσι, αγνοώντας για λίγο την ηλικία μου, των 25 ετών, και κάποια σοβαροφάνεια που θεωρούσα ότι έπρεπε να έχω για χάρη των πεθερικών μου, επιδόθηκα σαν νεαρός έφηβος στο να γλεντήσω το χιόνι.
Στο Λίνκολν το χιόνι ήταν αρκετό αλλά όχι ενοχλητικό σε ποσότητα, έτσι, αγνοώντας για λίγο την ηλικία μου, των 25 ετών, και κάποια σοβαροφάνεια που θεωρούσα ότι έπρεπε να έχω για χάρη των πεθερικών μου, επιδόθηκα σαν νεαρός έφηβος στο να γλεντήσω το χιόνι.

 

Την εποχή εκείνη, όπως κάθε ξενιτεμένος, έτσι κι εγώ παρηγοριόμουν για την έλλειψη της πατρίδας ακούγοντας τη μουσική της. Δεν υπήρχε ελληνικό άλμπουμ στα δισκάδικα της περιοχής που να μην το έχω πάρει. Τα περισσότερα ήταν, φυσικά, διάφορες προσαρμογές, με ακούσματα περισσότερο αμερικάνικα παρά ελληνικά. Ευχάριστα ορχηστικά ακούσματα, δεν λέω, αλλά δεν έπαυαν να είναι αμερικανιές, όταν η ψυχή μου ποθούσε να ακούσει τα καινούργια των Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Πλέσσα και Ξαρχάκου. Και να σκεφτεί κανείς ότι το διαδίκτυο ήταν καμιά τριανταριά ακόμη χρόνια στο μέλλον! Κι όμως, την ίδια εκείνη εποχή στη Νέα Υόρκη υπήρχε ένας πραγματικός φάρος ελπίδας. Ονομαζόταν Peter’s Tours και διέθετε και του πουλιού το γάλα: εισιτήρια αεροπορικών τσάρτερ για την Ελλάδα, ελληνικά προϊόντα (φέτα, ελιές, καφέ κ.λπ.) και, φυσικά, τα τελευταία ελληνικά τραγούδια, πολλά από τα οποία πακετάριζε σε συλλογές που εξέδιδε με τη δική του φίρμα! Είχε μάλιστα εκδώσει κι έναν τεράστιο κατάλογο με εικόνες από τα εξώφυλλα των δίσκων και την περιγραφή των περιεχομένων τους! Σκέτος μουσικός παράδεισος για τους ξενιτεμένους!

 

Πριν να σκοτεινιάσει άρχισε να πέφτει αργά αλλά σταθερά το χιόνι. Έξω από το σπίτι επικρατούσε μια παράξενη, γαλήνια ησυχία, ενώ το προηγούμενο, τσουχτερό κρύο είχε διαδεχτεί μια γλυκύτητα που έφτανε, θα έλεγες, στα όρια της θαλπωρής.

 

Θυμάμαι, μόλις έλαβα τον κατάλογο, κάποια στιγμή στις αρχές Δεκεμβρίου του 1968, ξενύχτισα κυριολεκτικά διαλέγοντας εκείνα τα άλμπουμ που μου φαίνονταν περισσότερο ελκυστικά, αν και πολλοί από τους συνθέτες και τραγουδιστές ήσαν σ’ εμένα μάλλον άγνωστοι. Κι επειδή η πρώτη μου επιλογή θα ξετίναζε τον ετήσιο οικογενειακό προϋπολογισμό, δημιούργησα ένα σύστημα με διάφορα κριτήρια για να ξεχωρίσω εκείνα τα άλμπουμ που θα περιλάμβανα στην πρώτη μου παραγγελία. Μια παραγγελία που θεωρούσα ότι θα βοηθούσε κάπως να παρουσιάσω κι εγώ στους νέους μου συγγενείς μια συναισθηματική γεύση έστω από τη δική μου πατρίδα.

 

Η παραγγελία μου έφυγε στις αρχές Δεκεμβρίου κι έκτοτε ανέμενα καθημερινά να φτάσει στα χέρια μου το πολυπόθητο δέμα με τα 10 άλμπουμ! Οι μέρες να αναχωρήσουμε για το Λίνκολν πλησίαζαν, αλλά τα άλμπουμ δεν φαίνονταν στον ορίζοντα. Τρία τηλεφωνήματα στη Νέα Υόρκη δεν απέδωσαν καρπούς κι έτσι έφτασε η μέρα της αναχώρησης χωρίς τους δίσκους. Επειδή η Πρωτοχρονιά έπεσε εκείνη τη χρονιά ημέρα Τετάρτη, εκμεταλλευτήκαμε τα δύο Σ/Κ κι έτσι φύγαμε το Σάββατο στις 28 Δεκεμβρίου και είχαμε κανονίσει να επιστρέψουμε στη Λουιζιάνα την Κυριακή 5 Ιανουαρίου. Στο Λίνκολν το χιόνι ήταν αρκετό αλλά όχι ενοχλητικό σε ποσότητα, έτσι, αγνοώντας για λίγο την ηλικία μου, των 25 ετών, και κάποια σοβαροφάνεια που θεωρούσα ότι έπρεπε να έχω για χάρη των πεθερικών μου, επιδόθηκα σαν νεαρός έφηβος στο να γλεντήσω το χιόνι. Υπήρχαν, φυσικά, και ορισμένα αρνητικά στοιχεία σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όπως η ανάγκη για τον καθαρισμό του πάγου και του χιονιού από το πεζοδρόμιο και το αναγκαίο ζέσταμα του αυτοκινήτου πριν ξεκινήσεις να πας οπουδήποτε. Αυτό κράτησε περίπου τέσσερις μέρες και μέχρι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1969. Πριν να σκοτεινιάσει άρχισε να πέφτει αργά αλλά σταθερά το χιόνι. Έξω από το σπίτι επικρατούσε μια παράξενη, γαλήνια ησυχία, ενώ το προηγούμενο, τσουχτερό κρύο είχε διαδεχτεί μια γλυκύτητα που έφτανε, θα έλεγες, στα όρια της θαλπωρής. Ήταν πραγματικά κάτι το μαγικό, βγαλμένο από τα παραμύθια που διαβάζαμε όταν ήμασταν παιδιά. Εκείνο το κάτασπρο περιβάλλον έβγαζε από μέσα μου το ίδιο ζεστό συναίσθημα που ένιωθα κάθε φορά που άκουγα το παιδικό τραγούδι του Στέλιου Σπεράντζα, έστω κι αν δεν ήταν Χριστούγεννα αλλά Πρωτοχρονιά, έστω κι αν δεν ήμασταν στο χωριό μας αλλά στην Αμερική: «Στη γωνιά μας κόκκινο / τ’ αναμμένο τζάκι. / Τούφες χιόνι πέφτουνε / στο παραθυράκι. / Όλο απόψε ξάγρυπνο / μένει το χωριό / και χτυπά Χριστούγεννα / το καμπαναριό».

 

Και, πράγματι, μέσα στο χριστουγεννιάτικα στολισμένο σπίτι με την κόκκινη μοκέτα, το αναμμένο τζάκι ζέσταινε ακόμη περισσότερο το καθιστικό μας, ενώ η χριστουγεννιάτικη απαλή μουσική που έπαιζε το ηχοσύστημα δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα πέρα από οποιαδήποτε παραμυθένια περιγραφή. Η γιαγιά ήταν στα 95 της, αλλά με πλήρη διαύγεια, και τις διηγήσεις των ιστοριών από τη ζωή της θα τις ζήλευε ο καλύτερος των αφηγητών. Μαζί με τις δύο θείες της Κάρεν, που είχαν έρθει κι αυτές να περάσουν τις γιορτές μαζί μας, είχαν στήσει μια τρικούβερτη συζήτηση «περί ανέμων και υδάτων», ενώ η γυναίκα μου με τα πεθερικά μου είχαν εμπλακεί σε έναν ανελέητο καπιταλιστικό αγώνα μ’ εκείνο το αχώνευτο επιτραπέζιο «Monopoly». Ο αδελφός της Κάρεν και η γυναίκα του προσπαθούσαν μάταια να καταλάβουν τις πολιτικές μου αναλύσεις σχετικά με τη χούντα των συνταγματαρχών και τι σήμαινε η δικτατορία που είχαν επιβάλει στη χώρα μας.

 

Και το χιόνι συνέχισε να πέφτει. Να πέφτει ασταμάτητα! Όχι μόνο ολόκληρο εκείνο το βράδυ της παραμονής, αλλά και επί πέντε ακόμη συνεχόμενες μέρες. Θα έλεγα ότι ήταν μάλλον εμφανές πως όλη αυτή η μετεωρολογική συμπεριφορά πρέπει να είχε επηρεαστεί κατά κάποιον τρόπο από την εμφάνιση του El Niño τον προηγούμενο χρόνο, κάνοντας έτσι το φαινόμενο αυτό να συνεχίζει χωρίς σταματημό. Όταν τελικά η χιονοθύελλα κόπασε τις πρωινές ώρες της Κυριακής τα πάντα ήσαν καλυμμένα σε ύψος που έφτανε σχεδόν τη μέση μου. Όσο προετοιμασμένες κι αν είναι αυτές οι κοινότητες να αντιμετωπίζουν αυτές τις συνθήκες, δεν υπήρχε περίπτωση ο δρόμος των πεθερικών μου, όπως εκτιμούσαν οι ίδιοι, να ανοίξει πριν από 2-3 ακόμη ημέρες. Αλλά και ν' άνοιγε, το αεροδρόμιο είχε κλείσει για τα καλά και η πρόβλεψη ήταν ότι δεν θα επιτρέπονταν πτήσεις πριν από την Πέμπτη.

 

 
 

 

Σε κάθε άλλη περίπτωση, όπως είναι φυσικό, θα χαιρόμουν χαρά μεγάλη για την απρόοπτη αυτή επέκταση των διακοπών μου, αφού εμφανώς με μια τέτοια δικαιολογία δεν είχα πρόβλημα να λείψω ούτε από το Πλανητάριο αλλά ούτε και από το πανεπιστήμιο. Όσο όμως σκεφτόμουν ότι τα δέκα μεγάλα ελληνικά άλμπουμ με περίμεναν στο ταχυδρομείο, τόσο περισσότερο μεγάλωνε η απογοήτευσή μου, που σιγά-σιγά μετατρεπόταν σε απελπισία και η οποία με τη σειρά της έφτανε σχεδόν στα όρια της απόγνωσης. Και όσο αυτή η εμμονή μου για τους δίσκους μεγάλωνε, τόσο εκείνος ο 25χρονος δεν μπορούσε να καταλάβει ότι έχανε ένα μεγάλο μέρος από την ομορφιά των αξέχαστων στιγμών εκείνης της Πρωτοχρονιάς. Όπως ήταν η μυρωδιά του πρωινού καφέ που γέμιζε το σπίτι απ’ άκρη σ’ άκρη… όπως ήταν η εικόνα του πεθερού μου που έβγαινε στον κήπο με κοντομάνικα για να ταΐσει τα πεινασμένα σκιουράκια και τα αγαπημένα του red robins… όπως ήταν το ανέμελο γέλιο της γιαγιάς που ζούσε την τελευταία της Πρωτοχρονιά… όπως ήταν κι εκείνες οι ατέρμονες συζητήσεις που είχα με τον πεθερό μου, ο οποίος πέντε χρόνια αργότερα θα έμενε παράλυτος από εγκεφαλικό για τα υπόλοιπα 18 χρόνια της ζωής του.

 

Τελικά φύγαμε νωρίτερα, την Τετάρτη το μεσημέρι, και μετά από πέντε ώρες (λόγω ενδιάμεσων πτήσεων) φτάσαμε στο Μπατόν Ρουζ. Ύστερα απ’ όλα αυτά καταλαβαίνετε ότι ο πρώτος μας σταθμός δεν μπορούσε να είναι το σπίτι μας αλλά το ταχυδρομείο και η επικείμενη (όπως ήλπιζα) «συνεύρεσή» μου με πάνω από 100 νέα ελληνικά τραγούδια. Αλλά πού τέτοια τύχη. Στο γραμματοκιβώτιό μας βρήκαμε δεκάδες επιστολές, κάρτες και διαφημιστικά έντυπα, αλλά, όσο κι αν έψαχνα στον σωρό, δεν βρήκα πουθενά την περιπόθητη ειδοποίηση για την άφιξη κάποιου δέματος.

 

Τελικά, τα άλμπουμ έφτασαν όταν πλέον είχαν αρχίσει οι τελικές εξετάσεις του εξαμήνου κι έτσι το μόνο που μπόρεσα να κάνω άμεσα ήταν να χαζέψω για λίγο τα εξώφυλλα, τα περιεχόμενα και τις μουσικές σημειώσεις μερικών δίσκων. Θυμάμαι ακόμη τον δίσκο του πρωτοεμφανιζόμενου Μάνου Λοΐζου με τον «Σταθμό» του, το soundtrack του Σταύρου Ξαρχάκου για το «Κορίτσια στον ήλιο», τις δύο πρώτες Ανθολογίες του Γιάννη Σπανού, τον τρίτο δίσκο του Πουλόπουλου με τραγούδια του Μίμη Πλέσσα («Καμαρούλα μια σταλιά», «Θα πιω απόψε το φεγγάρι» κ.λπ.) και το «Φορτηγό» του Σαββόπουλου, που ήταν συμμαθητής ενός συμφοιτητή μου από τη Θεσσαλονίκη, αλλά και μερικές ακόμη συλλογές διαφόρων συνθετών και τραγουδιστών χωρίς κάποιο κοινό σημείο. Όλα αυτά τα τραγούδια, αλλά και τα υπόλοιπα, τα άκουσα τελικά όταν είχε ήδη μπει ο Φεβρουάριος!

 

 

Σήμερα, 50 χρόνια αργότερα, και μετά από πραγματικά δεκάδες αξιομνημόνευτες Πρωτοχρονιές σε πραγματικά εξωτικούς τόπους, αλλά και σε λιγότερο απρόσμενους προορισμούς, με πολλές και πολυποίκιλες εορταστικές εμπειρίες σε ολόκληρο τον κόσμο, κοιτάζοντας πίσω στον χρόνο, εκείνο που διαπιστώνω είναι ότι οι πιο δυνατές, αξέχαστες εμπειρίες και θύμησες τέτοιων εορταστικών ημερών δεν είναι οι πιο λαμπερές ή οι πιο χλιδάτες, αλλά εκείνες οι οποίες με το πέρασμα των ετών σε ακολουθούν με μια γλυκύτητα που ούτε ο χρόνος ούτε η μνήμη μπορούν να εξαλείψουν. Και κάτι ακόμη πιο σημαντικό είναι η διαπίστωση ότι πολλές φορές ξεχνάμε τι είναι πραγματικά άξιο της προσοχής μας κι έτσι, δυστυχώς, το προσπερνάμε για χάρη ασήμαντων υποκατάστατων. Γιατί εκείνα τα τραγούδια, όσο ωραία κι αν ήταν, όσο κοντά κι αν μ’ έφερναν πίσω στην πατρίδα, δεν μπορούσαν να αντικαταστήσουν τη ζεστή αίσθηση της οικογενειακής θαλπωρής εκείνης της απρόσιτης πλέον Πρωτοχρονιάς στο Λίνκολν. Γι’ αυτό, στο διάβα της ζωής μας δεν πρέπει ξεχνάμε ποτέ να σταματάμε πού και πού, έστω για λίγο, για «να μυρίσουμε τα πραγματικά ρόδα της ζωής».

 

Διονύσης Π. Σιμόπουλος, φυσικός και αστρονόμος, επίτιμος διευθυντής του Ευγενιδείου Πλανηταρίου