Αυτή την εβδομάδα μεταφερόμαστε σε ένα μικρό ορεινό χωριό της Αρκαδίας, την Πιάνα. Είναι το μέρος που επέλεξαν ο Δημήτρης και η Ευαγγελία, γεννημένοι και μεγαλωμένοι στην Αθήνα και οι δύο, για να κάνουν μια νέα αρχή με μεγαλύτερη έμφαση στην ποιότητα της καθημερινότητας. Μόλις στα 27 τους χρόνια, λοιπόν, άφησαν πίσω τους όλη τους τη ζωή στην πρωτεύουσα και ξεκίνησαν από την αρχή σε ένα χωριό που είχαν επισκεφτεί μαζί μόλις δυο τρεις φορές, παρότι η γιαγιά του Δημήτρη καταγόταν από εκεί. Δέκα χρόνια αργότερα, αισθάνονται δικαιωμένοι από την επιλογή τους, που τους έδωσε την ευκαιρία να χτίσουν μια ζωή γεμάτη νόημα. Ακολουθεί η ιστορία τους με τα δικά τους λόγια.
«Είμαι ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, είμαι 37 ετών, γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, στην Αγία Παρασκευή και αργότερα στον Γέρακα. Σπούδασα Οργάνωση και Διοίκηση Ξενοδοχειακών και Επισιτιστικών Υπηρεσιών στη σχολή ΟΤΕΚ Αναβύσσου και από νωρίς μπήκα στον χώρο της φιλοξενίας. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν ένιωσα ότι ανήκω στην Αθήνα. Δεν μου ταίριαζε ο ρυθμός της, το συνεχές άγχος, η αίσθηση ότι όλη σου η μέρα χάνεται σε μετακινήσεις και υποχρεώσεις, χωρίς ποιότητα ζωής. Με την οικονομική κρίση, αυτά έγιναν ακόμη πιο έντονα. Οι δουλειές δεν είχαν σταθερότητα και το μέλλον έμοιαζε διαρκώς αβέβαιο.
Εγώ είμαι η Ευαγγελία Πατίτσα, γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Πειραιά και σπούδασα Λογιστική. Παρότι η ζωή στην πόλη ήταν κάτι γνώριμο, με τα χρόνια άρχισα να νιώθω ότι δεν με εξέφραζε πια. Έπειτα από εννέα χρόνια σχέσης με τον Δημήτρη, φτάσαμε σε ένα κοινό συμπέρασμα: θέλαμε να φτιάξουμε τη ζωή μας μακριά από την Αθήνα. Όχι επειδή “δεν αντέχαμε άλλο”, αλλά γιατί αναζητούσαμε κάτι πιο ήρεμο και πιο σταθερό. Κάτι που να μας επιτρέπει να ζούμε με διαφορετικούς ρυθμούς και να δίνουμε αξία στην καθημερινότητα και όχι μόνο στη δουλειά. Για εμάς, αυτό ήταν και παραμένει η ουσία της ποιότητας ζωής.
«Για εμάς, τα θετικά υπερτερούν. Ξέρεις τι κερδίζεις και τι χάνεις. Και όταν αυτό το έχεις αποδεχτεί, τότε η επιλογή δεν μοιάζει με συμβιβασμό, αλλά με τρόπο ζωής».
Στο χωριό Πιάνα Αρκαδίας γεννήθηκε και μεγάλωσε μέχρι τα δεκατρία της χρόνια η γιαγιά του Δημήτρη, Ευσταθία Παπανικόλα. Παρότι δεν υπήρχε πατρικό σπίτι στο χωριό, η σύνδεση παρέμενε ζωντανή μέσα από τις ιστορίες της και τα παραδοσιακά προϊόντα που μας έφερνε από το χωριό – μέλι, πατάτες, καρύδια κ.λπ. Προτού πάρουμε τη μεγάλη απόφαση, είχαμε έρθει με την Ευαγγελία δυο τρεις φορές στην Πιάνα, καθαρά ως επισκέπτες, ως τουρίστες που ανακαλύπτουν έναν όμορφο ορεινό τόπο χωρίς να σκέφτονται τι σημαίνει πραγματικά να ζεις εκεί.
Στην αρχή, η σκέψη μας ήταν αρκετά ρομαντική και, ομολογώ, με μια δόση άγνοιας κινδύνου. Θέλαμε να έρθουμε στο χωριό και να αναλάβουμε το καφενείο, με την εικόνα που έχουν πολλοί για τη ζωή στην επαρχία: κάτι απλό, ήσυχο και ανθρώπινο. Τα πράγματα όμως πήραν διαφορετική τροπή όταν ο αδερφός της γιαγιάς του Δημήτρη, ο Βασίλης Παπανικόλας, ιδιοκτήτης του ομώνυμου παραδοσιακού ξενώνα του χωριού, έμαθε ότι σκεφτόμασταν σοβαρά να μετακομίσουμε στην Πιάνα και μας πρότεινε να αναλάβουμε τη διαχείριση του ξενώνα. Η απόφαση πάρθηκε σχεδόν ακαριαία. Χωρίς δεύτερες σκέψεις, είπαμε το “ναι” και έτσι ξεκίνησε μια εντελώς νέα ζωή για εμάς.
Οι πρώτες αντιδράσεις από την οικογένεια ήταν, σε γενικές γραμμές, πολύ θετικές. Υπήρχε εμπιστοσύνη, κυρίως λόγω της εμπειρίας του Δημήτρη στον χώρο του τουρισμού από τις σπουδές του στη Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων. Παράλληλα, το γεγονός ότι θα πηγαίναμε σε ένα χωριό όπου μας γνώριζαν ως οικογένεια έκανε την απόφαση να φαίνεται λιγότερο ριψοκίνδυνη. Οι φίλοι μας ήταν πιο επιφυλακτικοί.
Στα 27 σου χρόνια, το να αφήσεις την Αθήνα και να πας να ζήσεις μόνιμα σε ένα χωριό με 30-40 κατοίκους φαινόταν, για πολλούς, ένα πολύ μεγάλο ρίσκο. Από την άλλη, όμως, εκείνη την περίοδο δεν είχαμε ούτε σταθερή δουλειά ούτε είχαμε δημιουργήσει ακόμα οικογένεια. Αυτό έκανε την απόφαση πιο εύκολη για εμάς. Νιώθαμε ότι ήταν η στιγμή να τολμήσουμε, χωρίς βαρίδια και χωρίς υποχρεώσεις να μας κρατούν πίσω. Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις, όλοι τελικά στάθηκαν δίπλα μας και μας στήριξαν ουσιαστικά, συναισθηματικά αλλά και πρακτικά, κάτι που μας έδωσε ακόμη μεγαλύτερη σιγουριά στο ξεκίνημα.
Η αλήθεια είναι ότι η προσαρμογή μας έγινε πιο γρήγορα απ’ όσο περιμέναμε και σε αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο η απόσταση από την Τρίπολη. Το γεγονός ότι μια μεγάλη και σύγχρονη πόλη βρίσκεται μόλις 19 χιλιόμετρα μακριά, περίπου 20 λεπτά δρόμο, μας έδωσε από την αρχή μια αίσθηση ασφάλειας και ισορροπίας. Ξέραμε ότι, παρότι ζούμε σε ένα μικρό ορεινό χωριό, δεν είμαστε αποκομμένοι από τις βασικές υποδομές και τις ανάγκες της καθημερινότητας.
Οι καιρικές συνθήκες, παρότι δύσκολες, δεν μας τρόμαξαν ποτέ. Αντίθετα, τις αποδεχτήκαμε ως κομμάτι της ζωής του τόπου. Αυτό που έκανε πραγματικά τη διαφορά ήταν η ασφάλεια που νιώσαμε από την πρώτη στιγμή, κάτι που μας βοήθησε να χαλαρώσουμε και να αφεθούμε σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα. Παράλληλα, το ζεστό καλωσόρισμα των συγχωριανών μας και η διάθεση για συνεργασία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στα πρώτα μας βήματα. Δεν νιώσαμε ποτέ ξένοι. Η καθημερινή επαφή και η ανθρώπινη σχέση με τους κατοίκους του χωριού ήταν από τα στοιχεία που μας βοήθησαν να ενταχθούμε γρήγορα και ουσιαστικά στη ζωή της Πιάνας.
Η Πιάνα είναι ένα ορεινό χωριό χτισμένο στα 1.080 μέτρα υψόμετρο, μέσα στη φύση της Αρκαδίας, είναι περιτριγυρισμένη από έλατα, και έχει καθαρό αέρα και τοπίο που αλλάζει έντονα από εποχή σε εποχή. Ο χειμώνας είναι πραγματικός χειμώνας και το καλοκαίρι δροσερό, κάτι που κάνει τον τόπο ιδανικό για ανθρώπους που αναζητούν ποιότητα ζωής και όχι μαζικό τουρισμό.
Είναι ένας τόπος δεμένος με την ιστορία της Επανάστασης και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, στοιχείο που δίνει στο χωριό μια ιδιαίτερη ταυτότητα και ένα ιστορικό βάρος. Παράλληλα, λειτουργεί ως ένα φυσικό κέντρο της ορεινής Αρκαδίας, με εύκολη πρόσβαση, κάτι που την κάνει ιδανική βάση για εξερεύνηση της περιοχής.
Αυτό που ακούμε συχνά από τους επισκέπτες είναι ότι η Πιάνα “έχει κάτι το ενεργειακό”. Ίσως να φταίει ο θεός Πάνας, από τον οποίο πήρε το όνομά του το χωριό. Κάτι που δύσκολα περιγράφεται, αλλά το νιώθεις. Η πανοραμική θέα, τα πλατάνια στην όμορφη, ζωντανή πλατεία του χωριού δημιουργούν ένα τοπίο που δεν σε κουράζει, αλλά σε ηρεμεί. Δεν είναι προορισμός εντυπωσιασμού· είναι ένας τόπος που σε κερδίζει σιγά σιγά και σε κάνει να θες να μείνεις λίγο παραπάνω.
Τον χειμώνα, η καθημερινότητα είναι πιο εσωστρεφής και απαιτητική. Η δουλειά και οι οικογενειακές υποχρεώσεις απορροφούν μεγάλο μέρος του χρόνου και οι καιρικές συνθήκες συχνά δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για εξόδους. Οι μέρες είναι πιο μικρές και ο ρυθμός πιο αργός, κάτι που σε φέρνει πιο κοντά στο σπίτι και στη φωτιά, αλλά και σε μια πιο ουσιαστική επαφή με τον χρόνο και την καθημερινότητα.
Από την άνοιξη και μέχρι το φθινόπωρο, οι ασχολίες αλλάζουν εντελώς. Η φύση είναι στα καλύτερά της και μεγάλο μέρος της ζωής μεταφέρεται έξω. Η προετοιμασία για τον επόμενο χειμώνα –τα ξύλα, το δικό μας κρασί, το μποστάνι μας, οι κοτούλες μας– και οι δραστηριότητες στη φύση γίνονται κομμάτι της καθημερινότητας. Το καλοκαίρι κορυφώνεται αυτή η εξωστρέφεια, με το πανηγύρι του χωριού, όταν η πλατεία γεμίζει κόσμο, αλλά και με τον θερινό κινηματογράφο που στήνουμε κάθε Δεκαπενταύγουστο στον κήπο του ξενώνα. Είναι στιγμές απλές, αλλά γεμάτες, που δίνουν νόημα στη ζωή εδώ.
Ο παραδοσιακός Ξενώνας Παπανικόλα, του οποίου έχουμε αναλάβει τη διαχείριση, για εμάς δεν είναι απλώς μια δουλειά. Είναι ένα σπίτι στο οποίο ζούμε καθημερινά και το οποίο μοιραζόμαστε με τους ανθρώπους που μας επισκέπτονται. Από την πρώτη στιγμή, η φιλοσοφία μας ήταν να είμαστε παρόντες σε όλα: στην υποδοχή, στην κουβέντα, στο πρωινό, στην καθημερινή φροντίδα του χώρου. Θέλουμε ο επισκέπτης να νιώθει ότι δεν μένει σε έναν απρόσωπο χώρο, αλλά φιλοξενείται από φίλους.
Η προσωπική μας παρουσία είναι κομμάτι της εμπειρίας. Εμείς ετοιμάζουμε το χειροποίητο, παραδοσιακό πρωινό, βασισμένο σε απλές, μαμαδίστικες συνταγές, τοπικά προϊόντα. Φροντίζουμε να υπάρχει ηρεμία, ζεστασιά και πραγματική επικοινωνία. Μας ενδιαφέρει ο επισκέπτης να κοιμηθεί καλά, να ξεκουραστεί και να νιώσει άνετα, χωρίς πίεση και χωρίς υπερβολές. Το πιο σημαντικό για εμάς δεν είναι να προσφέρουμε πολυτέλεια, αλλά να δημιουργούμε μια αίσθηση φροντίδας και εμπιστοσύνης. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη φιλοξενία και ο λόγος που αυτή η δουλειά εξακολουθεί να μας γεμίζει. Παράλληλα, μέσα από αυτή την καθημερινή επαφή με τον τόπο και τους ανθρώπους του γεννήθηκε και το Project P.A.N. Πρόκειται για μια προσπάθεια να αναδείξουμε την ορεινή Αρκαδία μέσα από βιωματικές εμπειρίες που συνδέονται με τη φύση, τη γαστρονομία, την τοπική ιστορία και την παράδοση. Στόχος μας δεν είναι ο μαζικός τουρισμός αλλά ο επισκέπτης που θέλει να γνωρίσει τον τόπο ουσιαστικά, σε βάθος και με σεβασμό.
Σε σχέση με τη ζωή στην πόλη, το μεγαλύτερο θετικό της Πιάνας είναι η ποιότητα της καθημερινότητας. Ο χρόνος κυλά διαφορετικά, με λιγότερο άγχος και περισσότερη ουσία. Υπάρχει ηρεμία, ασφάλεια και πραγματική επαφή με τη φύση και τους ανθρώπους γύρω σου. Δεν χάνεις ώρες σε μετακινήσεις και η ζωή αποκτά έναν ρυθμό πιο ανθρώπινο. Εργασιακά, νιώθεις ότι αυτό που κάνεις έχει άμεσο αντίκρισμα. Βλέπεις τον επισκέπτη, μιλάς μαζί του, χτίζεις σχέση και αυτό δίνει νόημα στη δουλειά.
Από την άλλη πλευρά, η ζωή σε έναν μικρό τόπο έχει και δυσκολίες. Οι επιλογές είναι λιγότερες, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Δεν υπάρχει το περιθώριο να κρυφτείς και συχνά όλα περνούν από εσένα. Στη δουλειά, αυτό σημαίνει πολλές ευθύνες, συνεχή παρουσία και λιγότερη ευελιξία. Επίσης, η εποχικότητα μπορεί να είναι απαιτητική, με περιόδους έντονης δουλειάς και άλλες πιο ήσυχες, που χρειάζονται σωστό προγραμματισμό.
Για εμάς, τα θετικά υπερτερούν. Όχι επειδή η ζωή στην επαρχία είναι πιο εύκολη, αλλά επειδή είναι πιο συνειδητή. Ξέρεις τι κερδίζεις και τι χάνεις. Και όταν αυτό το έχεις αποδεχτεί, τότε η επιλογή δεν μοιάζει με συμβιβασμό, αλλά με τρόπο ζωής.
Αυτό που μας λείπει περισσότερο από την Αθήνα είναι οι δικοί μας άνθρωποι και οι συγγενείς μας. Παρότι μέσα στη χρονιά βρισκόμαστε, λείπει η αμεσότητα που υπήρχε όταν ζούσαμε εκεί. Το αυθόρμητο “πάμε για έναν καφέ να τα πούμε”, η εύκολη συνάντηση χωρίς οργάνωση και προγραμματισμό. Την ίδια στιγμή, αυτό είναι και μέρος της επιλογής που κάναμε. Οι σχέσεις δεν χάνονται, απλώς λειτουργούν διαφορετικά. Είναι ένα κόστος της επιλογής μας, αλλά για εμάς παραμένει διαχειρίσιμο και συνειδητό.
Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι, θα ήθελα να υπάρχει μεγαλύτερη συλλογικότητα μεταξύ των επαγγελματιών του τόπου. Πιστεύω πολύ στη συνεργασία και θεωρώ ότι όταν οι άνθρωποι μιας περιοχής λειτουργούν πιο συντονισμένα, όλοι βγαίνουν κερδισμένοι. Ο καθένας μόνος του δυσκολεύεται, ενώ μαζί μπορούμε να δημιουργήσουμε συνθήκες που βοηθούν συνολικά τον τόπο να εξελιχθεί.
Ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό θέμα για μένα είναι ο σεβασμός στο περιβάλλον. Τόσο από τους επισκέπτες όσο και, δυστυχώς, από κάποιους ασυνείδητους ντόπιους. Η φύση είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της περιοχής και αν δεν τη σεβαστούμε, δεν έχουμε μέλλον. Η προστασία της δεν είναι πολυτέλεια, είναι προϋπόθεση για να συνεχίσει να υπάρχει ζωή και ποιότητα στον τόπο.
Τέλος, θα ήθελα να δω ουσιαστική βοήθεια και πραγματικά κίνητρα για νέους ανθρώπους που αποφασίζουν να επιστρέψουν στα χωριά τους, αλλά και για εκείνους που το σκέφτονται. Η επιστροφή στην επαρχία δεν είναι εύκολη υπόθεση και χρειάζεται στήριξη, όχι μόνο λόγια. Αν δοθούν οι σωστές βάσεις, πιστεύω ότι πολύ περισσότεροι θα τολμήσουν αυτό το βήμα.
Σε κάποιον που σκέφτεται μια ανάλογη κίνηση, θα του έλεγα πρώτα απ’ όλα να μην το δει ρομαντικά ή επιπόλαια. Η αποκέντρωση δεν είναι φυγή και σίγουρα δεν είναι εύκολη λύση. Χρειάζεται σοβαρή έρευνα, ρεαλιστικές προσδοκίες και ξεκάθαρη εικόνα για το τι σημαίνει καθημερινότητα σε έναν μικρό τόπο. Δεν αρκεί να σου αρέσει ένα χωριό για ένα Σαββατοκύριακο· πρέπει να μπορείς να φανταστείς τη ζωή σου εκεί τον χειμώνα, με όλες τις δυσκολίες και τις απαιτήσεις.
Θα του πρότεινα να ψάξει πραγματικές ευκαιρίες και να σκεφτεί πώς μπορεί να είναι επαγγελματικά βιώσιμος. Η ποιότητα ζωής στην επαρχία είναι υψηλή, αλλά δεν έρχεται χωρίς κόπο και ευθύνη. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να αποδεχτεί ότι πολλά πράγματα λειτουργούν διαφορετικά: οι ρυθμοί, οι σχέσεις, οι επιλογές. Αν δεν υπάρχει διάθεση προσαρμογής, η μετάβαση δύσκολα θα πετύχει.
Αν όμως κάποιος είναι διατεθειμένος να δουλέψει σοβαρά, να ενταχθεί στην τοπική κοινωνία και να σεβαστεί τον τόπο, τότε η επαρχία μπορεί να προσφέρει ουσιαστικές ευκαιρίες και μια καθημερινότητα με περισσότερο νόημα. Για εμάς, αυτή η επιλογή δεν ήταν εύκολη, ήταν όμως συνειδητή. Και αυτό είναι, τελικά, το πιο σημαντικό».
Στείλτε τις προτάσεις σας για τη στήλη «Γειτονιές της Ελλάδας» στο [email protected]