Στα Καλάβρυτα πηγαίναμε κατά καιρούς με το σχολείο, καθώς ήταν από τους κλασικούς προορισμούς για μονοήμερη εκδρομή, παρότι με την παλιά εθνική οδό, όσο να ’ναι, μια ταλαιπωρία την περνούσαμε.
Από αυτές τις εποχές ομολογώ ότι δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα, οπότε θεωρώ ως πρώτη μου επαφή με την ιστορική κωμόπολη τη φορά που φτάσαμε εκεί χρησιμοποιώντας μόνο τρένο: φτάσαμε από τον Πειραιά στο Διακοπτό και στη συνέχεια πήραμε τον περίφημο οδοντωτό.
Η εξόρμηση αυτή ήταν επική: είχε πολύ περπάτημα, οτοστόπ σε πολυτελές αυτοκίνητο με το οποίο επιστρέψαμε από το Μέγα Σπήλαιο, συναπάντημα στο βουνό με ένα κοπάδι κατσίκια που έβοσκε χαλαρό, έχοντας επικεφαλής έναν νταβραντισμένο τράγο που μας τρόμαξε για τα καλά, αλλά και τα ωραιότερα μελάτα αυγά που έχω φάει, συνοδευόμενα από φοβερές τηγανητές πατάτες, χόρτα του βουνού και Μαυροδάφνη. Έκτοτε βρεθήκαμε πολλές φορές εκεί, πρώτα με δανεικό και μετά με δικό μας αυτοκίνητο.
Τα Καλάβρυτα, αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, κατάφεραν να αναγεννηθούν από τις στάχτες τους και αποτελούν δημοφιλή τουριστικό προορισμό, χάρη και στο χιονοδρομικό τους κέντρο.
Πρώτη ημέρα
Δεν νομίζω ότι υπάρχει Έλληνας, Ελληνίδα ή οποιοσδήποτε μετέχει «της ημετέρας παιδείας» που το μυαλό του, όταν ακούει τη λέξη «Καλάβρυτα», δεν πηγαίνει σε δύο κομβικές στιγμές της ελληνικής Ιστορίας: την κήρυξη της Επανάστασης και τη σφαγή των Καλαβρύτων.
Σύμφωνα λοιπόν με τη σχολική ιστορία –τη σχολική, επαναλαμβάνω–, η Επανάσταση κηρύχτηκε στα Καλάβρυτα και συγκεκριμένα στη Μονή της Αγίας Λαύρας από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου∙ κάθε χρόνο μάλιστα πραγματοποιείται και η σχετική αναπαράσταση.
Το μοναστήρι, που βρίσκεται λίγο έξω από τα Καλάβρυτα, ιδρύθηκε τον 10ο αιώνα, κάηκε όμως ολοσχερώς τόσο από τους Τούρκους –και μάλιστα δύο φορές– όσο και από τους Γερμανούς το 1943.
Ανοικοδομήθηκε το 1950 και είναι επισκέψιμο, φιλοξενώντας μια σειρά από εμβληματικά κειμήλια, με πρώτο το περίφημο Λάβαρο της Επανάστασης αλλά και την ποιμενική ράβδο του Παλαιών Πατρών Γερμανού. Ακόμα πιο σημαντική, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι η βιβλιοθήκη της Μονής.
Για την κήρυξη ή όχι της Επανάστασης από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό μπορεί να ερίζουν μέχρι σήμερα ιστορικοί και Εκκλησία, η σφαγή των Καλαβρύτων, ωστόσο, παραμένει αδιαμφισβήτητα μία από τις πιο μελανές σελίδες της νεότερης ελληνικής Ιστορίας.
Στις 13 Δεκεμβρίου 1943, ο γερμανικός στρατός κατοχής εκτέλεσε σχεδόν όλους τους άνδρες άνω των 13 ετών και πυρπόλησε την πόλη, ως αντίποινα για την εκτέλεση 77 Γερμανών αιχμαλώτων από τον ΕΛΑΣ, μετά τη νικηφόρα Μάχη της Κερπινής στις 20 Οκτωβρίου του 1943 – έκτοτε τα Καλάβρυτα αναφέρονται ως «μαρτυρική πόλη».
Στον τόπο του εγκλήματος, στον λόφο του Καπή, δεσπόζει ένας μεγάλος λευκός σταυρός και το μνημείο με τα ονόματα των εκτελεσθέντων, που πέθαναν βλέποντας την πόλη τους να καίγεται από άκρη σ' άκρη.
Στο δημοτικό σχολείο –που είναι χαρακτηρισμένο ως έργο τέχνης και ιστορικό διατηρητέο μνημείο–, απέναντι από τον σταθμό του οδοντωτού, στεγάζεται το συγκλονιστικό Μουσείο του Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος.
Η επιλογή του χώρου δεν έγινε τυχαία, καθώς εκεί έγινε ο διαχωρισμός των κατοίκων αλλά και εκεί κλειδώθηκαν τα γυναικόπαιδα με τους ηλικιωμένους, που βρήκαν τελικά τρόπο να αποδράσουν λίγο πριν τους καταπιούν οι φλόγες.
Τα Καλάβρυτα, αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, κατάφεραν να αναγεννηθούν από τις στάχτες τους και αποτελούν δημοφιλή τουριστικό προορισμό, χάρη και στο χιονοδρομικό τους κέντρο.
Περπατήστε στον κεντρικό πεζόδρομο, προμηθευτείτε τοπικά παραδοσιακά προϊόντα και κατευθυνθείτε προς την κεντρική πλατεία Πετμεζαίων με τις προτομές των ηρώων του 1821, όπου θα δείτε το ρολόι στο αριστερό καμπαναριό της αναστηλωμένης μητρόπολης να είναι σταματημένο στην ώρα του ολοκαυτώματος.
Στην πλατεία Ελευθερίας ή Χελμού ορθώνεται ο αιωνόβιος «πλάτανος των τριών γερόντων», που έγινε δημοτικό τραγούδι: «Στη μέση στα Καλάβρυτα στον πλάτανο απουκάτου, τρεις γέροντες καθόσαντε κι οι τρεις καπεταναίοι, Ζαΐμης και Πετιμεζάς κι ο καπετάν Φωτήλας, συμβούλιο εκάνανε ν’ αρχίσουν το σεφέρι».
Το περίφημο Αρχοντικό της Παλαιολογίνας (χτισμένο γύρω στα 1430) είναι το ομορφότερο κτίριο των Καλαβρύτων, ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους και θεωρείται ότι το έχτισε ο Θωμάς Παλαιολόγος. Το αρχοντικό πέρασε στα χέρια του αδελφού του, Κωνσταντίνου, για να το δωρίσει εκείνος στη συνέχεια στη σύζυγο του Θωμά και πριγκίπισσα της Αχαΐας, Αικατερίνη Παλαιολογίνα.
Στο πυργόσπιτο, στο οποίο κατέφυγαν περίπου σαράντα οικογένειες μετά το ολοκαύτωμα, σήμερα φιλοξενείται η Δημοτική Πινακοθήκη του Καλαβρυτινού (εξ Αροανίας) ζωγράφου Κωνσταντίνου Φάσσου, καθώς και η ιδιωτική συλλογή αρχαίων αντικειμένων και βυζαντινών εικόνων του Ιωάννη Αγαπητού.
Έχοντας πάρει μια καλή γεύση από τα Καλάβρυτα, ήρθε η ώρα να απολαύσετε και τις γεύσεις της περιοχής. Ό,τι και να τραβάει η όρεξή σας, μην παραλείψετε να παραγγείλετε την πεντανόστιμη βαρελίσια φέτα ΠΟΠ του Συνεταιρισμού Καλαβρύτων, τον πιπεράτο θησαυρό του τόπου.
Δεύτερη ημέρα
Αν αγαπάτε το σκι και ο καιρός σάς έχει κάνει τη χάρη, υποθέτω ότι θα ξεκινήσετε για το χιονοδρομικό, οπότε οποιαδήποτε άλλη πρόταση περισσεύει. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η επίσκεψη στο Μέγα Σπήλαιο είναι σχεδόν αυτονόητη.
Χτισμένο σε υψόμετρο περίπου 900 μέτρων, στο άνοιγμα ενός σπηλαίου όπου βρέθηκε η Βρεφοκρατούσα, που αποδίδεται στον Ευαγγελιστή Λουκά, το μοναστήρι –που σύμφωνα με την παράδοση ιδρύθηκε το 362 μ.Χ. από τους μοναχούς Συμεών και Θεόδωρο– βρίσκεται σε ένα εκπληκτικής ομορφιάς φυσικό τοπίο.
Στο καθολικό, το οποίο είναι σκαμμένο στον βράχο, σώζονται νωπογραφίες του 1653, ενώ εκεί φυλάσσεται και η εικόνα της Παναγίας, που είναι φτιαγμένη από κερί και μαστίχα και θεωρείται θαυματουργή.
Πλήθος κειμηλίων, θρησκευτικών αλλά και εθνικών, παρουσιάζονται στη μονή, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι δεν κατακτήθηκε ποτέ και κατάφερε, τον Ιούνιο του 1827, να αποκρούσει ακόμα και τον Ιμπραήμ – η απότομη ανηφόρα που οδηγεί στο Μέγα Σπήλαιο θα μπορούσε να είναι μία από τις αιτίες που είναι απόρθητο και εξηγεί τον λόγο που έχω παιδική φωτογραφία μου πάνω σε ένα γαϊδουράκι.
Ένα ακόμα σπήλαιο, εντελώς διαφορετικό αυτήν τη φορά, αξίζει κάθε λεπτό που θα του αφιερώσετε. Το Σπήλαιο των Λιμνών έχει σπάνια ομορφιά, μήκος περίπου δύο χιλιομέτρων, σταλακτίτες, σταλαγμίτες, στοές και δεκατρείς(!) αλλεπάλληλες λίμνες που εκτείνονται σε τρία επίπεδα. Το επισκέψιμο τμήμα του σπηλαίου είναι 500 μέτρα, που αρκούν για να σας προσφέρουν μια ξεχωριστή εμπειρία που θα σας μείνει αξέχαστη.
Μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω θα συναντήσετε το φωτογενές και πολυφωτογραφημένο Πλανητέρο, ένα πανέμορφο πλατανόδασος, που ανήκει στην περιοχή Natura 2000 Όρος Χελμός και Ύδατα Στυγός και το διασχίζει ο ποταμός Αροάνιος.
Αφού περπατήσετε στο δάσος και θαυμάσετε τους αιωνόβιους νερόμυλους και τις νεροτριβές κατά μήκος του ποταμού, σας περιμένουν οι παρακείμενες ταβέρνες/ιχθυοτροφεία που προσφέρουν σπαρταριστές πέστροφες αλλά και σολομούς δικής τους εκτροφής, μαγειρεμένα με κάθε πιθανό τρόπο.
Για τους αθλητικούς τύπους, να πω ότι από εδώ ξεκινούν ενδιαφέροντα ορειβατικά μονοπάτια και μπορείτε ακόμα και να επιστρέψετε πίσω στα Καλάβρυτα, παίρνοντας το ευρωπαϊκό μονοπάτι Ε4 – θα χρειαστείτε μόνο 6,5 ωρίτσες.
Το Φαράγγι του Βουραϊκού είναι, επίσης, πολύ δημοφιλές στους πεζοπόρους, οι οποίοι συχνά το διασχίζουν περπατώντας κατά μήκος των γραμμών του οδοντωτού. Το φαράγγι το διασχίζει και ο ομώνυμος ποταμός, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός μαγικού τοπίου με τρεχούμενα νερά, οργιώδη βλάστηση και απόκρημνους βράχους.
Οι τεμπέληδες, όπως η αφεντιά μου, επιβιβαστείτε στον οδοντωτό, τον ορεινότερο σιδηρόδρομο στην Ελλάδα, που συνδέει το Διακοπτό με τα Καλάβρυτα και χρησιμοποιεί τα «δόντια» του κάθε φορά που η κλίση του εδάφους ξεπερνά το 10%.
Έργο του Χαρίλαου Τρικούπη και κατασκευαστικός άθλος ακόμα και σήμερα, ο οδοντωτός φτιάχτηκε με απόλυτο σεβασμό στο οικοσύστημα και μοιάζει να είναι κομμάτι του. Η απόσταση των 22 χιλιομέτρων που καλύπτει πιστεύω ότι είναι από τις μαγικότερες σιδηροδρομικές διαδρομές στον πλανήτη και θα μπορούσα να οδηγήσω μέχρι το Διακοπτό μόνο και μόνο για να ξανανέβω στον πάλαι ποτέ «Μουτζούρη». Αδυναμίες είναι αυτές.