Η Λιουμπλιάνα ήταν κομμάτι ενός οδικού ταξιδιού που είχε αφετηρία τη Βενετία, στην οποία φτάσαμε με πλοίο από την Πάτρα. Με δεδομένο ότι απέχει σχεδόν ένα τρίωρο από την εμβληματική ιταλική πόλη, η πρωτεύουσα της Σλοβενίας είναι καλή ιδέα και για όσους έχουν μαζί τους μικρά παιδιά: είναι προσιτή, μεταφορικά και κυριολεκτικά, ευσύνοπτη, πεζοδρομημένη και κουκλίστικη.
Έχοντας κάνει μια μάλλον μπερδεμένη συνεννόηση με μια ελαφρώς αφηρημένη ιδιοκτήτρια διαμερίσματος, βρεθήκαμε τελικά να μένουμε σε ένα κεντρικότατο ξενοδοχείο, δυο λεπτά από την πλατεία Πρέσερνοφ.
Η πολύβουη κεντρική πλατεία της πόλης χρωστά το όνομά της στον εθνικό ποιητή της Σλοβενίας και σημαντικό ρομαντικό ποιητή France Prešeren (1800-1849), το επιβλητικό μνημείο (1905) του οποίου φιλοξενεί. Πρόκειται για έργο του Ivan Zajec (1869-1952), ο οποίος εκτός από το άγαλμα του ποιητή σμίλεψε και τη Μούσα που τον εμπνέει.
Αυτό, ωστόσο, που κυριαρχεί στην πλατεία είναι η φωτογενής φραγκισκανική Εκκλησία του Ευαγγελισμού (17ος αιώνας). Η μπαρόκ ροδί εκκλησία με τα δίδυμα καμπαναριά και τον πλούσιο διάκοσμο ξεχωρίζει εμφατικά, είναι σημείο αναφοράς και απολύτως ινσταγκραμική.
Με δεδομένο ότι απέχει σχεδόν ένα τρίωρο από την εμβληματική ιταλική πόλη, η πρωτεύουσα της Σλοβενίας είναι καλή ιδέα και για όσους έχουν μαζί τους μικρά παιδιά: είναι προσιτή, μεταφορικά και κυριολεκτικά, ευσύνοπτη, πεζοδρομημένη και κουκλίστικη.
Λίγο πιο πέρα βρίσκεται και ο μπαρόκ καθεδρικός του Αγίου Νικολάου (18ος αιώνας), με τον χαρακτηριστικό πράσινο θόλο του. Το εσωτερικό του, με τις περίτεχνες αγιογραφίες του Ιταλού ζωγράφου Giulio Quaglio (αρχές 18ου αιώνα), το πλήθος αγαλμάτων αγίων και το ξυλόγλυπτο τέμπλο με τις χρυσές λεπτομέρειες, αξίζει λίγο από τον χρόνο σας.
Από την πλατεία Πρέσερνοφ ξεκινά και η Τριπλή Γέφυρα, η πιο εντυπωσιακή από τις γέφυρες του ποταμού Λιουμπλιάνιτσα –καθόλου πρωτότυπο όνομα–, που διατρέχει την πόλη.
Ο διάσημος Σλοβένος αρχιτέκτονας Jože Plečnik (1872-1957), έχοντας ως βάση μια παλαιότερη γέφυρα του 19ου αιώνα, προσέθεσε δύο πλευρικές γέφυρες και δημιούργησε ένα από τα πιο φημισμένα έργα του – o Οργανισμός Τουρισμού της Λιουμπλιάνα διοργανώνει και περίπατο στα έργα και στο σπίτι του καινοτόμου αρχιτέκτονα.
Μια άλλη, ωστόσο, γέφυρα είναι ένα από τα πιο φωτογραφημένα σημεία της Λιουμπλιάνας και από τα σημαντικότερα μνημεία της νεότερης αρχιτεκτονικής της: η Γέφυρα του Δράκου. Εξαιρετικό δείγμα αρχιτεκτονικής art nouveau, εγκαινιάστηκε το 1901 και θεωρείται μία από τις πρώτες γέφυρες από οπλισμένο σκυρόδεμα στην Ευρώπη.
Αν και αρχικά ονομαζόταν Γέφυρα του Ιωβηλαίου, προς τιμήν του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ, το όνομα Γέφυρα του Δράκου δεν άργησε να επικρατήσει, λόγω των τεσσάρων αγαλμάτων δράκων που «βρυχώνται» στις γωνίες της, προστατεύοντας την πόλη – ο δράκος, εξάλλου, είναι το σύμβολό της.
Στην Πλατεία της Πόλης (Mestni Trg) βρίσκεται το εντυπωσιακό δημαρχείο που ξεκίνησε την καριέρα του ως γοτθικό κτίριο το 1484 για να πάρει τη σημερινή μπαρόκ μορφή του τον 18ο αιώνα.
Στην πλατεία θα δείτε το σιντριβάνι Robba (1751-1752), το αντίγραφό του για την ακρίβεια, καθώς το αυθεντικό γλυπτό φυλάσσεται στο Εθνικό Μουσείο. Έργο του αναγνωρισμένου Βενετσιάνου γλύπτη Francesco Robba, αναπαριστά τρία σλοβενικά ποτάμια (Sava, Ljubljanica και Krka), μαζί με μυθολογικές φιγούρες, θεότητες και θαλάσσια πλάσματα.
Εξερευνήστε τα πλακόστρωτα δρομάκια της μεσαιωνικής πόλης και δεν θα αργήσετε να την «κατακτήσετε», μια και πρόκειται για μια ατμοσφαιρικότατη, κεντροευρωπαϊκής αισθητικής, πρωτεύουσα «τσέπης».
Για ένα μικρό διάλειμμα μπορείτε να αράξετε στο καταπράσινο πάρκο Tivoli που, εκτός από θαλερά δέντρα, διαθέτει και πλήθος έργων τέχνης – πρώτα περάστε από την Κεντρική Αγορά για τις απαραίτητες προμήθειες: λουκάνικα, τυριά, φρούτα και ό,τι άλλο τραβά η όρεξή σας πωλείται εδώ.
Θα ήθελα να σημειώσω επίσης ότι στη Λιουμπλιάνα φάγαμε επικά παγωτά, που ανταγωνίζονται ευθέως τα ιταλικά και ενίοτε τα ξεπερνούν, και να πω σε όσους αγαπούν τα γλυκά ότι θα βρουν φανταστικά κέικ με κρέμες και φρούτα στο Kavarna Zvezda – μην πάρετε φραπέ, δεν είναι αυτό που νομίζετε και επιπλέον έχει περί τις 4.000 θερμίδες.
Γενικότερα, στη Λιουμπλιάνα θα φάτε καλά, χωρίς να σας πάρουν το σκαλπ. Έχοντας σαφείς επιρροές από την Ιταλία, οι Σλοβένοι φτιάχνουν νόστιμα ζυμαρικά: τα štrukelj έχουν μορφή ρολού με αλμυρή ή και γλυκιά γέμιση, ενώ τα idrija žlikrofi είναι γεμιστά με πατάτα, μοιάζουν με ραβιόλι και είναι η πρώτη σλοβενική σπεσιαλιτέ με προστατευμένη ονομασία στην Ε.Ε. Αν, πάλι, αγαπάτε τις σούπες, η jota –με καπνιστό χοιρινό, πατάτες, φασόλια και λάχανο– θα σας ζεστάνει την καρδιά.
Έχοντας περιπλανηθεί στα δρομάκια της πόλης, διασχίσει τις γέφυρες και περπατήσει κατά μήκος του Λιουμπλιάνιτσα, ήρθε η ώρα να απολαύσετε το θέαμα από ψηλά, από το κάστρο για την ακρίβεια, που δεσπόζει στον λόφο πάνω από το ιστορικό κέντρο της πόλης.
Η σημερινή μορφή του κάστρου διαμορφώθηκε μεταξύ του 15ου και του 17ου αιώνα και συνδυάζει γοτθικά, αναγεννησιακά και μπαρόκ στοιχεία. Στους χώρους του φιλοξενούνται εκθέσεις και εκδηλώσεις, οπότε τσεκάρετε μήπως υπάρχει κάτι που σας ενδιαφέρει – στην κυκλική αίθουσα του Πύργου των Τοξοτών υπάρχει και εστιατόριο με αστέρι Michelin, just in case…
Αυτό που σίγουρα αξίζει να αναζητήσετε είναι ο πύργος με την πανοραμική θέα στη Λιουμπλιάνα. Η εικόνα της θα σας αποζημιώσει για την πεζοπορία, αν και εφόσον δεν προτιμήσετε το τελεφερίκ – προσωπικά, σχεδόν τίποτα δεν μπορεί να με δελεάσει αρκετά ώστε να ανέβω το βουνό με τα πόδια.
Πολύ κοντά στη Λιουμπλιάνα, σε περίπου πενήντα χιλιόμετρα απόσταση, βρίσκεται η μαγική λίμνη Μπλεντ, με το μοναδικό νησί της Σλοβενίας στην καρδιά της, οπότε μια βόλτα προς τα εκεί είναι αυτονόητη.
Μόλις φτάσαμε στην περιοχή, αποφασίσαμε να κατευθυνθούμε πρώτα στο κάστρο του Μπλεντ (1011 μ.Χ.), το παλαιότερο της Σλοβενίας, που επιβλέπει, «γαντζωμένο» σε έναν απότομο βράχο, την ειδυλλιακή λίμνη με τα βουνά και τα δάση που την περιβάλλουν.
Αφού παρκάραμε –υπάρχει και ζόρικο μονοπάτι για τους αθλητικούς τύπους–, θαυμάσαμε τη μοναδική θέα και το αγέρωχο κάστρο, αλλά αποφασίσαμε να μην μπούμε μέσα, καθώς ο καιρός γινόταν όλο και πιο απειλητικός και εμείς θέλαμε οπωσδήποτε να πάμε στο νησί.
Η δημιουργία της λίμνης είναι συνυφασμένη με ωραιότατους μύθους, οι οποίοι αποτελούν κομμάτι της γοητείας της. Σύμφωνα με τον αρχαιότερο, εκεί απλωνόταν μια εύφορη κοιλάδα, όπου συνυπήρχαν βοσκοί και νεράιδες: οι μεν έβοσκαν την ημέρα τα ζώα τους και οι δε χόρευαν πάνω στα γρασίδια τις νύχτες.
Όταν οι νεράιδες ζήτησαν από τους βοσκούς να περιορίσουν τα πρόβατά τους για να μη φάνε όλο το γρασίδι, αυτοί τις αγνόησαν, με καταστροφικά αποτελέσματα. Οργισμένες εκείνες, πλημμύρισαν την κοιλάδα με τη βοήθεια των γύρω πηγών, αφήνοντας στην επιφάνεια μόνο το νησί στο κέντρο της λίμνης, για να χορεύουν εκεί με την ησυχία τους.
Ανάλογος μύθος παρουσιάζει τη Živa, τη σλαβική θεά της ζωής και της γονιμότητας, να πλημμυρίζει την περιοχή επειδή οι ποιμένες δεν σεβάστηκαν τον ναό της, που πολιορκούνταν από τα πεινασμένα ζώα τους – η χριστιανική εκδοχή βάζει στη θέση του αρχαίου ναού μια εκκλησία.
Όπως κι αν έχει, τα κοπάδια την έκαναν τη «ζημιά», και για να φτάσει κανείς στο παραμυθένιο νησάκι με την εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου (17ος αιώνας) θα χρειαστεί μια pletna, μια παραδοσιακή ξύλινη βάρκα με χρωματιστή ριγέ τέντα, που θα τη βρείτε στον μικρό μόλο.
Στην περίπτωσή μας η καταιγίδα ήταν προ των πυλών και ο θηριώδης βαρκάρης κωπηλατούσε ξεφυσώντας, δίνοντας αμφίρροπο αγώνα με τα στοιχειά της λίμνης – ναι, είναι και στοιχειωμένη, εννοείται.
Μια καταιγίδα ήταν εξάλλου αυτή που βύθισε προ αμνημονεύτων, σύμφωνα με την παράδοση, την καμπάνα-τάμα της χήρας του άρχοντα του κάστρου, που θέλησε έτσι να τιμήσει τη μνήμη του συζύγου της, πουλώντας γι’ αυτόν τον σκοπό όλα της τα κοσμήματα.
Η ιστορία συγκίνησε τον Πάπα, ο οποίος έστειλε καινούργια καμπάνα για το εκκλησάκι της Κοίμησης. Αν τη χτυπήσετε μάλιστα τρεις φορές με καθαρή καρδιά –με καθαρή, το τονίζω–, θα πραγματοποιηθεί η ευχή σας.
Κάντε μια προσπάθεια, ποτέ δεν ξέρεις.