O Αχιλλέας είναι ένας άνθρωπος που αγαπά βαθιά τη φύση και τα βουνά. Παρότι η ζωή του, όπως θα διαβάσετε παρακάτω, είχε πολλές στροφές, το όνειρό του να ζήσει εκεί ψηλά ήταν –και είναι– η βασική σταθερά σε όλη του την πορεία. Το όνειρο έγινε πραγματικότητα με μια δύσκολη, αλλά πλούσια καθημερινότητα στο Χαλίκι Ασπροποτάμου των τριών μόνιμων κατοίκων στα 1.160 μέτρα υψόμετρο.
Μαγεμένος από την ομορφιά του τόπου, χωρίς κάποια άλλη σύνδεση με αυτόν πέρα από τις σποραδικές πεζοπορίες του στη γύρω περιοχή, αποφάσισε να ανοίξει το μοναδικό καφενείο του χωριού και να προσπαθήσει να ξαναζωντανέψει την τοπική κοινότητα. Για να το κάνει αυτό, αναγκάστηκε να γίνει ελαιοχρωματιστής, μαραγκός, διακοσμητής κ.λπ. και για αρκετό καιρό να κοιμάται κυριολεκτικά στον χώρο, σε ένα sleeping bag δίπλα στο τζάκι.
Ακολουθεί η ιστορία του Αχιλλέα με τα δικά του λόγια.
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. Από μικρός λάτρευα τη φύση, ενώ μετέπειτα, στην εφηβεία, άρχισε να με εξιτάρει η πεζοπορία στα βουνά και το να ανακαλύπτω κρυμμένες διαδρομές στα δάση που οδηγούσαν σε παλιά πέτρινα γεφύρια, παλιές εκκλησίες, καταρράκτες, βάθρες και γενικότερα μέρη που σε ηρεμούν και σου γαληνεύουν την ψυχή.
«Η φύση, ιδιαίτερα στα βουνά, μεταλλάσσεται καθημερινά. Είναι κάτι ζωντανό, κάθε ημέρα που περνάει αντικρίζεις και μία διαφορετική εικόνα, ακόμη και στο ίδιο μέρος, κάτι που σε κάνει να μη βαριέσαι και να μην πλήττεις ποτέ».
Τελειώνοντας το λύκειο, έφυγα για σπουδές στη Θεσσαλονίκη και επιστρέφοντας στην πόλη μου το 2004 εργάστηκα κάποια χρόνια ως γεωπόνος, ενώ αργότερα, όταν ξεκίνησε η οικονομική κρίση και ήταν δύσκολο να βρω δουλειά πάνω στο αντικείμενο των σπουδών μου, αποφάσισα να κάνω ένα από τα χόμπι μου επάγγελμα, ανοίγοντας ένα ροκ μπαρ στα Τρίκαλα, το οποίο διατηρούσα για δεκατρία συναπτά έτη.
Κάποτε είχα ονειρευτεί να έχω ένα καφενείο σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, πίνοντας ρακές κάτω από τον πλάτανο της πλατείας, παρέα με τον δάσκαλο και τον παπά του χωριού. Κάποιες καταστάσεις με κράτησαν στον τόπο μου και αυτή η προσδοκία, κάποια χρόνια αργότερα, ήρθε να πάρει σάρκα και οστά, αρκετά πιο βόρεια όμως, στο Χαλίκι Ασπροποτάμου των τριών μόνιμων κατοίκων, στα 1.160 μέτρα υψόμετρο. Το Χαλίκι το είχα πρωτοεπισκεφτεί το 2006 για ορειβασία και με είχε μαγέψει η ομορφιά του χωριού, ήμουν εντυπωσιασμένος από τις γύρω κορυφές του Όρους Λάκμος που το περιβάλλουν και την καθαρότητα των νερών που διασχίζουν την ευρύτερη περιοχή του Ασπροποτάμου. Έκτοτε οι επισκέψεις μου και οι πεζοπορικές εκδρομές στο συγκεκριμένο χωριό ήταν πολύ συχνές, ακόμη και τους χειμερινούς μήνες.
Το 2023, σε μία δύσκολη, μεταβατική περίοδο της ζωής μου, ένιωθα όσο ποτέ την ανάγκη να βρίσκομαι μακριά από κόσμο και όσο το δυνατόν περισσότερο στα βουνά. Μόνο εκεί ψηλά ένιωθα πως μπορώ να αναπνεύσω, να σκεφτώ πιο καθαρά, αφήνοντας πίσω όλα εκείνα που με έπνιγαν στην καθημερινότητά μου. Σε μία από τις χειμερινές επισκέψεις μου στο Χαλίκι έμαθα πως το μαγαζί στην πλατεία του χωριού ήταν προς ενοικίαση. Χωρίς να το σκεφτώ αρκετά, πήρα την απόφαση, περισσότερο ως σκέψη, να έχω ένα μέρος σαν προσωπικό καταφύγιο ηρεμίας στο βουνό.
Όταν ο πάτερ Αρχοντής μού άνοιξε την πόρτα του πέτρινου οικήματος, αντίκρισα τέσσερις τοίχους και ένα παλιό τζάκι στη μέση. Η περιπέτεια μόλις είχε ξεκινήσει.
Οι πρώτοι μήνες εγκατάστασης ήταν ιδιαίτερα δύσκολοι και απαιτητικοί. Έπρεπε να τρέξω για τις διαδικασίες έκδοσης αδειών για το παραδοσιακό καφενείο-μεζεδοπωλείο, πότε στα Τρίκαλα και πότε στην Καλαμπάκα, ενώ παράλληλα θα έπρεπε να δώσω μορφή σε όλο αυτό με πολλή προσωπική εργασία, καθώς το κόστος για να φέρεις μαστόρους σε ένα τόσο απομακρυσμένο χωριό ήταν μεγάλο. Τη μία εβδομάδα λοιπόν ήμουν ελαιοχρωματιστής, την άλλη μαραγκός, την άλλη διακοσμητής και πάει λέγοντας. Υπήρξαν και στιγμές που σκέφτηκα “τι πάω να κάνω;”. Βλέποντας όμως όλο αυτό να ζωντανεύει, να παίρνει χρώμα, να γίνεται πιο ζεστό, έπαιρνα κουράγιο και δύναμη να συνεχίσω το όραμά μου. Μία επιπλέον δυσκολία σε όλο αυτό ήταν πως δεν είχα κάπου να μείνω. Έτσι, ο χώρος που έφτιαχνα για το καφενείο ήταν για αρκετό καιρό και χώρος διαμονής. Συνηθισμένος από τις υπαίθριες κατασκηνώσεις στα βουνά, ένα ορειβατικό υπόστρωμα με ένα sleeping bag μπροστά στο αναμμένο τζάκι ήταν ό,τι πιο άνετο θα μπορούσα να βρω για ξεκούραση.
Οι δυσκολίες αυτές έγιναν συνήθεια στην καθημερινότητά μου, έως ότου το μαγαζί άνοιξε στις αρχές Μαΐου του 2023. Αρκετοί από τους ντόπιους ήταν επιφυλακτικοί απέναντί μου, καθώς ήμουν ο πρώτος που θα λειτουργούσε το καφενείο στο χωριό, χωρίς να έχω καταγωγή από το Χαλίκι. Οι ενδοιασμοί αυτοί ξεπεράστηκαν πολύ γρήγορα, καθώς σε τέτοια απομακρυσμένα χωριά μόνο να ενώσουν μπορούν οι καταστάσεις, παρά να διχάσουν. Έτσι λοιπόν έγινα φίλος με την πλειονότητα των ντόπιων που έρχονται στο χωριό από τις αρχές της άνοιξης έως το πέρας του φθινοπώρου. Από το μικρότερο παιδί μέχρι τον πιο ηλικιωμένο.
Οι φίλοι μου με στήριξαν πάρα πολύ σε όλο αυτό το εγχείρημα. Αρκετοί δεν γνώριζαν καν το συγκεκριμένο χωριό, αφού απέχει δύο ώρες με το αυτοκίνητο από τα Τρίκαλα. Βλέποντας λοιπόν τις όμορφες εικόνες από το μαγαζί, την πλατεία του χωριού, τις πεζοπορικές διαδρομές στα γύρω βουνά, μπήκαν στη διαδικασία να με επισκέπτονται αρκετά συχνά, ξεφεύγοντας κι αυτοί από την καθημερινότητα της πόλης. Επιπρόσθετα, υπάρχει μεγάλη στήριξη από το ορειβατικό και πεζοπορικό κοινό, αφού όλα αυτά τα χρόνια έχω κάνει καινούργιες γνωριμίες και φίλους με κόσμο που έχει την ίδια αγάπη με εμένα για τα βουνά και την πεζοπορία στη φύση. Επίσης, το χωριό είναι σημείο στάσης για αρκετούς λάτρεις των δικύκλων, καθώς, ταξιδεύοντας στα πανέμορφα βουνά της Πίνδου, περνάνε από το πέρασμα του Μπάρου στα 1.900 μ., τον υψηλότερο ασφαλτοστρωμένο δρόμο στην Ελλάδα, ο οποίος συνδέει τα Τζουμέρκα με τον Ασπροπόταμο. Όλο αυτό, λοιπόν, το συνονθύλευμα ανθρώπων ήρθε και κούμπωσε στο δικό μου εγχείρημα, δημιουργώντας μία όμορφη καθημερινότητα.
Ο μύθος λέει πως πέρα από τους δύο γνωστούς δράκους, που ζούσαν ο ένας στην κορυφή του Σμόλικα (Λύγγος) και ο άλλος στην Γκαμήλα (ή Τύμφη) και τσακώνονταν μεταξύ τους –με τις αντίστοιχες λίμνες τους–, υπήρχε και ένας τρίτος. Ένα θεριό που δεν φαινόταν. Μονάχα μία φορά πετάχτηκε μέσα από την πηγή, στριφογύρισε στην τρίτη Δρακόλιμνη και μετά βρήκε μια τρύπα και χάθηκε πάλι στα σωθικά τού Λάκμωνα (όρος Περιστέρι). Άλλοι είπαν ότι έμοιαζε με φίδι θεόρατο, και άλλοι τον είδαν σαν μαύρο δυνατό κριάρι. Η τρίτη αυτή Δρακόλιμνη ήταν σχεδόν κυκλική, μικρότερη από τις δύο άλλες, μα είχε το χαρακτηριστικό ότι χώνευε τα νερά της σχηματίζοντας χοάνη, για τούτο και οι Βλάχοι της περιοχής την ονόμασαν Βρίγγα (κύκλος). Ετούτη η Δρακόλιμνη δεν διατηρεί πλέον νερό από το καλοκαίρι έως τα τέλη φθινοπώρου.
Επίσης κοντά στο χωριό, από το δάσος της Ρόνας πηγάζει ο Ασπροπόταμος που μετά το χωριό Γαρδίκι συνεχίζει το ταξίδι του ως Αχελώος. Κατά τη διαδρομή από το Χαλίκι προς τις τοποθεσίες Ρόνα και Βουρτόπα (προς Μέτσοβο) συναντάμε τις πηγές του ποταμού που καθώς κατεβαίνει το βουνό δημιουργεί εντυπωσιακούς καταρράκτες. Μερικοί από αυτούς ξεπερνάνε τα 5 μέτρα, η προσέγγισή τους είναι σχετικά εύκολη και το θέαμα που προσφέρουν εντυπωσιακό.
Τους καλοκαιρινούς μήνες ο ελεύθερος χρόνος είναι ελάχιστος, καθώς σχεδόν όλη την ημέρα βρίσκομαι στο μαγαζί. Εάν βρεθεί χρόνος, επιλέγω κάποια σύντομη πεζοπορία γύρω από το χωριό και μια βουτιά στις υπέροχες βάθρες του ρέματος Καπραρία. Τον χειμώνα που ο ελεύθερος χρόνος είναι περισσότερος, λατρεύω να πεζοπορώ στη φύση και στα όμορφα βουνά της Πίνδου, φωτογραφίζοντας παράλληλα όλες αυτές τις ομορφιές που μας περιτριγυρίζουν. Η φύση, ιδιαίτερα στα βουνά, μεταλλάσσεται καθημερινά. Είναι κάτι ζωντανό, κάθε μέρα που περνάει αντικρίζεις και μία διαφορετική εικόνα, ακόμη και στο ίδιο μέρος, κάτι που σε κάνει να μη βαριέσαι και να μην πλήττεις ποτέ.
Παράλληλα αναζητώ καινούργια μονοπάτια στα βουνά, τα οποία μπορεί να έχουν χαθεί με το πέρασμα των χρόνων, καθώς η κτηνοτροφική δραστηριότητα, η οποία θεωρητικά τα συντηρούσε, έχει μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Πρόσφατα, ρωτώντας κάποιους ντόπιους από το Χαλίκι και το διπλανό χωριό, την Ανθούσα, εντόπισα ένα παλιό μονοπάτι το οποίο συνέδεε τα δύο χωριά. Με τη βοήθεια φίλων και πεζοπόρων με τους οποίους έχουμε παρόμοιες ανησυχίες, καθαρίσαμε το συγκεκριμένο μονοπάτι. Το Χαλίκι και η Ανθούσα είναι τα δύο μοναδικά χωριά που είναι χαρακτηρισμένα ως παραδοσιακοί οικισμοί στον νομό Τρικάλων. Έτσι λοιπόν, ξεκινώντας από την πλατεία του Χαλικίου, πεζοπορώντας δίπλα στον Ασπροπόταμο, διασχίζοντας δέντρα ελάτης και κρανιών, σε δυόμισι ώρες περίπου βρίσκεσαι στην πλατεία της Ανθούσας. Ήταν το μονοπάτι το οποίο χρησιμοποιούσαν οι παλαιότερες γενιές, προτού χαραχτούν οι καινούργιοι δρόμοι για τα οχήματα.
Το παραδοσιακό καφενείο-μεζεδοπωλείο που διατηρώ στο Χαλίκι προσπαθεί να προσφέρει όσο περισσότερα μπορεί στον επισκέπτη και στους ντόπιους τους μήνες που βρίσκονται στο χωριό. Με πυρήνα τα παραδοσιακά και ποιοτικά προϊόντα, κάποιος μπορεί να απολαύσει τον καφέ του, το τσίπουρο ή το κρασί, παραδοσιακές πίτες και γλυκά, διάφορους μεζέδες και κοντοσούβλια. Αρκετές φορές, με φίλους οι οποίοι παίζουν και κάποιο μουσικό όργανο, κάνουμε και όμορφες μουσικές παρέες.
Το να κάνεις μελλοντικά σχέδια σε τούτα τα μέρη φαντάζει υπεραισιόδοξο και μάλλον ονειροπόλο. Ζώντας σε μια ζοφερή κατάσταση εδώ και αρκετά χρόνια, δεν είναι πλέον στο χέρι σου να αλλάξεις κάποια πράγματα προς το καλύτερο. Τα χωριά δυστυχώς ερημώνουν, ενώ παράλληλα τα έντονα καιρικά φαινόμενα των τελευταίων ετών έχουν καταστρέψει μεγάλο μέρος του οδικού δικτύου στον ορεινό όγκο.
Το να προσελκύσεις, λοιπόν, περισσότερο κόσμο ώστε να επισκεφθεί τον Ασπροπόταμο ή ακόμη και να επενδύσει ή να ζήσει εδώ μοιάζει πάρα πολύ δύσκολο. Παρ’ όλα αυτά προσπαθώ, μέσω του όλου μου εγχειρήματος στο Χαλίκι και παρουσιάζοντάς το μέσω του φωτογραφικού φακού και της προβολής των υπέροχων εικόνων που αντικρίζω τριγύρω, να δώσω το ερέθισμα στον κόσμο να έρθει στην ευρύτερη περιοχή για βόλτα, για πεζοπορίες, για φαγητό, για ξεκούραση και για τη δωρεάν ψυχοθεραπεία που προσφέρει η επαφή με τη φύση και τα βουνά μας.
Πριν από ένα χρόνο αποφοίτησα από το ΣΑΕΚ Τρικάλων με την ειδικότητα του Συνοδού Βουνού, εμπλουτίζοντας τις γνώσεις μου σχετικά με τις πεζοπορίες στα βουνά. Παράλληλα με το παραδοσιακό καφενείο λοιπόν που διατηρώ, δημιούργησα και μια εταιρεία πεζοπορικών διαδρομών στη φύση και τα βουνά μας, με έμφαση στην Πίνδο. Είναι όμορφο συναίσθημα να μεταδίδεις τις γνώσεις σου για τα βουνά και τα μέρη που έχεις περπατήσει και αγαπήσει σε κόσμο και παρέες που έχουν το ίδιο ερέθισμα με εσένα. Πάντα, λοιπόν, με ασφάλεια και υπευθυνότητα βαδίζουμε σε όμορφα μονοπάτια της Πίνδου, συναντώντας εντυπωσιακούς καταρράκτες, παλιά πέτρινα γεφύρια και εκκλησίες, παρατηρώντας τη χλωρίδα κάθε τόπου, φτάνοντας μέχρι τις κορυφές των βουνών και απολαμβάνοντας το μεγαλείο που μας χαρίζει απλόχερα η ελληνική ύπαιθρος.
Ένας μικρός στόχος είναι να καταφέρω να προσελκύσω όσο περισσότερο κόσμο μπορώ, έτσι ώστε να κάνει κάτι παρόμοιο με εμένα, δίνοντας λίγο περισσότερη ζωντάνια στα ορεινά χωριά που αργοπεθαίνουν.
Το να ζεις σε ένα τόσο απομακρυσμένο χωριό έχει τα θετικά του αλλά και τα αρνητικά του. Έτσι, από τη μία έχεις τη δυνατότητα να απολαμβάνεις την καθημερινή ηρεμία σε ένα πανέμορφο μέρος μέσα στη φύση, μακριά από τους θορύβους της πόλης και το άγχος που πολλές φορές σού μεταφέρει, αλλά, από την άλλη, στερείσαι κάποιες από τις ανέσεις που θα μπορούσες να βρεις στην πόλη. Εγώ, για παράδειγμα, για τα προϊόντα που χρειάζομαι για το μαγαζί εστίασης που διατηρώ πρέπει να οδηγήσω δύο ώρες μέχρι τα Τρίκαλα για να τα προμηθευτώ.
Επίσης, όπως προανέφερα, εδώ πάνω είναι δύσκολο να βρεις κάποιον μάστορα, ηλεκτρολόγο, υδραυλικό, ξυλουργό κ.λπ. Οπότε μπαίνεις στη διαδικασία να μάθεις λίγο απ’ όλα, έτσι ώστε, αν χρειαστεί, να αποκαταστήσεις μόνος σου κάποια ζημιά στο σπίτι σου ή στο μαγαζί σου. Αν έχεις ξεχάσει κάποιο από τα απαραίτητα εργαλεία ή υλικά, όλο αυτό πάει πίσω, δυσκολεύοντας παράλληλα και την καθημερινότητά σου.
Επιπλέον, ένα από τα βασικότερα αρνητικά σε τόσο απομακρυσμένα χωριά είναι η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ιδιαίτερα για τους ηλικιωμένους. Όταν το πλησιέστερο κέντρο υγείας βρίσκεται μιάμιση ώρα μακριά, αντιλαμβάνεσαι πως ανά πάσα στιγμή μπορείς να βρεθείς αντιμέτωπος με ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί γρήγορα. Όλα αυτά τα αρνητικά και τα θετικά που σου προσφέρει ένα τόσο απομονωμένο μέρος τα ζυγίζεις και παίρνεις το ρίσκο σου και τις αποφάσεις σου.
Αρκετές φορές έχω σκεφτεί αν άξιζε αυτή η απόφασή μου, να αφήσω τον τόπο μου και να ανοίξω ένα καφενείο σε ένα τόσο απομακρυσμένο χωριό που ερημώνει, με τόσο πολλές δυσκολίες παράλληλα. Οικονομικά σίγουρα δεν άξιζε, καθώς θα μπορούσα να εργάζομαι στην πόλη, πάνω σε αυτό που σπούδασα, με έναν αρκετά καλό μισθό. Ξέρεις όμως κάτι; Η ψυχική ηρεμία και γαλήνη που νιώθω όταν βρίσκομαι στα βουνά και σ’ αυτό το μέρος, κόβοντας ξύλα και ανάβοντας τη σόμπα, περπατώντας μέσα στο δάσος και δίπλα στα ρέματα που το διασχίζουν, ορειβατώντας στις χιονισμένες βουνοκορφές, ακούγοντας καθημερινά μόνο τους ήχους της φύσης, δεν εξαγοράζεται με όλα τα χρήματα του κόσμου. Γιατί μέσα από την ψυχική ηρεμία και γαλήνη, σιγά σιγά, θα βρεις και την ευτυχία στη ζωή σου.
Αν ήταν στο χέρι μου, θα άλλαζα αρκετά πράγματα στο Χαλίκι και στην ευρύτερη περιοχή. Προτεραιότητά μου θα ήταν η προσπάθεια αποκατάστασης του οδικού δικτύου που έχει καταστραφεί εδώ και δυόμισι χρόνια από τις πλημμύρες του “Daniel”. Η πρόσβαση για τα περισσότερα χωριά πλέον στον Ασπροπόταμο είναι δύσκολη έως και επικίνδυνη τους χειμερινούς μήνες. Επιπρόσθετα, θα προσπαθούσα να αξιοποιήσω τουριστικά παρατημένα ή κλειστά κτίρια στο χωριό, όπως ο παλιός νερόμυλος δίπλα στο ρέμα του Άσπρου, το κοινοτικό γραφείο ή ακόμη και το παλιό σχολείο του χωριού, το οποίο έχει γίνει μουσείο, αλλά δυστυχώς παραμένει κλειστό καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Επιπλέον, θα δημιουργούσα ένα ολοκληρωμένο δίκτυο πεζοπορικών μονοπατιών, όχι μόνο στο Χαλίκι αλλά σε όλη την περιοχή του Ασπροποτάμου, προσελκύοντας έτσι περισσότερους επισκέπτες και ορειβάτες, οι οποίοι θα βοηθούσαν και στην τόνωση της τοπικής οικονομίας της ευρύτερης περιοχής.
Τέλος, θα έβαζα φρένο στις αιτούμενες άδειες για αιολικά πάρκα και υδροηλεκτρικές μονάδες στην περιοχή του Ασπροποτάμου. Είναι μία περιοχή Natura 2000 ενταγμένη στο ευρωπαϊκό δίκτυο οικοτόπων, ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, με πλούσια χλωρίδα και πανίδα. Το Χαλίκι ανήκει στο Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων, Περιστερίου και Χαράδρας Αράχθου. Εδώ και καιρό αγωνιζόμαστε να μη γίνει υδροηλεκτρική μονάδα στη θέση Ελατάκια στο ρέμα Καπραρία. Είναι οξύμωρο να ακούμε πως για να σωθεί το περιβάλλον καταστρέφουμε τη φύση βάζοντας ανεμογεννήτριες και υδροηλεκτρικά στα βουνά, ανοίγοντας τεράστιους δρόμους στα 2.000 μέτρα, κόβοντας δέντρα, ρίχνοντας μπετά και σίδερα, διαταράσσοντας τη βιοποικιλότητα και την ομορφιά του κάθε τόπου.
Αρκετός κόσμος που επισκέπτεται το χωριό, ιδιαίτερα από την Αθήνα και τις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις, μου λέει ότι ζω στον παράδεισο και πόσο θα ήθελαν να μένουν και αυτοί σε έναν παρόμοιο τόπο. Σίγουρα το να επισκέπτεσαι ένα μέρος για αναψυχή, πεζοπορία ή απλώς μια βόλτα είναι πολύ διαφορετικό από το να ζεις καθημερινά εδώ. Έχω εντοπίσει πως οι περισσότεροι που ζουν σε μια μεγάλη πόλη όπως η Αθήνα είναι στρεσαρισμένοι από τους καθημερινούς ρυθμούς ζωής και αναζητούν διεξόδους για να γεμίσουν λίγο τις μπαταρίες τους και να χαλαρώσουν. Η επαφή με τη φύση και τα βουνά είναι μια τέτοια διέξοδος.
Η καθημερινή ζωή όμως σε μικρά και απομακρυσμένα χωριά είναι κάτι πολύ δύσκολο. Καταρχάς πρέπει να συνδυάσεις την ηρεμία που σου προσφέρουν αυτά τα μέρη με μία εργασία από την οποία θα μπορείς να βιοπορίζεσαι. Επιπλέον, θα πρέπει να ξέρεις πως η κοινωνική σου ζωή θα είναι διαφορετική από πριν. Οι καθημερινές δυσκολίες περισσότερες. Εδώ πάνω, τα χωριά, ιδιαίτερα τον χειμώνα, μένουν συχνά χωρίς ρεύμα και τηλεφωνική σύνδεση λόγω έντονων καιρικών φαινομένων. Θα πρέπει να γίνεις μέρος της φύσης και του βουνού, ένα αγρίμι με την καλή έννοια, που θα πρέπει να επιβιώσει από τις αντιξοότητες.
Δεν είναι κάτι ακατόρθωτο, αλλά θέλει πείσμα και αγάπη για τα βουνά. Αρκετοί, πάνω στον παρορμητισμό τους, αποφασίζουν να αφήσουν τη μεγάλη πόλη και να ζήσουν κάπου πιο απομονωμένα. Σε βάθος χρόνου, οι περισσότεροι τα παρατάνε και επιστρέφουν πίσω. Θέλει, λοιπόν, ώριμη σκέψη και πολλά εφόδια ένα τέτοιο εγχείρημα. Μέχρι τότε, φυσικά, όλος αυτός ο κόσμος ας επισκέπτεται τα ορεινά χωριά, βλέποντας τις φυσικές ομορφιές του τόπου μας, πεζοπορώντας σε υπέροχα μονοπάτια και βουνοκορφές και στηρίζοντας μικρές επιχειρήσεις που παλεύουν να κρατήσουν αυτά τα μέρη ζωντανά. Αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται εκεί από επιλογή, για να σε εξυπηρετήσουν, να σε βοηθήσουν σε μια δυσκολία στο βουνό, να σου πουν μύθους και ιστορίες της περιοχής, να σου προσφέρουν τοπικά προϊόντα και φαγητά, να γίνεις μαζί τους μια παρέα, γελώντας, τραγουδώντας, χορεύοντας και κλαίγοντας πολλές φορές από χαρά ή νοσταλγία. Καλή αντάμωση στα όμορφα βουνά μας λοιπόν!».
Στείλτε τις προτάσεις σας για τη στήλη «Γειτονιές της Ελλάδας» στο [email protected]