Ο Ιωσήφ Βιβιλάκης ήταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια ένας από τους πολλούς Αθηναίους χωρίς αυτό που λέμε «ιδιαίτερη πατρίδα». Ακολουθώντας ένα αίσθημα νοσταλγίας για κάτι που δεν είχε ζήσει, μακριά από την Αθήνα, η μοίρα τον έφερε στην Κύμη της Εύβοιας.
Η νέα του ζωή εκεί πολύ γρήγορα τον οδήγησε στη σκέψη της δημιουργίας ενός φεστιβάλ που, όπως μου είπε, θα έχει το αποτύπωμα του τόπου όχι απλά ως γεωγραφία αλλά ως σώμα με τραύματα, μνήμη, αντοχές. Κάπως έτσι γεννήθηκε το «Της τέχνης τα ιάματα», ένα φεστιβάλ με ευρεία θεματολογία και δράσεις όπως θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές προβολές παρουσία σκηνοθετών, συναυλίες, αφιερώματα σε συνθέτες, διημερίδες, εκθέσεις κόμικς κ.ά.
Μία από αυτές τις διημερίδες με τίτλο «Δημογραφικές Μεταμορφώσεις» μού προξένησε το ενδιαφέρον, καθώς καταπιάστηκε με τη δημογραφική συρρίκνωση του τόπου, και υπήρξε η αφορμή της συζήτησής μου μαζί του. Ακολουθεί η ιστορία του Ιωσήφ με τα δικά του λόγια.
«Τίποτα δεν είναι αυτονόητο, όταν μάλιστα ο τόπος είναι μικρός. Όταν δεν θέλεις να είσαι τουρίστας ή κλεισμένος στον μικρόκοσμό σου, η προσαρμογή απαιτεί να ακούσεις, να διαλεχθείς και να συμμετάσχεις με κάποιον τρόπο στα κοινά».
«Γεννήθηκα στο Αιγάλεω. Η μητέρα μου, Μαρία, είναι κόρη πολυμελούς οικογένειας από τη Μικρά Ασία, από τα Καράμπουρνα. Ο πατέρας μου, Γιώργος, γεννήθηκε στο Ρέθυμνο, αλλά βρέθηκε στο Αιγάλεω για δουλειά από παιδί. Ήταν κωφάλαλος από 6 ετών. Μεγάλωσα ως ο μεγάλος γιος του μουγγού. Από το Αιγάλεω η οικογένεια μετακινήθηκε στην Καναπίτσα και μετά στη Νέα Ιωνία. Τα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα μνήμες από γυναίκες πρόσφυγες της γειτονιάς, παιχνίδια σε χωράφια, αγώνες με πατίνια που φτιάχναμε με σανίδες και ρουλεμάν, δουλειά από 11 χρονών σε μαγαζιά, σε εργοστάσια παπουτσιών και καλτσών, πάρτι με μαθητικά ροκ συγκροτήματα που οργάνωνα σπίτι μου, δυνατές φιλίες που με διαμόρφωσαν. Σπούδασα Θεολογία και Θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Δίδαξα στη μέση εκπαίδευση από το 1984 και από το 1998 εκλέχτηκα λέκτορας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Αθήνας, όπου εργάστηκα φθάνοντας στη βαθμίδα του καθηγητή.
Δεν είχα πατρίδα και πάντοτε αναζητούσα έναν τόπο απόδρασης από την πόλη. Φαίνεται ότι υπήρχε μια νοσταλγία για κάτι που δεν το είχα ζήσει και βρισκόταν μακριά από την Αθήνα. Το 2008 διάβασα σε μια αγγελία ότι πωλείται πετρόκτιστο σπίτι στους Καλημεριάνους της Κύμης. Πήγα και το είδα. Ήταν κρυμμένο, χτισμένο στην άκρη μιας μεγάλης αυλής που είχε δύο αρχαίες καρυδιές. Είχε δυο πετρόκτιστες καμάρες και μια υπέροχη τοιχοποιία. Η θέα του στην ανατολή στη θάλασσα αλλά και προς τα έλατα των Κοτυλαίων με άφησε άφωνο. Αποφάσισα να το αγοράσω. Από το 2013 ερχόμουν κάθε εβδομάδα για τριήμερα. Το 2022, ενώ ήμουν πρόεδρος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών, παραιτήθηκα από την πανεπιστημιακή μου θέση και τότε αποφάσισα να εγκατασταθώ μόνιμα εκεί.
Η μετάβαση δεν ήταν απότομη. Στην αρχή υπήρχε η αίσθηση του “ξένου”. Χρειάστηκε κάποιος χρόνος για να γνωριστώ ουσιαστικά, αφού πρώτα βίωσα μια σιωπηλή δοκιμασία, προκειμένου να αρχίσω να μαθαίνω τον τόπο και την ιστορία του. Περπάτησα πολύ σε μονοπάτια, φωτογραφίζοντας την ενδημική χλωρίδα, και η αλληλεπίδρασή μου με τους ντόπιους χτίστηκε μέσα από την καθημερινότητα, τις ιστορίες που μοιραστήκαμε, κοινές δράσεις αλλά και μια αμοιβαία διάθεση αποδοχής. Έτσι, λοιπόν, δημιουργήθηκαν στιβαροί δεσμοί φιλίας που ήταν καθοριστικοί για την παραμονή μου.
Τίποτα δεν είναι αυτονόητο, όταν μάλιστα ο τόπος είναι μικρός. Όταν δεν θέλεις να είσαι τουρίστας ή κλεισμένος στον μικρόκοσμό σου, η προσαρμογή απαιτεί να ακούσεις, να διαλεχθείς και να συμμετάσχεις με κάποιον τρόπο στα κοινά. Η κοινότητα μπορεί να είναι επιφυλακτική όταν δεν σε γνωρίζει, ωστόσο είναι βαθιά γενναιόδωρη όταν αντιληφθεί ειλικρινές ενδιαφέρον και σεβασμό στις μνήμες, όταν γίνεται σαφές πως δεν έρχεσαι να επιβάλεις κάτι ως αυθεντία αλλά να συνδημιουργήσεις. Τότε, ανοίγεται ένας χώρος εμπιστοσύνης.
Η Κύμη είναι μια μικρή πόλη με μεγάλη ιστορία. Έχει χτιστεί ανάμεσα στο βουνό και στο Αιγαίο, σε ένα σημείο όπου το βλέμμα ανοίγει και ο χρόνος βαθαίνει. Η περιοχή διαθέτει μοναδικό φυσικό κάλλος και η πόλη έχει θαυμάσια αρχιτεκτονική. Δεν προσφέρεται για γρήγορη κατανάλωση (όπως για παράδειγμα ένα τουριστικό χωριό) αλλά για ουσιαστική σχέση. Εδώ, ο άνθρωπος νιώθει ότι ανήκει σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του: στο τοπίο, στην ιστορία, στη συλλογική μνήμη. Είναι ένας τόπος που μπορεί να λειτουργήσει ως εργαστήρι επανασύνδεσης – με τον εαυτό, με τους άλλους, με το ουσιώδες. Γι’ αυτό και ένιωσα ότι εδώ βρήκα το χαμένο μου κέντρο.
H καθημερινότητά μου είναι απλή. Ξεκινά με το φως που διαθέτει ο τόπος, την παρατήρηση στη φύση, τις μικρές συναντήσεις, τους ρυθμούς που σου επιτρέπουν να είσαι παρών. Διάβασμα, γραφή, οργάνωση, περπάτημα, φωτογραφία, σχέδια για το μέλλον, προετοιμασία για το εργαστήριο θεάτρου που συντονίζω στους Καλημεριάνους, προσπάθεια να ολοκληρωθεί ένα βιβλίο για την ιστορία του θεάτρου. Εδώ, η καθημερινότητα δεν στηρίζεται στο τρέξιμο και στην ταχύτητα αλλά στη συνέπεια, στη σχέση, στην επαφή με τους άλλους και στη συμμετοχή.
Μέσα από την εμπειρία της εγκατάστασής μου στην Κύμη το 2023 γεννήθηκε η σκέψη για τη δημιουργία ενός φεστιβάλ που θα έχει το αποτύπωμα του τόπου όχι απλά ως γεωγραφία αλλά ως σώμα με τραύματα, μνήμη, αντοχές. Εκείνη τη στιγμή η μορφή του Γεωργίου Παπανικολάου έγινε σημείο αναφοράς. Το φεστιβάλ ονομάστηκε “Της τέχνης τα ιάματα” και αφιερώθηκε σε αυτόν τον Κουμιώτη πρωτοπόρο γιατρό γιατί μας υπενθυμίζει ότι η γνώση, η πίστη στον άνθρωπο και η επιμονή μπορούν μεν να γεννηθούν σε έναν μικρό τόπο αλλά να αλλάξουν τον κόσμο. Για μένα αυτό είναι βαθιά ανθρώπινο και βαθιά πολιτικό.
Ένα ιδιαίτερο στοιχείο στη διοργάνωση είναι πως η δράση του φεστιβάλ εκτείνεται σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, κάτι που ήταν αίτημα των ντόπιων γιατί κρατά ζωντανή τη σχέση με τον τόπο και τους ανθρώπους του. Η πιο πρόσφατη δράση μας είναι η παράσταση “Τα Χριστούγεννα που θυμάμαι” που παρουσιάστηκε από την ομάδα του εργαστηρίου θεάτρου στο ζαχαροπλαστείο Κεντρικόν στην πλατεία της Κύμης. Ήταν θέατρο φτιαγμένο από ανθρώπους του τόπου, με τις δικές τους ιστορίες, τα αντικείμενά τους, τις φωνές τους.
Η ομάδα που πλαισιώνει το φεστιβάλ δεν συγκροτήθηκε ευκαιριακά. Αποτελείται από φίλους (Μαρία Αθανασίου, Γιάννης Κατσέλης, Ζαχαρούλα Νταλέ) που συνδέονται ουσιαστικά με την περιοχή – ανθρώπους που γνωρίζουν την Κύμη, επιστρέφουν σε αυτήν και επενδύουν χρόνο, φροντίδα και σκέψη. Αυτό δίνει στο φεστιβάλ χαρακτήρα συνέχειας και όχι απλώς παρουσίας.
Για να συνοψίσω, το φεστιβάλ “Της τέχνης τα ιάματα” ξεκίνησε ως ιδιωτική πρωτοβουλία, βασισμένη σε προσωπική εργασία, συνεργασίες και έναν βαθύ δεσμό με την Κύμη. Το έργο του όμως είναι δημόσιο: αφορά τον πολιτισμό, την εκπαίδευση, τον κοινωνικό διάλογο και τη συνοχή του τόπου. Για να μπορέσει να συνεχίσει να υπάρχει με διάρκεια και συνέπεια, είναι απαραίτητη η θεσμική του στήριξη.
Η Κύμη είναι τόπος με ιστορία, ναυτοσύνη, ισχυρή πολιτισμική ταυτότητα, ενώ ταυτόχρονα βιώνει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μικροί τόποι εξαιτίας της δημογραφικής συρρίκνωσης. Αυτό είναι ορατό στους αριθμούς, στις σχολικές τάξεις που μειώνονται και στους νέους που μετακινούνται στις πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού. Η συνάντηση “Δημογραφικές Μεταμορφώσεις” (13-14/12/2025) οργανώθηκε ως μια συνειδητή πολιτική παρέμβαση στον δημόσιο λόγο γύρω από το δημογραφικό, εστιάζοντας στην περίπτωση της Κύμης, επειδή θεωρούμε ότι ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι αποκομμένος από τα κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα.
Ουσιαστικά, αποτελεί συνέχεια της δράσης “Παιδιά και έφηβοι σε κρίση”, εντάσσοντας το ζήτημα σε έναν διαρκή διάλογο για τη νέα γενιά, τη φροντίδα και τις κοινωνικές συνθήκες ζωής. Σε έναν τόπο όπως η Κύμη, δεν έχει νόημα να μιλά κανείς μόνο με στατιστικούς όρους. Χρειάζεται να συζητήσουμε τις πολιτικές επιλογές που διαμορφώνουν το ποιος μπορεί να μείνει, να φύγει ή να επιστρέψει. Και γι’ αυτό είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι, αφού ανταποκρίθηκε στην πρόσκλησή μας για συνδιοργάνωση ο δήμος Κύμης-Αλιβερίου, ενώ μας στήριξε η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας.
Στη συνάντηση ανοίχτηκαν ζητήματα όπως η διαχείριση φυσικών πόρων, η τοπική επιχειρηματικότητα και εργασία, η επιστροφή στον τόπο, οι νέες μορφές οικογένειας, η έμφυλη διάσταση, ο ρόλος της περιφέρειας και οι ανισότητες μεταξύ κέντρου και τόπων όπως η Κύμη. Το σημαντικότερο στοιχείο ήταν ότι η δράση αυτή δεν λειτούργησε ως κλειστό επιστημονικό γεγονός αλλά ως ανοιχτή δημόσια διαδικασία, ως ένα φόρουμ όπου διατυπώθηκαν σημαντικές προτάσεις. Η συμμετοχή πάνω από 30 ομιλητών, πολιτών, μαθητών λυκείου, νέων αλλά και έμπειρων επιχειρηματιών, επαγγελματιών, επιστημόνων και ανθρώπων του πολιτισμού δημιούργησε έναν χώρο συλλογικής σκέψης, ευθύνης και ελπίδας.
Για εμάς, αυτή η συζήτηση ήταν απαραίτητη για να κατανοήσουμε ότι το δημογραφικό δεν λύνεται με αποσπασματικά μέτρα αλλά με συνεκτικές πολιτικές που στηρίζουν τη ζωή στους μικρούς τόπους. Αν δεν υπάρξουν όροι ζωής, καμία καμπάνια για τη γεννητικότητα δεν έχει νόημα.
Η εμπειρία της Κύμης δείχνει ότι το βασικό εμπόδιο για την ανάπτυξη της περιφέρειας είναι ο συγκεντρωτισμός και η έλλειψη σταθερής στήριξης. Η περιφέρεια αντιμετωπίζεται ως τουριστικό προϊόν, ως τόπος ευκαιριακής προβολής ή ως περιθώριο και όχι ως χώρος ζωής και παραγωγής. Οι άνθρωποι θέλουν να μείνουν αλλά δεν μπορούν να σχεδιάσουν τη ζωή τους. Χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς υποδομές στους ίδιους τους τόπους, η περιφέρεια μένει εκτός μέλλοντος.
Στην Κύμη βλέπει κανείς καθαρά ότι οι άνθρωποι δεν φεύγουν επειδή δεν αγαπούν τον τόπο τους αλλά επειδή δεν υπάρχουν όροι συνέχειας: σε επίπεδο εργασίας, φροντίδας, πρόσβασης σε παιδεία, υγεία και πολιτισμό. Όσο αυτά θεωρούνται δευτερεύοντα, καμία αναπτυξιακή ρητορική δεν μπορεί να έχει ουσία. Η ανάπτυξη της περιφέρειας προϋποθέτει εμπιστοσύνη στους ίδιους τους τόπους – και αυτή σήμερα λείπει. Οι τοπικές πρωτοβουλίες βασίζονται κυρίως στην προσωπική προσπάθεια και χρειάζονται θεσμική στήριξη για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για ανάπτυξη της περιφέρειας, πρέπει να στηρίξουμε έμπρακτα όσους επιλέγουν να ζουν και να δημιουργούν στους τόπους τους – με υποδομές, διάρκεια και εμπιστοσύνη. Όχι με λόγια, αλλά με πολιτικές.
Στις μεγάλες πόλεις υπάρχει μεγαλύτερη πρόσβαση σε ευκαιρίες, πόρους, δίκτυα και θεσμούς. Το τίμημα είναι συχνά η αποξένωση και ο κοινωνικός αντίκτυπος μέσα από δράσεις δεν είναι πάντα ορατός. Αντίθετα, στο χωριό, ιδίως στην αρχή, έχεις να αντιμετωπίσεις κατά μέτωπο τη δυσπιστία και την καχυποψία, δεν υπάρχουν δίκτυα ασφαλείας, υποδομές και όλα κρίνονται από την κοινότητα, πράγμα που δεν είναι εύκολο αλλά είναι ταυτόχρονα απελευθερωτικό. Η ζωή στο χωριό απαντάει στο ερώτημα πώς θέλουμε να δουλεύουμε, να ζούμε και να συνυπάρχουμε. Είναι επιλογή για το δικαίωμα σε μια ζωή και εργασία με νόημα.
Δεν νιώθω δικαιωμένος, γιατί η επιλογή μου δοκιμάζεται καθημερινά. Υπάρχουν δυσκολίες, ρίσκα, αβεβαιότητες, έκθεση, κόπωση. Το κυρίαρχο που νιώθω είναι ευθύνη. Η απόφασή μου έχει νόημα γιατί επιμένει στην άποψη ότι ο πολιτισμός δεν πρέπει να είναι προνόμιο των μεγάλων πόλεων. Ο πολιτισμός είναι ανάγκη: χτίζει σχέσεις, ανοίγει τον τρόπο σκέψης, παράγει συλλογικό νόημα και ανοίγει δυνατότητες παραμονής και επιστροφής στον τόπο.
Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι στην Κύμη, δεν θα ήταν ο τόπος ούτε οι άνθρωποί του. Θα ήταν οι όροι μέσα στους οποίους καλείται να υπάρξει. Θα ήθελα να αλλάξει η αίσθηση ότι πολλά πράγματα “δεν γίνεται” να συμβούν εδώ, η πολιτική εγκατάλειψη που εμφανίζεται ως κανονικότητα. Δεν μπορείς να μιλάς για το μέλλον του τόπου χωρίς τις υποδομές του παρόντος. Και βέβαια οι υποδομές κρατούν τους ανθρώπους όταν στηρίζουν σταθερή, αξιοπρεπή εργασία, πρωτογενή τομέα, τοπική παραγωγή, παιδεία, υγεία, πολιτισμό.
Αν κάτι χρειάζεται αλλαγή, είναι το πλαίσιο: σταθερές υποδομές, συνέχεια στις πολιτικές, χώροι για νέους ανθρώπους, για εργασία, για πολιτισμό. Όχι για να “αναπτυχθεί” η Κύμη με όρους βιτρίνας αλλά για να μπορεί να ζει χωρίς να απολογείται.
Η Κύμη δεν στερείται δυνατοτήτων· στερείται εμπιστοσύνης – από την πολιτεία, από τους θεσμούς, συχνά και από τον ίδιο της τον εαυτό. Θα ήθελα να αλλάξει αυτή η εσωτερικευμένη παραίτηση που γεννιέται όταν επί χρόνια οι αποφάσεις λαμβάνονται αλλού και οι ανάγκες του τόπου θεωρούνται δευτερεύουσες.
Από τη δική μου εμπειρία, θα συμβούλευα κάποιον που σκέφτεται να αποκεντρωθεί να το κάνει μόνο αν είναι έτοιμος να αλλάξει όχι απλώς τόπο αλλά τρόπο ζωής. Όταν αποφάσισα να εγκατασταθώ στην Κύμη, δεν είχα μπροστά μου μια εύκολη λύση. Είχα ένα ερώτημα: πού μπορώ να ζήσω και να δημιουργήσω με συνέπεια σε αυτά που πιστεύω.
Η μετάβαση δεν ήταν ρομαντική. Υπήρξαν δυσκολίες, αβεβαιότητα, έλλειψη δομών. Υπήρξε όμως και κάτι καθοριστικό: η αίσθηση ότι η παρουσία μου έχει νόημα, ότι η δουλειά μου συνδέεται άμεσα με τον τόπο και τους ανθρώπους. Αυτό δεν το χαρίζει κανένας μικρός τόπος – το κερδίζεις με χρόνο και συμμετοχή.
Γι’ αυτό και θα έλεγα σε όποιον σκέφτεται την αποκέντρωση να μην το κάνει μόνος και να μην το κάνει προσωρινά. Να το δει ως συλλογική διαδρομή και πολιτική στάση, ως κάτι που έχει νόημα ζωής. Αν γίνει έτσι, δεν είναι φυγή από την πόλη· είναι μετατόπιση του κέντρου ζωής και ευθύνης. Και αυτή η μετατόπιση, για μένα, άξιζε».
Στείλτε τις προτάσεις σας για τη στήλη «Γειτονιές της Ελλάδας» στο [email protected]