Χθες γνώρισα τον μακρινό εγγονό του Μπαρμπαρόσα σε ένα τραπέζι. Ήταν λίγο χλωμός, ή έτσι μου φάνηκε, όπως έπεφτε το φως πάνω στο βλοσυρό προφίλ του. Ήταν νευρικός κι έδινε την εντύπωση πως κάτι τον ταλανίζει. «Πρώτη σου φορά στα Κύθηρα;» ρώτησε η οικοδέσποινα, μα δεν πήρε απάντηση, παρά μονάχα εισέπραξε ένα μουγκρητό επιδοκιμασίας για το κυρίως πιάτο, μοσχάρι στον φούρνο με θυμαρίσιες πατάτες, που είναι σπάνιες στη Χώρα και βγαίνουν κάθε δέκα χρόνια στη ράχη του φαραγγιού. Τότε πρόσεξα το σημάδι πάνω από το τοξωτό του φρύδι· εξέβαλλε με χάρη και τόνιζε λοξά την απαρχή των μήλων, λες και το 'χε σμιλέψει ο Κριτίας, τέτοιας μαεστρίας άγγιγμα τον είχε χαρακώσει, μα δεν το 'κανα κουβέντα, ίσως γιατί δεν ήθελα να τον φέρω σε θέση δύσκολη. Και δεν το κρύβω, αναρωτήθηκα αν θα 'χε στις γυναίκες πέραση ένας τέτοιος άνδρας, μα γρήγορα απώλεσα τους συλλογισμούς μου, γιατί η γυναίκα μου με πρόσταξε να την ακολουθήσω στα μέσα δωμάτια, ήθελε να μου μιλήσει.

 

«Τον είδες πώς κρατούσε το πιρούνι;» και δεν χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα για να καταλάβω ποιον είχαν σημαδέψει τα λόγια της, κούνησα το κεφάλι λες και μου ήταν αδιάφορο, «σκέτος αγριάνθρωπος» είπε και μασούλησε δυο ραπανάκια που ήταν εκτός εποχής, όμως η οικοδέσποινα, εγγονή του πολυμήχανου Άιφελ, τα 'χε φέρει από το Παρίσι με ιδιωτικό τζετ στο Τσιρίγο, «οι μόνες ενδείξεις ευαισθησίας απάνω του είναι οι φακίδες του» ίσα που πρόφερε, αναμασώντας το τρυφερό φύλλο μαρουλιού που επιδέξια κρατούσε στο τόσο νόστιμο, μονίμως απορημένο στόμα της. Δεν πρόφτασε να αποτελειώσει το κρεσέντο παρατηρητικότητά της και μ' ένα νεύμα του χεριού έδωσε άδοξο τέλος στην κουβέντα μας, είχε έρθει η ώρα του γλυκού και τα πρώτα ποτήρια σαμπάνιας έδιναν την υπόσχεση πως το δείπνο θα βαστούσε ώρες πολλές ακόμη.

 

Τον πλησίασα, γιατί δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω, άλλωστε είναι γνωστό πως είμαι από τη φύση μου ολίγον τι ζερβός και άρρυθμος, και η μουσική σε συνδυασμό με τη χορευτική μου αγαρμποσύνη μου φέρνει πάντοτε στον νου τις δέκα πληγές του συμπαθούς αν και πολυπαθούς Φαραώ. Στο εγγύς παρελθόν έχουν συμβεί πράγματα τρομερά σε μένα και στους οικείους μου, και όλα αυτά τυχαίνει να λαμβάνουν χώρα με το έναυσμα της πιο αθώας και συνάμα περιπαικτικής σκέψης, αυτής του ενός και τόσο δα μικρού, χορευτικού πηδήματος ή τερτιπιού των ώμων και της μέσης· σεισμοί, κατακλυσμοί, βοριάδες και νοτιάδες μεγάλης εντάσεως και ισχύος, ακριβοπληρωμένα διαζύγια και δακρύβρεχτοι χωρισμοί, όλα ετούτα ανακινούνται και γιγαντώνονται, ορμώμενα από το ένα και μοναδικό μου αδέξιο ζάλο. Για του λόγου το αληθές και για να μην τα πολυλογώ, πριν από επτά χρόνια, τόσα πάνε από την τελευταία φορά που χόρεψα ένα προσχηματικό κι ολιγόλεπτο, μα παθιασμένο φοξ αγγλέζ στην κεντρική πλατεία με θέα τη χαράδρα, κι ενόσω στροβιλιζόμουν σαν ανάλαφρο κύμα, πάνω στη φανταστική προκυμαία π' ατένιζε τα Βιαράδικα, κύμα ανάμεσα στα ανάδελφα κύματα ξένων και ντόπιων, άνοιξε το άπατο ρήγμα στα Μητάτα ολάκερο να μας καταπιεί, χώρισε στα δύο η Αγία Τριάδα, έπεσαν κεραυνοί και λίγο έλειψε να φτάσουμε κατρακυλώντας στον Αβλέμονα, πώς σωθήκαμε από τα έγκατα της γης, Έλληνες, Ολλανδοί κι Ελβετοί δεν ξέρω, έκτοτε δεν το 'χω ξανατολμήσει· λένε πως ο μικρός Μπαρμπαρόσα έχει βάλει στο μάτι το νησί για επενδύσεις, άραγε ν' αληθεύει;

 

«Θα μείνεις καιρό;» τον ρωτάω τάχα αδιάφορα, «όσο χρειαστεί» μου απαντάει και δεν παίρνει τα μάτια του απάνω από τη γυναίκα μου, που χορεύει βλακωδώς με την οικοδέσποινα ένα είδος ροκ εν ρολ μπολιασμένο με κάτι που θυμίζει τα πρώτα βήματα της Τζάνις Τζόπλιν στην πειραματική σκηνή, σιγοπίνοντας μπουρμπουλήθρες σαμπάνιας κι ενθυμούμενη χρόνια φοιτητικά κι ανέμελα σε πανεπιστήμια και κοινόβια του εξωτερικού, «μικροδείχνει» μου πετάει, «ποιος;» αναρωτιέμαι φωναχτά και δεν περιμένει να μου απαντήσει, μόνο τινάζεται μεμιάς, και κατευθύνεται ευθύβολα στην πίστα, σωστός κατακτητής των απάτριδων κορασίδων που, μεταξύ μας, φέρνουν λιγάκι σε κόρες μωρές, που σταφίδιασαν στο πρώτο άγγιγμα του ήλιου και σκέβρωσαν σαν πέρασε και τις προσπέρασε η πρώτη, μα παντοτινή αγάπη.

 

«Θα μείνεις απόψε;» να 'ταν αυτό που άκουσα από τα χείλη της γυναίκας μου, που πρόφερε βουβά τρεις λάγνους ψίθυρους και τους ακούμπησε στο μέσον της νύχτας σαν προσευχή και φυλαχτό μιας ώρας περασμένης, και 'κείνος τι να της ψιθύρισε στο αυτί σαν έσκυψε και λίγωσε και σούφρωσε τα χείλη, κι ήταν τότε που 'ρθε η οικοδέσποινα και κύκλωσε τα βήματά μου σε έναν μαινόμενο χορό δικό της, από ποτό κι από θυμό και ζήλια, για να μου πει πως ο μακρινός εγγονός Μπαρμπαρόσα έχει βάλει στο μάτι τα δέκα στρέμματά μας, πάνω ψηλά στην Παλαιοχώρα, το μόνο καταφύγιο και το στερνό που δεν κατέκτησε ο προγονός του στην Κακιά Λαγκάδα, και κάθε τέλη τ' Αυγούστου κάνουμε το μνημόσυνο, η μόνη και μοναδική οικογένεια που γλίτωσε το φονικό από τον πειρατή και σφαγιαστή Μπαρμπαρόσα.

 

Έτσι κι εγώ ο Χριστιανός πήρα το θάρρος και κούνησα λιγάκι τον γοφό, τη μέση ταλάντευσα, τα χέρια ξεθάρρεψα κι εγώ αναθάρρεψα κι αρχίνισα έναν χορό της νιότης μου τρελό, μέχρι να ξημερώσει.

 

=====

Χρήσιμες Υποσημειώσεις

Η Παλαιοχώρα καταστράφηκε το 1537 από τον αρχιναύαρχο του τουρκικού στόλου Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, ο οποίος κούρσεψε την πολιτεία, έσφαξε τους κατοίκους, πυρπόλησε και ρήμαξε την άλλοτε ζωντανή πρωτεύουσα, η οποία δεν κατοικήθηκε ποτέ ξανά.

Τον Ιανουάριο του 2006 ισχυρός σεισμός 6,9 Ρίχτερ έπληξε τα Μητάτα και την εκκλησία της Αγίας Τριάδας.