ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ πιο αξιόπιστες εκτιμήσεις, υπάρχουν 7.000 γλώσσες σε χρήση σε όλο τον κόσμο. Αυτό μπορεί να μοιάζει με ένα υγιές γλωσσικό οικοσύστημα, το μεγάλο αυτό νούμερο όμως κρύβει μια επισφαλή συνθήκη. Ενώ οι λεγόμενες «υπεργλώσσες», όπως τα αγγλικά και τα μανδαρινικά (κινέζικα), κυριαρχούν, άλλες κινδυνεύουν να εξαφανιστούν. Σχεδόν το 60% όλων των γλωσσών απειλείται με εξαφάνιση – το 10% ομιλείται από λιγότερους από δέκα εναπομείναντες φορείς της εκάστοτε γλώσσας.
Για τους περισσότερους από εμάς, η εξαφάνιση μιας γλώσσας μπορεί να μοιάζει με μακρινό πρόβλημα. Για τη Σοφία Σμιθ Γκέιλερ, όμως, αυτό συνέβη μέσα στην ίδια της την οικογένεια. Το βιβλίο της «How to kill a language» («Πώς να σκοτώσετε μια γλώσσα») ξεκινά και τελειώνει στο σπίτι της 93χρονης γιαγιάς της στο Λονδίνο, όπου η εμιλιανή-ρομανιόλικη διάλεκτος της βόρειας Ιταλίας, μια γλώσσα που προέρχεται από τα λατινικά, αλλά διαφέρει από τα ιταλικά, σε λίγο δεν θα μιλιέται. Η επικείμενη απώλεια, τόσο γλωσσική όσο και προσωπική, είναι αυτή που οδήγησε τη συγγραφέα σε ένα προσωπικό ταξίδι για να μάθει τη γλώσσα της γιαγιάς της, ενώ ταξίδευε σε όλο τον κόσμο ερευνώντας άλλες γλώσσες σε παρόμοια κατάσταση.
Κάθε γλώσσα που χάνεται είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Κάθε τέτοια απώλεια αποτελεί και μια τραγωδία για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Όσοι βλέπουν τις γλώσσες τους να εξαφανίζονται νιώθουν σαν να μένουν άστεγοι στη δική τους γη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Ο όρος «εξαφάνιση» είναι ακριβέστατος. Η συγγραφέας παραπέμπει στην εκτίμηση των Ηνωμένων Εθνών ότι κάθε δύο εβδομάδες εξαφανίζεται και μια γλώσσα. Άλλοι γλωσσολόγοι έχουν προτείνει μια λιγότερο τρομακτική αναλογία –κάθε τρεις μήνες, για παράδειγμα– αλλά, ακόμα κι έτσι, το πρόβλημα παραμένει οξύ. Για παράδειγμα, η γλώσσα Hupa, που μιλιόταν κατά μήκος μιας κοιλάδας στη βόρεια Καλιφόρνια, «έπεσε σε νάρκη» –όπως αρέσει σε ορισμένους γλωσσολόγους να αποκαλούν το φαινόμενο– στις 7 Μαρτίου, όταν πέθανε η τελευταία ομιλήτριά της, μια γυναίκα που λεγόταν Βερντένα Πάρκερ. Μια γλώσσα που κάποτε μιλιόταν από μια ακμάζουσα φυλή πλέον επιβιώνει μόνο στα αρχεία του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας.
Για τη Σμιθ Γκέιλερ τέτοιες εξαφανίσεις δεν αποτελούν φυσικό φαινόμενο. Αντίθετα, εμπίπτουν στην κατηγορία της «γλωσσοκτονίας» («linguicide»). Πρόκειται για έναν όρο που επινόησε η Φινλανδή γλωσσολόγος Τόβε Σκούτναμπ-Κάργκας για να προσδιορίσει το φάσμα των τρόπων με τους οποίους τα κράτη μπορούν, παθητικά ή ενεργά, να συμμετέχουν στην καταστροφή των γλωσσών. Όπως το θέτει η Σμιθ Γκέιλερ, το θέμα δεν είναι απλώς ότι οι γλώσσες εξαφανίζονται αλλά ότι «κάτι τις εξαφανίζει».
Στο ένα άκρο του φάσματος συναντάμε την αδιαφορία της εκπαιδευτικής διαδικασίας και τον εκτοπισμό λόγω της πολιτισμικής ηγεμονίας, όπως συνέβη με τις γλώσσες των μειονοτήτων στην Ιταλία και τη Γαλλία. Στο αντίθετο άκρο παρατηρούμε πράξεις γενοκτονίας και εξάλειψης: την καταστροφή των γλωσσών των ιθαγενών της Αμερικής και της Αυστραλίας μέσω δολοφονιών, εκτοπισμών και, τελικά, των λεγόμενων «εσωτερικών σχολείων».
Στα δέκα κεφάλαια του βιβλίου, η έρευνα της συγγραφέως καλύπτει όλο το φάσμα, από τις τρέχουσες ρωσικές προσπάθειες για την απάλειψη της ουκρανικής γλώσσας και τα ιστορικά εγκλήματα που έκαναν την ισπανοεβραϊκή γλώσσα, γνωστή επίσης ως Λαντίνο ή Λαδίνο, η οποία μιλιόταν επί πολλούς αιώνες από τους Σεφαραδίτες, να πάψει να είναι η lingua franca των Εβραίων της Μεσογείου, έως πιο ύπουλες ιστορίες παραμέλησης και παρακμής, όπως η τύχη της γλώσσας Νταγκμπάνι στην Γκάνα, που απειλείται από την κλιματική αλλαγή, τις μεταβολές του πληθυσμού και την ανικανότητα της κυβέρνησης.
Κάθε γλώσσα που χάνεται είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Κάθε τέτοια απώλεια αποτελεί και μια τραγωδία για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Όσοι βλέπουν τις γλώσσες τους να εξαφανίζονται νιώθουν σαν να μένουν άστεγοι στη δική τους γη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Καναδοί ερευνητές, όπως μαθαίνουμε, διαπίστωσαν άμεση συσχέτιση μεταξύ της απώλειας της γλώσσας και προβλημάτων ψυχικής υγείας: στις κοινότητες των αυτοχθόνων όπου λιγότερο από το ήμισυ του πληθυσμού μιλούσε την παραδοσιακή γλώσσα της φυλής, τα ποσοστά αυτοκτονιών των νέων ήταν έξι φορές υψηλότερα απ' ό,τι στις κοινότητες όπου οι ομιλητές της γλώσσας ήταν περισσότεροι. Μια έρευνα της αυστραλιανής κυβέρνησης από το 2012 επιβεβαίωσε την υπόθεση ότι ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών και υγειονομικών προβλημάτων θα μπορούσε να βελτιωθεί σημαντικά με τη διαφύλαξη των γλωσσών των Αβοριγίνων στη χώρα αυτή – αλλά καμία κυβέρνηση δεν έχει ακόμη λάβει μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση.
Το βιβλίο συνδυάζει τη δημοσιογραφική αμεσότητα με την ακαδημαϊκή εξειδίκευση και δεδομένης της χαοτικής διεθνούς κατάστασης, της μετακίνησης πληθυσμών λόγω της κλιματικής αλλαγής και της πολιτικής εχθρότητας προς τις μειονότητες που αναδύεται σε χώρες σε όλο τον κόσμο το μήνυμά του μοιάζει επείγον και επίκαιρο. Και παρά τις δυσοίωνες προοπτικές πολλών γλωσσών, ολοένα περισσότερο αναδύεται η περιέργεια και η εκμάθηση που προκαλεί μια νέα γλώσσα. Και αυτό είναι ελπιδοφόρο από μόνο του.
Με στοιχεία από την «Telegraph»