ΠΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ η ακροδεξιά κατάφερε από απαξιωμένη, περιθωριακή πολιτική δύναμη μεταπολεμικά σε Ευρώπη και Αμερική να μετατραπεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες σε δύναμη εξουσίας, να κερδίζει κατά κράτος εκλογικά σε πολλές χώρες την Αριστερά, ακόμα και την παραδοσιακή Δεξιά, προβάλλοντας ως η κατεξοχήν φιλολαϊκή όσο και «αντισυστημική» επιλογή; Είναι, άραγε, η φαιόχρωμη ιδεολογία της που θριαμβεύει ή μήπως η χρήση ενός θολού όσο και απλουστευτικού λόγου που επικαλείται προσχηματικά την «κοινή λογική» και τις «εθνικές αξίες»;
«Στο πεδίο των φαντασιακών της δυστυχίας, η Άκρα Δεξιά έχει πάρει σημαντικό προβάδισμα, συχνά με τη βοήθεια των ανταγωνιστών της. Η γενικευμένη σύγχυση, η αλληλεπικάλυψη των συνθημάτων (κέντρο και δεξιά υιοθετούν την ξενοφοβία, ενώ η Άκρα Δεξιά υποστηρίζει τη θεσμική κατοχύρωση των αμβλώσεων) οδηγούν στην κανονικοποίηση της Άκρας Δεξιάς. Αν δεν υπάρχουν δεξιά και αριστερά, τότε δεν υπάρχει και Άκρα Δεξιά», λένε ο Μικαέλ Φεσέλ, καθηγητής Φιλοσοφίας και σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού «Esprit», και ο Ετιέν Ολιόν, κοινωνιολόγος και διευθυντής ερευνών του CNRS, που συνυπογράφουν αυτό το πολύ ενδιαφέρον πόνημα.
«Για να μην ολοκληρωθεί η παράξενη, υποπολιτική νίκη της Άκρας Δεξιάς με έναν εκλογικό θρίαμβο, αυτό ακριβώς το δρων “εμείς”, που απαρτίζεται από ίσους και ορίζεται πολιτικά, πρέπει να προσπαθήσουμε να ανακαταλάβουμε», προτείνουν οι συγγραφείς.
Με αφετηρία τη γαλλική πολιτική σκηνή, προχωρούν σε μια γενικότερη επισκόπηση των μεθόδων, των τακτικών και της προπαγάνδας της σύγχρονης ακροδεξιάς που, παρά τον «εκμοντερνισμένο» λόγο και την εικόνα που επιχειρεί να προβάλλει, παραμένει πιστή στις εθνικιστικές, ξενοφοβικές και πατριαρχικές της παραδόσεις, καταφέρνοντας σε πολλές περιπτώσεις να θέτει εκείνη την κυρίαρχη πολιτική ατζέντα.
«Μπορούμε να αγωνιστούμε ενάντια στην Άκρα Δεξιά σε αυτό το πεδίο προάγοντας άλλες υποπολιτικές και αξίες. Η προσπάθεια να είμαστε πιο χαλαροί σε σχέση με τον εαυτό μας και την ταυτότητά μας, πιο ειρωνικοί ή προσεκτικοί ως προς τις τυχαιότητες που συνδέονται με την καταγωγή μας, ανήκει αναμφίβολα στην γκάμα των πιθανών απαντήσεων στις ταυτοτικές αγωνίες που εκμεταλλεύονται οι εθνικιστές… Για να μην ολοκληρωθεί η παράξενη, υποπολιτική νίκη της Άκρας Δεξιάς με έναν εκλογικό θρίαμβο, αυτό ακριβώς το δρων “εμείς”, που απαρτίζεται από ίσους και ορίζεται πολιτικά, πρέπει να προσπαθήσουμε να ανακαταλάβουμε», προτείνουν. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του εν λόγω βιβλίου που τιμήθηκε με το βραβείο Prix étudiant du Livre politique-LCP. Η πολύ καλή μετάφραση στα ελληνικά είναι του Γιώργου Καράμπελα.
*
Πόλεμος κατά των ιδεών
Ίσως αντιτάξει κανείς ότι ένα κόμμα, ιδίως αν βρίσκεται σε εκλογική άνοδο, δεν πρέπει να αναπτύσσει με υπέρμετρη σαφήνεια το πρόγραμμά του. Η διακριτικότητα σού επιτρέπει να μην αποκαλύπτεσαι και, αν έχεις κυβερνητικές βλέψεις, να μη δυσαρεστείς πιθανούς ψηφοφόρους. Ως γνωστόν, μόνο εις βάρος μας βγαίνουμε από την αμφισημία. Το ίδιο έκανε το 2017 και ο Εμμανουέλ Μακρόν, ο οποίος είχε κρατήσει για καιρό μυστικό το πρόγραμμά του κατά την προεκλογική εκστρατεία, επιλέγοντας να προτάσσει την «προσωποποίηση» (δηλαδή τον εαυτό του) παρά εκλογικά προγράμματα για τα οποία, όπως έλεγε, «κανείς δεν δίνει δεκάρα». Στην πολιτική όμως, ακόμα κι όταν μιλάμε για ιδέες, τα προγράμματα δεν είναι ο μόνος τρόπος κατάκτησης της εξουσίας. Μπορούν να την εξασφαλίσουν και άλλα μέσα. Είναι πιθανό, έως και σύνηθες, να μη δίνει κανείς μάχες με ιδέες, αλλά ενάντια σε αυτές. Δεν χρειάζονται θετικά περιεχόμενα, αρκεί να καταγγέλλονται οι υποτιθέμενες παρεκτροπές ή παρεκκλίσεις των αντιπάλων. Σε αυτό το κλασικό παιχνίδι, η γαλλική Άκρα Δεξιά αποδείχθηκε εξπέρ την τελευταία δεκαετία. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι ασφαλώς οι πολιτικές μάχες που δόθηκαν στο ζήτημα του φύλου. Για ένα τμήμα της Δεξιάς και προπαντός της Άκρας Δεξιάς, έπρεπε να αναληφθεί δράση ενάντια στη μη διαφοροποίηση των φύλων, από την αναφορά τους στα δελτία ταυτότητας μέχρι την ύπαρξη ξεχωριστών τουαλετών. Έπρεπε επίσης να καταργηθούν τα γυμνασιακά μαθήματα σχετικά με την ερωτική και σεξουαλική ζωή, τα οποία παρουσιάζονταν σχεδόν σαν πρακτικές μύησης στην πορνογραφία. Έπρεπε να καταπολεμηθεί η αποδοχή της ομοφυλοφιλίας, την οποία κήρυσσε δήθεν το μάθημα της σεξουαλικής αγωγής. Χωρίς να σχολιάσουμε καν το περιεχόμενο αυτών των προτάσεων, δεν μπορούμε να μη διαπιστώσουμε ότι τάσσονται όλες ενάντια σε μια εξέλιξη που θεωρείται επικίνδυνη. Ακόμα περισσότερο, προάγονται ενάντια σε μια σειρά προσεγγίσεων και μεθόδων που ομαδοποιούνται, για σκοπούς πολεμικής, υπό τον όρο «θεωρία του φύλου». Είτε τη βλέπουν σαν κερκόπορτα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού είτε, συχνότερα, σαν αμφισβήτηση των θεμελίων των σύγχρονων κοινωνιών, οι αντίπαλοι αυτής της «θεωρίας» καταγγέλλουν τακτικά –και, ουκ ολίγες φορές, βίαια– οτιδήποτε μοιάζει να συγγενεύει μαζί της. Καταδικάζοντας ιδέες –εν προκειμένω, θεωρητικές προσεγγίσεις και τις πολυάριθμες εμπειρικές εργασίες που εμπνέονται από αυτές–, συμμετέχουν ακριβώς σε μια πολιτισμική σύγκρουση. Ότι η σύγκρουση αυτή περνά εν πολλοίς από την αντίθεση στη μια ή την άλλη αριστερή θεωρία (ή σε ό,τι εκλαμβάνεται ως τέτοια) καταδεικνύεται από τις καθημερινές μάχες που δίνουν ορισμένες ομάδες. Παράδειγμα, το δίκτυο «Άγρυπνοι Γονείς». Δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του Ερίκ Ζεμούρ, το 2022, και χαίρει της υποστήριξης του κόμματός του, της Ανακατάληψης. Τα άτομα που συμμετέχουν στο δίκτυο έχουν, σύμφωνα με την ιστοσελίδα του, έναν κύριο στόχο: θέλουν να «προστατέψουν τα παιδιά». Από τι; Για να το μάθουμε, δεν έχουμε παρά να ακούσουμε την εισήγηση της προέδρου του, η οποία, μέσα σε λίγα λεπτά, δηλώνει ρητά τους στόχους του κινήματος. Όπως μας λέει στο σύντομο αυτό βίντεο, θέλουν να αντιταχθούν: «στη θεωρία του φύλου», «στην προπαγάνδα των ΛΟΑΤΚΙ», «στη woke ατζέντα του υπουργού Παπ Εντιαγέ» και «στην προπαγάνδα της Άκρας Αριστεράς». Η τοποθέτηση είναι καταγγελτική, τα αιτήματα είναι πάντα «κατά». Καμία έκπληξη, θα πει κανείς, για κινήματα που δηλώνουν αντιδραστικά, αν εννοήσουμε τον όρο με την πιο ουδέτερη σημασία του, δηλαδή ως υποστήριξη της επιστροφής σε μια παλιά τάξη που σήμερα έχει χαθεί. Πρέπει ωστόσο να προσθέσουμε ότι η σύγκρουση διεξάγεται όχι αναφορικά με μέτρα, αλλά αναφορικά με θεωρίες που έχουν μπει στο μίξερ ειδικά για αυτόν τον σκοπό. Η γλώσσα φέρει τα ίχνη αυτών των αντιπαραθέσεων: φεμινισμός, βιγκανισμός, αποαποικιοποίηση, γουοκισμός, έως και ισλαμισμός (ο οποίος, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε, εμφανίζεται σταθερά ως «ιδεολογία»). Υπάρχει στη σημερινή Άκρα Δεξιά ένα παράξενο πάθος για τις ιδέες – αλλά τις ιδέες των άλλων.
Στο επόμενο κεφάλαιο, θα επανέλθουμε σε αυτήν τη σαγήνη που ασκούν στην Άκρα Δεξιά η κουλτούρα και οι πανεπιστημιακοί κύκλοι από τους οποίους ένιωθε επί μακρόν αποκλεισμένη. Ας συγκρατήσουμε προς το παρόν πως, όταν η Άκρα Δεξιά ασχολείται με έννοιες, σπάνια είναι δικές της. Για να πούμε την αλήθεια, δεν είναι ούτε των αντιπάλων της ακριβώς, αλλά πρόκειται περισσότερο για ένα φάντασμά τους, μια καρικατούρα τους. Η ανάλυση των πολιτικών προγραμμάτων, η οποία γίνεται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, δείχνει ότι η σημασία που αποδίδεται σε αυτά τα ζητήματα από τα κόμματα της Αριστεράς είναι αν μη τι άλλο περιορισμένη. Το ίδιο ισχύει και για το θεσμικό πεδίο στο οποίο παράγονται αυτές οι ιδέες: το πανεπιστήμιο. Το 2021 ανατέθηκε στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας να καταγράψει την παρουσία του «ισλαμοφασισμού» στον πανεπιστημιακό κόσμο, και το συμπέρασμα ήταν ότι δεν υπήρχε τέτοιο φαινόμενο. Και τούτο, παρά την ταυτότητα του εντολέα της μελέτης: του αρμόδιου υπουργού. Μια πρόσφατη συστηματική ανάλυση του συνόλου των άρθρων κοινωνικών επιστημών στη Γαλλία έδειξε, από την πλευρά της, ότι η θέση που αποδίδεται σε θεματικές «φύλου» με την ευρεία έννοια έχει σημειώσει ελαφρά μόνο αύξηση – από 9% σε 12% την τελευταία εικοσαετία³⁴. Απέχουμε πολύ από την υποτιθέμενη αποχαλίνωση η οποία δικαιολογεί πάνελ στο CNews, άρθρα στον Τύπο πανεθνικής κυκλοφορίας και καταστροφολογικές δηλώσεις αιρετών αντιπροσώπων.
Για να καταλάβουμε πώς ασκεί πολιτική με τις ιδέες η Άκρα Δεξιά, πρέπει να κάνουμε ένα ακόμα βήμα και να παρατηρήσουμε ότι οι ιδέες ενίοτε δεν θεωρούνται καν τέτοιες. Οι στοχαστές της μεταπολιτικής έλπιζαν ότι θα κερδίσουν επιβάλλοντας σαφή διανοητικά πλαίσια. Οι απόγονοί τους, από την άποψη της ιδεολογικής συνάφειας, κάνουν το ακριβώς αντίθετο. Για να επιβληθούν, παρουσιάζουν τις θεωρίες τους ως αυτονόητες, ως πράγματα που δεν χρειάζονται, επομένως, καμία εξήγηση.
Η προφανέστερη στρατηγική είναι αυτή της καταφυγής στην κοινή λογική, την οποία οι ακροδεξιοί επικαλούνται ως επιχείρημα πολύ συχνότερα απ’ ό,τι τον «ορθολογισμό». Στη μελέτη της για την εκπομπή «Μην πειράζεις τη θέση μου» («Touche pas à mon poste»), που προβάλλεται καθημερινά στο κανάλι C8 του δισεκατομμυριούχου Βενσάν Μπολορέ, η Κλαιρ Σεκάιγ έδειξε ότι αυτή η επίκληση της κοινής λογικής είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την προώθηση συντηρητικών ιδεών, που ταυτίζονται συνήθως με τις ιδέες της Άκρας Δεξιάς³⁵. Στο όνομα της κοινής λογικής, ένας σχολιαστής λέει ότι, ως πατέρας, δεν θα δίσταζε να παραβεί τον νόμο και να αποδώσει ο ίδιος δικαιοσύνη σε έναν παιδοβιαστή. Ο παρουσιαστής τον κατσαδιάζει («δεν πρέπει να παροτρύνουμε τον κόσμο στην αυτοδικία»), προτείνει ωστόσο να επανέλθουν στην κατάργηση της θανατικής ποινής, θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται πλέον η συζήτηση, διότι «είναι πολύ κατανοητό». Σκέφτεται μάλιστα να το κάνει κύριο θέμα της εκπομπής την επόμενη μέρα.
Αν, όπως το έθεσε ο Καρτέσιος, η κοινή λογική είναι το καλύτερα μοιρασμένο πράγμα στον κόσμο, σε τέτοιο βαθμό ώστε όλοι να πιστεύουν πως έχουν περισσότερη απ’ τους άλλους, σίγουρα πάντως η χρήση της στην επιχειρηματολογία είναι συχνότερη στην Άκρα Δεξιά. Στη Γαλλία, ένα πολιτικό κίνημα που γεννήθηκε από την αντίθεση στον νόμο για τον «γάμο για όλους» επέλεξε, άκρως υπαινικτικά, να ονομαστεί «Κοινός Νους». Δηλώνει κληρονόμος της παράδοσης, της κλασικής οικογένειας και γενικότερα της «κοινής λογικής» σε θέματα ηθών. Τέτοια είναι επίσης η περίπτωση του Ματέο Σαλβίνι, ηγέτη του ιταλικού κόμματος La Lega, αντιπροέδρου της κυβέρνησης της Τζόρτζια Μελόνι και φίλου τής Μαρίν Λε Πεν και του Ζορντάν Μπαρντελά. Στην εκστρατεία για τις βουλευτικές εκλογές του 2022, οι αφίσες του καλούσαν τους ψηφοφόρους να κάνουν την «επιλογή της κοινής λογικής» (scegli il buensenso). Δεν ήταν τυχαία αυτή η επίκληση: επρόκειτο για απαραίτητη επιλογή για όποιον ήθελε να καταπολεμήσει αποτελεσματικά τη μετανάστευση, τη θεωρία του φύλου ή την ανασφάλεια. Και εδώ, απέχουμε πολύ από το πεδίο των ιδεών ή των θεωριών που βασίζονται σε επιχειρήματα τα οποία κινδυνεύουν να φανούν αφηρημένα. Το ακριβώς αντίθετο: ο Σαλβίνι υιοθετούσε έναν κατηγορηματικό τόνο που απέτρεπε εσκεμμένα κάθε συζήτηση. Εν ονόματι, ακριβώς, του αυτονόητου. Βαθύτατα αντενεργή, μια τέτοιου τύπου σκέψη δεν έχει ανάγκη να είναι συστηματική και παρακάμπτει τη σχολαστική εργασία της τεκμηρίωσης.
Η εν λόγω πλαστικότητα μπορεί να συνιστά θεωρητική αδυναμία, είναι όμως πολιτική δύναμη. Παρότι πιθανότατα δεν ισχύει –τουλάχιστον όχι όπως το εννοούν όσοι το υποστηρίζουν–, η άποψη ότι η νίκη της Άκρας Δεξιάς περνά από την ικανότητά της να γίνει «πολιτισμικά ηγεμονική» μάς επιτρέπει έστω να ενδιαφερθούμε για το τι λέει εκείνη και τι δεν έχει ανάγκη λογικής θεμελίωσης προκειμένου να γίνει αποτελεσματικό. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε την ευκολία με την οποία μια θεματική όπως η «μεγάλη αντικατάσταση» πέρασε από το πνεύμα ενός μάλλον άγνωστου συγγραφέα (του Ρενώ Καμύ) στα τηλεοπτικά πλατό, ακόμα και στα συνέδρια κομμάτων του «συνταγματικού τόξου»; Σε ένα τέτοιο μεταφορικό καθεστώς, η εικόνα είναι πολύ ισχυρότερη από την ιδέα την οποία υποτίθεται ότι φωτίζει. Κανείς δεν θέλει να πέσει θύμα «αντικατάστασης», πόσο μάλλον «μεγάλης». Άπαξ κι έχει φυτευτεί στο μυαλό των ανθρώπων ότι η διατήρηση της εθνοτικής ταυτότητας αποτελεί εγγύηση της ατομικής επιβίωσης, δεν χρειάζεται πια να σκοτιζόμαστε με δημογραφικές αποδείξεις. Μια ματιά στις αποβάθρες του παρισινού μετρό νωρίς το πρωί, ή σε εικόνες φλεγόμενων κτιρίων, έτσι όπως τις μεταδίδουν τα κανάλια συνεχούς ενημέρωσης τις νύχτες που ξεσπούν ταραχές, φτάνει και περισσεύει. Η επιβολή ερμηνευτικών πλαισίων επιτρέπει κάτι ακόμα: είναι τόσο βαθιά η πίστη πως βλέπουμε το «πραγματικό», ώστε αντιλαμβανόμαστε μόνο ό,τι το επικυρώνει³⁶.
Στη Γαλλία, ο Ζεράλντ Νταρμανέν πρόβαλε κι αυτός το επιχείρημα της κοινής λογικής. Όταν ρωτήθηκε τον Μάιο του 2021 για τις στατιστικές της εγκληματικότητας ‒που, όπως του επισημάνθηκε, διέψευδαν τα λεγόμενά του‒, δήλωσε την προτίμησή του για ένα είδος ενδείξεων διαφορετικό από τις δημόσιες στατιστικές. «Μου αρέσουν πολύ οι έρευνες περί θυματοποίησης και οι ειδικοί των ΜΜΕ», είπε σε μια συνέντευξη Τύπου, «προτιμώ όμως την κοινή λογική του απλού κρεοπώλη απ’ το Τουρκουάν». Και ο υπουργός Εσωτερικών συνέχισε εξηγώντας ότι δεν πρέπει να «αρνούμαστε την πραγματικότητα», αλλιώς κινδυνεύουμε, σύμφωνα με μια θέση που ακούγεται συχνά, να ενθαρρύνουμε την άνοδο των άκρων.
Δεν είναι διόλου αξιοπερίεργο το γεγονός ότι το επιχείρημα της κοινής λογικής χρησιμοποιείται για συντηρητικούς, ενίοτε και αντιδραστικούς σκοπούς. Η επίκληση της κοινής λογική είναι πάντα ένας άλλος τρόπος επίκλησης του παρελθόντος, καταφυγής στην παράδοση. Το έλεγε και ο Γκράμσι, για τον οποίο αυτό που ονομάζουμε κοινή λογική, ή μερικές φορές «ένστικτο», παραπέμπει στην εκμάθηση, ψυχή τε και σώματι, των συνθηκών ζωής σε μια δεδομένη εποχή³⁷. Επειδή ακριβώς βρίσκει τον λόγο ύπαρξής της στα ήθη, η κοινή λογική είναι εκ φύσεως αντίθετη στο καινούργιο. Ο Γκράμσι έδειξε ότι η επίκληση της κοινής λογικής συμμετέχει ενεργά στην αναπαραγωγή των δομών εξουσίας. Αποτελεί έτσι ένα από τα κυριότερα εμπόδια για τη χειραφέτηση που κήρυσσε ο μαρξιστής θεωρητικός, αλλά και, πιο θετικά, ένα κεντρικό στοιχείο στον αγώνα για την πολιτική ηγεμονία που καλούμαστε να δώσουμε. Η κοινή λογική δηλώνει για τον Γκράμσι ένα πεδίο μάχης καίριας σημασίας, υπό την προϋπόθεση να την επαναπροσδιορίσουμε. Δεν μπορεί δηλαδή να εννοείται ως σταθερό δεδομένο της ανθρώπινης ψυχολογίας, γιατί ως τέτοιο επικυρώνει ανά πάσα στιγμή την καθεστηκυία τάξη.
Για να γίνει εργαλείο χειραφέτησης, η κοινή λογική θα ήταν προτιμότερο να μετονομαστεί σε «από κοινού λογική», να θεωρηθεί δηλαδή ένα σύνολο σημασιών που αναπτύσσονται συλλογικά και μπορούν να ευνοήσουν τις δυναμικές της ιστορίας. Με αυτή την προϋπόθεση, καθίσταται εφικτό να αντιταχθεί η από κοινού λογική στα «αυτονόητα» που έχουν αποτεθεί στην παράδοση και περιβάλλονται με την αίγλη του αδιαμφισβήτητου. Σε κάθε περίπτωση, η Άκρα Δεξιά δεν επικράτησε τις τελευταίες δεκαετίες στο αφηρημένο πεδίο της «μεταπολιτικής», αλλά με τρόπους που θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε «υποπολιτικούς».
«Είμαστε σπίτι μας!»: αυτή η φράση που δονεί τις συγκεντρώσεις του Εθνικού Συναγερμού και της Ανακατάληψης συνοψίζει από μόνη της την εν λόγω πρακτική της Άκρας Δεξιάς. Το να νιώθεις «σπίτι σου» δεν αναφέρεται καταρχάς σε μια χώρα, αλλά σε… ντουβάρια, όπου η προστασία των τοίχων και η βεβαιότητα ότι κανείς δεν μπορεί να σε διώξει σε προστατεύουν από τις απειλές του εξωτερικού κόσμου. Την υποπολιτική αυτή βεβαιότητα κλονίζει ο κίνδυνος βεβήλωσης του καταφυγίου σου από μια διάρρηξη: μια παρείσφρηση στον ιδιωτικό σου χώρο μπορεί να αποβεί τραυματική. Όμως το «Είμαστε σπίτι μας!» του νοικοκυριού διαταράσσεται και από λόγους κοινωνικούς, όχι ασφάλειας, τους οποίους η Άκρα Δεξιά δεν επικαλείται εξίσου συχνά. Η αποπληρωμή ενός δανείου του οποίου οι τόκοι αυξάνονται διαρκώς, η καταβολή όλο και υψηλότερων ενοικίων, η απλή αδυναμία εύρεσης στέγης αντάξιας του ονόματός της, είναι εμπειρίες αμφισβήτησης του «[…] σπίτι μας» πολύ συνηθέστερες από αυτές που συνδέονται με μια πραγματική εισβολή διαρρηκτών σε μια κατοικία. Συνήθως οι οικογένειες ξεσπιτώνονται με ειδοποιήσεις έξωσης που τους κοινοποιούν δικαστικοί κλητήρες κατ’ εντολήν των τραπεζών. Είναι πολύ σπανιότερες οι περιπτώσεις που η παρείσφρηση ξένων καταληψιών σε μια κατοικία αναγκάζει κάποια οικογένεια να φύγει. Κι όμως, πρόκειται για το μόνο μοντέλο που εκμεταλλεύεται η Άκρα Δεξιά.
Η φράση «Είμαστε σπίτι μας!», που αναβιβάζεται σε συλλογικό σύνθημα, ταυτίζει το έθνος με το νοικοκυριό. Η αναγωγή της πολιτικής στο πλαίσιο του «οίκου» αποτελεί σταθερό μοτίβο της αντεπαναστατικής σκέψης, το οποίο αντιτίθεται εξαρχής στα μοντέλα του κοινωνικού συμβολαίου που διακρίνουν το κράτος από την οικογένεια. Κι εδώ επίσης, αυτό που προτάσσεται είναι η εικόνα της κατάληψης στέγης, μια ξένη παρείσφρηση που μπορεί να πάρει τη μορφή της «μεγάλης αντικατάστασης». Στις περισσότερες διαγνώσεις της Άκρας Δεξιάς, απαλείφεται εντελώς η ευθύνη του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού, όχι μόνο για τη στεγαστική κρίση, αλλά και για το αίσθημα ξεπεσμού του έθνους, για την εξαφάνιση των κρατικά παρεχόμενων υπηρεσιών και για την προσταγή να προσαρμόζουμε διαρκώς τον τρόπο ζωής μας στον οικονομικό ανταγωνισμό. Το «Είμαστε σπίτι μας!» απευθύνεται αρχικά σε όσους υποτίθεται ότι δεν είναι «σπίτι τους» λόγω της καταγωγής ή της κουλτούρας τους. Μια φράση που θα μπορούσε να σημαίνει την απαίτηση να ξαναπάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας και να ζήσουμε νιώθοντας ζεστασιά στη χώρα μας γίνεται έτσι ένα ξενόφοβο σλόγκαν όπου η κατάφαση δεν είναι παρά η άλλη όψη μιας άρνησης: «Εσείς δεν είστε σπίτι σας». Για να συμβεί μια τέτοια αντιστροφή, πρέπει ο λόγος πολιτικών ή δημοσιογράφων, που δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο να εκδιωχθούν από το σπίτι τους ή από τον οικείο τους κόσμο, να συναντήσει το άγχος των κοινωνικών τάξεων που βρίσκονται εκτεθειμένες σε μια τέτοια απειλή. Πώς εξηγείται αυτή η απίθανη συνάντηση;
³⁴ Βλ. το άρθρο «Le genre en mode mineur», υπό έκδοση στην επιθεώρηση Actes de la recherche en sciences sociales.
³⁵ Claire Sécail, Touche pas à mon peuple, Παρίσι, Seuil, σειρά «Libelle».
³⁶ Σχετικά με τη «μεγάλη αντικατάσταση», βλ. το τελευταίο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου.
³⁷ Για τον ρόλο της κοινής λογικής σε σχέση με το ζήτημα της πολιτισμικής ηγεμονίας στον Γκράμσι, βλ. Yohann Douet, L’Hégémonie et la révolution. Gramsci penseur politique, Παρίσι, Άμστερνταμ, σειρά «Lignes rouges», 2023.