ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ 29ης Δεκεμβρίου 1916, ο Γκριγκόρι Ρασπούτιν παρασύρθηκε στο σπίτι του Φέλιξ Γιουσούποφ, ενός Ρώσου ευγενούς που είχε παντρευτεί μέλος της οικογένειας του τσάρου Νικολάου Β΄. Όπως πολλοί αριστοκράτες, ο Γιουσούποφ αποδοκίμαζε μετά βδελυγμίας την επιρροή που ασκούσε ο διαβόητος θαυματουργός «θεραπευτής» στον Νικόλαο και στη σύζυγό του, την Αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα. Ο Γιουσούποφ και άλλοι συνωμότησαν με σκοπό να δηλητηριάσουν τον Ρασπούτιν, προσθέτοντας κυάνιο στο φαγητό του. Αφού το δηλητήριο απέτυχε, ο Γιουσούποφ και ένας άλλος συνωμότης, ο Βλαντίμιρ Πουρίσκεβιτς, τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν. Όταν η είδηση έγινε γνωστή στο κοινό, ξέσπασαν «άγριες επευφημίες» στα θέατρα και «τα εστιατόρια εξερράγησαν από χαρά», σύμφωνα με το νέο βιβλίο «Ρασπούτιν: Η πτώση των Ρομανόφ» του Άντονι Μπίβορ, συγγραφέα πολλών βιβλίων στρατιωτικής ιστορίας, για τον Ισπανικό Εμφύλιο, τη Μάχη του Στάλινγκραντ και την πτώση του Βερολίνου.
Κατά τη διάρκεια μίας από τις επιστροφές του στο Ποκρόβσκε, έστησε ένα παρεκκλήσι στο υπόγειο του στάβλου του, προσελκύοντας προσκυνητές και καλώντας τους να προσευχηθούν και να ψάλουν μαζί του. Ήταν η αρχή της πορείας του προς τη δόξα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρουσία του Ρασπούτιν στο βασιλικό περιβάλλον ενέτεινε την καχυποψία απέναντι στον Νικόλαο και στην Αλεξάνδρα. Ωστόσο, οι ιστορικοί διαφωνούν ως προς τον βαθμό ευθύνης που φέρει ο Ρασπούτιν για την πτώση των Ρομανόφ. Παρότι σίγουρα αμαύρωσε το βασιλικό κύρος, πολλοί πιστεύουν ότι η διείσδυσή του στον στενό κύκλο του Τσάρου ήταν απλώς ένα σύμπτωμα μιας ευρύτερης ηθικής κατάρρευσης, στο πλαίσιο της οποίας η οργανωμένη θρησκεία είχε κλονιστεί και οι ακραίες αντιλήψεις εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη Ρωσία. Ο συγγραφέας του «Ρασπούτιν» διαφωνεί, υποστηρίζοντας ότι ο Ρασπούτιν «συνέβαλε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο στην κατάρρευση της μεγαλύτερης απολυταρχίας στον κόσμο».
Ο Ρασπούτιν γεννήθηκε το 1869, η οικογένειά του ήταν φτωχή και ζούσε στον μικρό οικισμό Ποκρόβσκε της Σιβηρίας. Είχε ελάχιστη μόρφωση και εργαζόταν ως αγρότης μαζί με τον πατέρα του. Μετά τον γάμο του, αυτός και η σύζυγός του έχασαν αρκετά παιδιά, γεγονός που του προκάλεσε μια έντονη ψυχολογική/πνευματική κρίση. Γύρω στα 1897 έφυγε από το σπίτι του και άρχισε να ζει ως «στράνικ», δηλαδή ως περιπλανώμενος ασκητής σε αναζήτηση του Θεού. Κατά τη διάρκεια μίας από τις επιστροφές του στο Ποκρόβσκε, έστησε ένα παρεκκλήσι στο υπόγειο του στάβλου του, προσελκύοντας προσκυνητές και καλώντας τους να προσευχηθούν και να ψάλουν μαζί του. Ήταν η αρχή της πορείας του προς τη δόξα.
Ο Ρασπούτιν συνάντησε για πρώτη φορά τον Νικόλαο και την Αλεξάνδρα σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη –συναισθηματικά και πολιτικά– στιγμή για το βασιλικό ζεύγος. Τον Οκτώβριο του 1905, αφότου η Ρωσία είχε υποστεί μια ταπεινωτική στρατιωτική ήττα από την Ιαπωνία, ο Νικόλαος αναγκάστηκε να υπογράψει ένα συνταγματικό μανιφέστο που ανέτρεπε την πολιτική ζωή της χώρας. Η Ρωσία θα αποκτούσε σύντομα ένα πραγματικό Κοινοβούλιο και η κυβέρνησή του δεσμεύτηκε να σεβαστεί τις πολιτικές ελευθερίες. Όταν το νέο σύνταγμα παραδόθηκε στον Νικόλαο, γράφει ο Μπίβορ, «έκανε το σταυρό του προτού πάρει τη πένα, υπέγραψε και βάζοντας τα χέρια στο κεφάλι ξέσπασε σε λυγμούς». Δύο εβδομάδες αργότερα, έφτασε στο παλάτι Πέτερχοφ έξω από την Αγία Πετρούπολη ο «άγιος» Ρασπούτιν, κατόπιν πρότασης δύο γυναικών που ανήκαν στην ευρύτερη οικογένεια του Τσάρου.
Ενώ οι υπουργοί της κυβέρνησης προσπαθούσαν να μετατρέψουν τη Ρωσία σε συνταγματική μοναρχία, ο Ρασπούτιν προσέφερε πνευματική καθοδήγηση στον Τσάρο και στην Αυτοκράτειρα. Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι φαινόταν όχι μόνο να ηρεμεί αλλά και να γιατρεύει τον γιο και διάδοχό τους, τον Αλεξέι, ο οποίος έπασχε από αιμοφιλία. Η παρέμβαση του Ρασπούτιν με μια προσευχή φέρεται να έθεσε τέλος σε ένα οδυνηρό επεισόδιο εσωτερικής αιμορραγίας που απειλούσε τη ζωή του νεαρού πρίγκιπα. Για την Αλεξάνδρα, γράφει ο Μπίβορ, αυτό και μόνο ήταν απόδειξη ότι ο Ρασπούτιν ήταν ένας άγιος του οποίου «οι προσευχές ήταν τόσο ισχυρές που έκαναν τον Θεό να παρεμβαίνει άμεσα».
Δεν ήταν όμως όλοι πεπεισμένοι για τις μεταφυσικές δυνάμεις του Ρασπούτιν. Ενώ η Αυτοκράτειρα τον υπερασπιζόταν επανειλημμένα, πολλοί υπουργοί και σύμβουλοι προέτρεπαν τον Τσάρο να τον αποβάλει από την αυτοκρατορική αυλή, πεπεισμένοι ότι η εγγύτητά του στην εξουσία υπονόμευε την πολιτική και ηθική εξουσία του Τσάρου. Τέτοιες ανησυχίες βασίζονταν συχνά σε αναφορές της ίδιας της μυστικής αστυνομίας του Τσάρου, της Οχράνα, η οποία παρακολουθούσε στενά τον Ρασπούτιν και την εκκεντρική συμπεριφορά του.
Ο συγγραφέας βασίζεται σε αυτές τις αναφορές, καθώς και σε άλλες μαρτυρίες και απομνημονεύματα, για να δημιουργήσει έναν κατάλογο μεθυστικών ακολασιών και χάους που αποδίδονται στον «τρελό μοναχό». Διαβάζουμε για την αποπλάνηση γυναικών που έρχονταν σε αυτόν για πνευματική καθοδήγηση, για τη συνήθειά του να συναναστρέφεται με πόρνες, ακόμη και ότι «επισκεπτόταν τις κόρες του Τσάρου στα υπνοδωμάτιά τους τη νύχτα». Ο Ρασπούτιν, γράφει ο συγγραφέας, δικαιολογούσε τη συμπεριφορά του ισχυριζόμενος ότι «μόνο τα σοβαρά αμαρτήματα μπορούν να οδηγήσουν σε αληθινή μετάνοια». Οι φήμες για τα παραπτώματά του ενέτειναν την καχυποψία απέναντι στον Ρασπούτιν σε ολόκληρη τη χώρα. Ο Πιοτρ Στολίπιν, ένας από τους καταξιωμένους Ρώσους πολιτικούς της εποχής, απεχθανόταν τον Ρασπούτιν, αλλά δεν μπορούσε να πείσει τον Τσάρο να τον εξορίσει.
Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος σήμανε το τέλος της αυτοκρατορίας. Το 1915, καθώς η Ρωσία μετρούσε τρομερές απώλειες στο Ανατολικό Μέτωπο, ο Νικόλαος αυτοανακηρύχθηκε αρχιστράτηγος, αυξάνοντας έτσι την προσωπική του ευθύνη για τις ήττες του πολέμου. Η Αλεξάνδρα επέμενε να ευλογήσει ο Ρασπούτιν τα στρατεύματα για να εξασφαλιστεί η νίκη. Ο ίδιος ο Ρασπούτιν όμως απομονωνόταν όλο και πιο πολύ και γνώριζε ότι είχε εχθρούς που λαχταρούσαν να τον βγάλουν από τη μέση.
Η δολοφονία του Ρασπούτιν δεν μπόρεσε να σώσει τη μοναρχία. Λίγους μήνες αργότερα, αντιμέτωπος με στρατιωτικές ήττες και λαϊκές εξεγέρσεις, ο Νικόλαος παραιτήθηκε από τον θρόνο. Ωστόσο, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους και το ξέσπασμα του εμφυλίου, οι επαναστάτες ήθελαν να διασφαλίσουν ότι οι αντιδραστικές δυνάμεις δεν θα χρησιμοποιούσαν ποτέ τον Νικόλαο και την Αλεξάνδρα για να επαναφέρουν τη μοναρχία. Τον Ιούλιο του 1918, το πρώην βασιλικό ζεύγος εκτελέστηκε μαζί με τα παιδιά τους, συμπεριλαμβανομένου του νεαρού διαδόχου Αλεξέι, του οποίου τη ζωή υποτίθεται ότι είχε σώσει κάποτε ο Ρασπούτιν.
Με στοιχεία από τη «Wall Street Journal»