ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΤΟΥ 1981, η Γκίτα Σερένι, η διάσημη ιστορικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας βιβλίων που επιχειρούσαν να κατανοήσουν τη φύση του κακού, σήκωσε το τηλέφωνο στο σπίτι της στο Λονδίνο. Στην άλλη γραμμή ήταν ο Άλμπερτ Σπέερ, ο αγαπημένος αρχιτέκτονας του Χίτλερ και υπουργός Εξοπλισμών κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο οποίος είχε καταφέρει να «επαναφεύρει» τον εαυτό και να κατοχυρωθεί στη δυτική συνείδηση ως ο «καλός Ναζί», ισχυριζόμενος ότι είχε πλήρη άγνοια του Ολοκαυτώματος παρά την υψηλή του θέση. Στο τηλέφωνο ακουγόταν μεθυσμένος, ο ίδιος όμως δήλωνε ότι ήταν επιτέλους έτοιμος να αποκαλύψει την αλήθεια.
Εκείνη η συνομιλία αποτελεί την κορύφωση του νέου βιβλίου του πολυβραβευμένου Γάλλου συγγραφέα Ζαν-Νοέλ Ορενγκό, ενός υβριδικού έργου μεταξύ ιστορικού δοκιμίου και μυθιστορήματος με τον γλαφυρό τίτλο «Είσαι ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ». Ο Ορενγκό δηλώνει γοητευμένος από την περίπτωση του Σπέερ από τότε που διάβασε τα απομνημονεύματά του σε ηλικία 25 ετών και το νέο βιβλίο του εντάσσεται στη γαλλική παράδοση της ιστορικής γραφής που συνδυάζει τη μυθοπλασία με τη μη μυθοπλασία, μια σχολή την οποία εκπροσωπούν συγγραφείς όπως ο Ερίκ Βιγιάρ.
Η σημερινή μας κουλτούρα είναι τέτοια που επιτρέπει στους φαύλους να διηγούνται τις ιστορίες τους ξανά και ξανά, σημειώνει, αντιπαραθέτοντας το φαινόμενο αυτό με την πρακτική της damnatio memoriae των αρχαίων — της «καταδίκης των τυράννων» μέσω της εξάλειψης της μνήμης τους.
Η αφήγηση περιλαμβάνει τρεις ιστορίες. Η κύρια ιστορία είναι αυτή του ίδιου του Σπέερ, τον οποίον παρακολουθούμε να σχεδιάζει μεγαλοπρεπείς κατασκευές που συμβολίζουν το ναζιστικό καθεστώς, όπως το Zeppelinfeld στη Νυρεμβέργη. Ο Χίτλερ είναι γοητευμένος από τη νεότητα, την ενέργεια και την ομορφιά του, γεγονός που δεν περνάει απαρατήρητο από τους άλλους αξιωματούχους των Ναζί. Παρά το γεγονός ότι το 1942 έγινε υπουργός εξοπλισμών και πολεμικού υλικού του Τρίτου Ράιχ, υπεύθυνος για εργοστάσια που επωφελούνταν από την εργασία των κρατουμένων, ο Σπεερ καταφέρνει να γλιτώσει την αγχονη στη δίκη του στη Νυρεμβέργη το 1946.
Κατά την απολογία του ο Σπέερ επινόησε μια ηθική κατασκευή: δήλωσε «συλλογικά ένοχος», επειδή θα έπρεπε να γνωρίζει για το Ολοκαύτωμα, αλλά «ατομικά αθώος», επειδή, όπως ισχυρίστηκε, στην πραγματικότητα δεν γνώριζε. Κατά τη διάρκεια των είκοσι ετών που περνά στη φυλακή του Σπάνταου, γράφει τις αναμνήσεις του — που αργότερα μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες — σε χαρτί υγείας και, μετά την αποφυλάκισή του το 1966, κερδίζει τη φήμη του μετανοημένου Ναζί.
Η δεύτερη πλοκή αφορά την Γκίτα Σερένι, η οποία πέρασε τρεις εβδομάδες με τον Σπέερ και τη σύζυγό του στο σπίτι τους στη Χαϊδελβέργη μετά την αποφυλάκισή του, για να γράψει αργότερα την οριστική βιογραφία του: «Ο Άμπερτ Σπέερ και η μάχη του με την αλήθεια» (1995). Όπως πολλοί δημοσιογράφοι και ιστορικοί, η Σερένι αναζητούσε ουσιαστικά την απάντηση σε ένα και μόνο ερώτημα: γνώριζε ο Σπέερ για το Ολοκαύτωμα ή όχι;
Το τρίτο νήμα επικεντρώνεται στον ίδιο τον Ορενγκό και στις σκέψεις του για τον τρόπο που πρέπει να προσεγγίσει ως συγγραφέας Σπέερ. Αρχικά είχε σκεφτεί «κάτι γύρω από τη σχέση μεταξύ πολιτικής και τέχνης», λέει. Αλλά τότε του ήρθε η ιδέα: το βιβλίο θα αφορούσε την εξαπάτηση μέσω της αφηγηματικής τέχνης, μια εξέταση του σύγχρονου φαινόμενου «των εναλλακτικών γεγονότων, των ανταγωνιστικών αφηγήσεων και της κανονικοποίησης των αδικημάτων».
«Πώς μπορέσαμε ποτέ να φανταστούμε ότι δεν ήξερε;» αναρωτιέται ο Ορενγκό. Η σημερινή μας κουλτούρα είναι τέτοια που επιτρέπει στους φαύλους να διηγούνται τις ιστορίες τους ξανά και ξανά, σημειώνει, αντιπαραθέτοντας το φαινόμενο αυτό με την πρακτική της damnatio memoriae των αρχαίων — της «καταδίκης των τυράννων» μέσω της εξάλειψης της μνήμης τους.
Το βιβλίο ζωντανεύει στο δεύτερο μισό του, όταν εμφανίζεται η Σερένι και ο αναγνώστης αναρωτιέται αν θα καταφέρει να δει πίσω από τη μάσκα του Σπέερ. Το καταφέρνει. Και αυτός που της άνοιξε τα μάτια ήταν ο ίδιος ο Σπέερ. Στο τηλέφωνο, καυχιόταν μεθυσμένος για τον ρόλο του ως αρχιτέκτονα και υπουργού του Χίτλερ, και στη συνέχεια για την αναγέννησή του μετά την αποφυλάκισή του. Εκείνη όμως κατάλαβε την αλήθεια: ότι και γνώριζε αλλά και, ουσιαστικά, ποτέ του δεν είχε μετανοήσει.
Με στοιχεία από The Financial Times