«Θεία Πρόνοια»: Ένα καλοκαιρινό διήγημα του Πέτρου Μπιρμπίλη

«Θεία Πρόνοια»: Ένα καλοκαιρινό διήγημα του Πέτρου Μπιρμπίλη Facebook Twitter
0

Ήταν ένα ζεστό καλοκαίρι. Όλοι είχαν φύγει για διακοπές. Όλοι εκτός από εκείνον. Μόνος του είχε ξεμείνει στην πόλη. Αύγουστος ο μήνας. Οι δρόμοι άδειοι, άδειος κι αυτός μέσα του. Στεναχωριόταν, δεν τα 'χε υπολογίσει έτσι. Όμως κάτι το ένα κάτι το άλλο, οι αναποδιές πολλές, πάνε οι διακοπές.

Με παράπονο κοιτούσε τον ουρανό, ξαπλωμένος στο στρώμα που είχε βγάλει στη βεράντα μπας και νικήσει τον καύσωνα, όταν τα αυτιά του τα χάιδεψε ένα θρόισμα. Ένιωσε να τον τυλίγει μια παράξενη αύρα, ένα αεράκι. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς και γιατί, δεν ασχολιόταν με τέτοια, αλλά το μυαλό του πήγε από μόνο του σε κάτι άλλο, σε κάτι πέρα από αυτόν τον κόσμο, σε μια δύναμη μακριά απ' την λογική. Χωρίς να το κατανοεί, αλλά με τη σιγουριά μέσα του, κατάλαβε ότι ήταν το πνεύμα του καλοκαιριού αυτό το αεράκι. Το θρόισμα ήταν το κάλεσμά του, ο τρόπος που τον παρακινούσε να το ακολουθήσει. Τα 'χασε. Από πού ερχόταν; Ποιος το είχε στείλει, κι αν αποφάσιζε να το ακολουθήσει πού θα τον πήγαινε; Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από 'κει, το μυαλό του δεν τον βοηθούσε, μόνο σύγχυση του έφερνε, έτσι είπε να ακολουθήσει την καρδιά του που όσες φορές την άκουσε δεν είχε μετανιώσει. Δεν χρειάστηκε να κάνει τίποτα από τη στιγμή που πήρε την απόφαση. Σαν δροσερός μανδύας τον τύλιξε το αεράκι, και τον ανέβασε ψηλά, πολύ ψηλά, πάνω από τις ταράτσες των πολυκατοικιών, πάνω από τους μεγάλους δρόμους και τους σταθμούς των διοδίων.

Σκέφτηκε να του μιλήσει, να του πει κάτι, ούτε που ήξερε τι, καλό πάντως δεν θα ήταν. Μετά το μετάνιωσε. Ίσως επειδή είχε περάσει πολύς καιρός, τόσα χρόνια, ίσως επειδή από τα δένδρα ακούστηκε πάλι εκείνο το θρόισμα.

Πετάξανε πάνω απ' τη θάλασσα, που στα λευκά της κύματα γλιστρούσαν φέρι μποτ, βαρκούλες και ιστιοπλοϊκά με τα πανιά φουσκωμένα. Περάσανε πάνω από τα χωράφια με τα χρυσαφένια σπαρτά που τα χάιδευε η λάβρα, πάνω από τις παραλίες με τις ομπρέλες και τα τροχόσπιτα. Περάσανε πάνω από δρόμους αγροτικούς κι από μαντριά με αιγοπρόβατα. Πού πήγαιναν δεν έλεγε να καταλάβει αλλά και να ρωτούσε δεν περίμενε να λάβει απάντηση.

Έφτασαν κάποτε πάνω από ένα μέρος όπου τίποτα δεν υπήρχε εκτός από μια σπηλιά, κυκλωμένη από μια συστάδα δένδρων. Σε ένα από αυτά, στον κορμό του πάνω, ήταν καρφωμένη μια πινακίδα. "Θερμές πηγές- Ιαματικά λουτρά" έγραφε.

Εκεί τον ακούμπησε το αεράκι, κι ύστερα, με το ίδιο θρόισμα, όπως όταν είχε έρθει, με ένα "φφφρρ", τον εγκατέλειψε, ίσως για να πάει κάπου αλλού, σε κάποιους άλλους που το χρειάζονταν.

Μικρή ήταν η λιμνούλα που ξεκινούσε από τη σπηλιά, σαν μεγάλη γούρνα. Τα νερά της ανέδυαν μυρουδιά άσχημη, όμως αυτό δεν έδειχνε να ενοχλεί έναν άντρα και μια γυναίκα ηλικιωμένη, που, σαν τα βατράχια, μούλιαζαν εκεί μέσα. «Μην το σκέφτεσαι, μπες» τον παρότρυνε η γυναίκα, ενώ ο άλλος, που ήταν δίπλα της και που κι αυτός τα 'χε τα χρονάκια του, γύρισε και του έριξε μια ματιά αδιάφορη.

Έβγαλε τα ρούχα του και βηματάκι, βηματάκι, γλίστρησε μέσα, κοντά τους. Το κεφάλι του μόνο έμεινε απέξω. Καλά ήταν. Καλύτερα απ΄ότι φανταζόταν. Η μυρουδιά λίγο λίγο χάθηκε, και το κορμί του το ταλανισμένο από τα πέρα δώθε της και τις πληγές της πόλης, άρχισε να χαλαρώνει. Τα χέρια, τα πόδια, ο σβέρκος του που ήταν σφιχτά σαν πέτρα, ξεσφίχτηκαν, οι έγνοιες του μαλάκωσαν.

Ο άγνωστος άνδρας και η ηλικιωμένη γυναίκα, δεν του έδωσαν σημασία. Είχαν πιάσει κουβέντα, ακατάπαυστη, για πολλά και διάφορα. Θα πρέπει να ήταν ξένος κι αυτός, επισκέπτης, όμως η γυναίκα σίγουρα ήταν ντόπια, το μαρτυρούσε και η προφορά της και τα λεγόμενά της. Είχε απαντήσεις σε όλα τα σχετικά με την πηγή και τα οφέλη της, αλλά και για τα κρινάκια, που, ο άγνωστος τα είχε δει άφθονα, κάτασπρα, να ξεπετάγονται μέσα από την αμμουδιά, δίπλα στη θάλασσα. «Να, άμα πας προς τα κει, θα ιδείς, εχ' πολλά.»

Χωρίς να γίνει αντιληπτός, ούτε αδιάκριτος, σε στιγμές που δεν τον κοιτούσαν γύριζε το βλέμμα του λοξά, για να παρατηρήσει καλύτερα αυτόν τον άνδρα που η παρουσία του για ένα λόγο ανεξήγητο του ήταν ενοχλητική. Κάτι του έφερνε στο μυαλό, σαν να τον ήξερε από κάπου αλλά από πού δεν θυμόταν. Είχε μια ουλή στο πρόσωπο, βαθιά, από το φρύδι μέχρι το αυτί.

"Φρρρρ.." ακούστηκε πάλι το αεράκι. Γύρισε το κεφάλι του προς τις φυλωσσιές και είδε δύο αγόρια, μικρά. Είχαν ξεμυτίσει πίσω απ' τα δένδρα και με τα κεφάλια τους στραμμένα προς τα πάνω κάτι παρατηρούσαν, μουτρωμένα. Ήταν ένα μπαλόνι φουσκωτό αυτό που κοίταγαν, μάλλον θα τους είχε φύγει μέσα απ' τα χέρια. Δεν κράτησε πολύ η στεναχώρια τους. Με γέλια και ξεφωνητά, σαν βολίδες, τρέχοντας, χάθηκαν πάλι πίσω απ' τα δένδρα.

Δεν ήταν να κάθεσαι πολύ εκεί μέσα. Το παραδέχτηκαν και οι άλλοι δυο. Βγήκε κι ξεκίνησε να φορά τα ρούχα του. Ακολούθησε η γυναίκα και μετά ο άνδρας, που για να καταφέρει να βγει έδωσε μάχη. Φυσούσε, ξεφυσούσε, δυσκολεύτηκε πολύ. Όταν βγήκε, τότε εξηγήθηκε ο λόγος. Το ένα απ' τα δυο του πόδια υστερούσε απ' το άλλο, ήταν κοντύτερο, με αποτέλεσμα να γέρνει στο πλάι.

Αυτή η λεπτομέρεια τον βοήθησε να θυμηθεί. Είχαν περάσει πολλά χρόνια. Θέμη τον έλεγαν, και είχε το παρατσούκλι "σακάτης". Ήταν εκείνος ο τύπος που εξαιτίας του είχε δώσει τέλος στη ζωή της η Ρένα, η γειτόνισσά του που μεγάλωσαν μαζί στην ίδια αυλή. Το Ρενάκι. Βίος και πολιτεία άνθρωπος, αλήτης μη σου τύχει, που εκείνη, άπειρη, ορφανή από πατέρα κι από μάνα – με τη γιαγιά της μεγάλωνε- διψασμένη γι' αγάπη όπως ήταν ξελογιάστηκε μαζί του, κι ας ήταν μεγάλος για την ηλικία της, κι ας της έκανε τη ζωή κόλαση. Μέχρι ότι την πουλούσε σε άλλους είχε ακουστεί. Την άφησε κάποια μέρα, δίχως εξήγηση, δίχως σημείωμα, και ούτε έμαθαν που πήγε ούτε που τον ξαναείδαν. Έμεινε μόνη της αυτή, με ένα μωρό, καρπό του έρωτά της και καρπό της δυστυχίας της, που κάποια αρρώστια το πήρε από τη ζωή πριν προλάβει να κλείσει τα δυο του χρόνια. Δεν μπόρεσε να τα αντέξει, της πέσαν πολλά και πέρασε θηλιά στο λαιμό της. Η γειτονιά την πένθησε. Με τις δυστυχίες της είχε κερδίσει τη συμπόνια όλων.

Σκέφτηκε να του μιλήσει, να του πει κάτι, ούτε που ήξερε τι, καλό πάντως δεν θα ήταν. Μετά το μετάνιωσε. Ίσως επειδή είχε περάσει πολύς καιρός, τόσα χρόνια, ίσως επειδή από τα δένδρα ακούστηκε πάλι εκείνο το θρόισμα. «Πάω να μαζέψω κρινάκια εγώ. Γεια σας, σας χαιρετώ και τους δυο σας» γύρισε κι είπε εκείνος. «Καλά μπάνια. Και του χρόνου να μας ξανάρθετε» απάντησε η χωριάτισσα.

Τους ακολούθησε με τα μάτια του και τους δυο μέχρι που χάθηκαν. Η γυναίκα πίσω απ' τα δένδρα, κι ο άνδρας, σέρνοντας το πόδι, στον δρόμο προς την παραλία.

Βιβλίο
0

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT