ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΣΕ ΝΑ συμβεί αυτό; Ιδού το ερώτημα, το οποίο οι Γερμανοί ιστορικοί συνεχίζουν να διερευνούν με εμμονή. Όμως, πάνω από 80 χρόνια μετά το τέλος του ναζισμού, δεν έχουν βρει ακόμα μια οριστική ή πλήρη απάντηση. «Οποιαδήποτε απάντηση στο ερώτημα γιατί τα πράγματα εξελίχθηκαν έτσι υπόκειται σε μια ενδελεχή εξέταση των πηγών», απαντά με επιστημονική αυστηρότητα ο Χάινριχ Βίνκλερ, πατριάρχης της γερμανικής ιστοριογραφίας. «Αν προκύψουν νέες πηγές και πληροφορίες που οδηγούν σε νέα συμπεράσματα, τότε η απάντηση πρέπει να συμπληρωθεί και, αν χρειαστεί, να διορθωθεί». Ο Βίνκλερ δημοσίευσε πρόσφατα ένα βιβλίο απομνημονευμάτων με τίτλο «Warum es so gekommen ist» («Πώς φτάσαμε ως εδώ;»), στο οποίο αναλύει την πορεία του ως διανοούμενου αλλά και το θεμελιώδες «ερώτημα των ερωτημάτων από τα φοιτητικά μου χρόνια». «Το ερώτημα», διευκρινίζει, «αν θα μπορούσε να αποφευχθεί η μεγαλύτερη καταστροφή της γερμανικής ιστορίας, η δικτατορία του εθνικοσοσιαλισμού».
Ένας άλλος έμπειρος Γερμανός ιστορικός, ο Γκετζ Άλι, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με παρόμοιο τίτλο: «Wie konnte das geschehen» («Πώς μπόρεσε να συμβεί αυτό;»). Και οι δύο αυτές εκδόσεις κυκλοφορούν ταυτόχρονα στα βιβλιοπωλεία με μια άλλη εκτενή μελέτη, του Πέτερ Λόνγκεριχ, βιογράφου των Χίμλερ, Γκέμπελς και Χίτλερ, με τίτλο «Unwillige Volksgenossen» («Απρόθυμοι συμπατριώτες»). Ο Λόνγκεριχ θέτει το ίδιο ερώτημα, αλλά καταλήγει σε μια αντίθετη απάντηση: οι Γερμανοί ήταν σε μεγάλο βαθμό «επιφυλακτικοί» απέναντι στο καθεστώς του Χίτλερ και την ιδεολογία του και μόνο η καταστολή, η προπαγάνδα και ο οπορτουνισμός μπορούν να εξηγήσουν τη μαζική προσχώρηση στον εθνικοσοσιαλισμό.
Ο Γκετζ Άλι αναφέρει «προϋποθέσεις» που εξηγούν την άνοδο του ναζισμού. Μία από αυτές είναι η έκρηξη γεννήσεων μεταξύ 1900 και 1915, «η μεγαλύτερη αύξηση πληθυσμού στη γερμανική ιστορία», χάρη στις προόδους στην υγιεινή και την ιατρική.
«Χωρίς τη δημοκρατία, δεν θα υπήρχε Χίτλερ», παρατηρεί ο Άλι από γραφείο του στο Βερολίνο με θέα στο κτίριο φασιστικού ρυθμού που κάποτε στέγαζε το υπουργείο Προπαγάνδας του Γιόζεφ Γκέμπελς και σήμερα αποτελεί την έδρα του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων. Σύμφωνα μ’ αυτό το επιχείρημα, στην αυτοκρατορική εποχή, πριν από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ή σε ένα αυταρχικό σύστημα, ένας αναρριχώμενος πολιτικός «entrepreneur» όπως ο Χίτλερ, που είχε ταπεινή καταγωγή και καθόλου διασυνδέσεις, δύσκολα θα μπορούσε να ιδρύσει με επιτυχία ένα κίνημα όπως το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (NSDAP), δύσκολα θα μπορούσε να καταλάβει την εξουσία. «Με τον Κάιζερ, δεν θα υπήρχε Χίτλερ», λέει ο Άλι. «Η δημοκρατία ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση».
Ο Άλι αναφέρει και άλλες «προϋποθέσεις» που εξηγούν την άνοδο του ναζισμού. Μία από αυτές είναι η έκρηξη γεννήσεων μεταξύ 1900 και 1915, «η μεγαλύτερη αύξηση πληθυσμού στη γερμανική ιστορία», χάρη στις προόδους στην υγιεινή και την ιατρική. Το 1933, όταν οι ναζί ανέλαβαν την εξουσία, ο Γκέμπελς ήταν 35 ετών, ο Ράινχαρντ Χάιντριχ 28, ο Άλμπερτ Σπέερ 27, ο Άντολφ Άιχμαν 26 ετών, και ο Χάινριχ Χίμλερ 32 ετών. «Ήταν ένα νεανικό κόμμα και μια νεανική δικτατορία», συνοψίζει. Μια άλλη «προϋπόθεση», σύμφωνα με τον Άλι, είναι ο εκσυγχρονισμός της εκπαίδευσης. «Όλοι ήθελαν να ανελιχθούν», εξηγεί, αναφερόμενος σε αυτή την υπερπληθώρα νέων ανθρώπων, καλύτερα μορφωμένων από ποτέ, που μετανάστευσαν από την ύπαιθρο στην πόλη και ανέβηκαν κοινωνικά. Όμως, η οικονομική κρίση του 1929 ανέκοψε αυτή την κοινωνική ανέλιξη και προκάλεσε φθόνο προς τους Εβραίους συμπολίτες τους, τους οποίους οι ναζί θεωρούσαν ανταγωνιστές.
Ο ιστορικός προσθέτει ότι τα μουσεία, οι ταινίες και τα μνημεία έχουν την τάση να εστιάζουν στους άμεσους δράστες, π.χ. σε μια εγκληματική συμμορία στην κορυφή του καθεστώτος, ή στα θύματα, μέσω της ταύτισης μαζί τους, παραβλέποντας τη μεγάλη πλειοψηφία: «Τα εκατομμύρια των ενεργών και παθητικών συμπαθούντων, τους αδιάφορους, τους ανταλλάξιμους ακολούθους και τους εκατοντάδες χιλιάδες που πήραν ενεργό μέρος στην εκτέλεση του σχεδιασμού, της διοικητικής υποστήριξης και των χώρων μαζικής εξόντωσης».
«Η ρατσιστική πολιτική εξόντωσης συνάντησε κυρίως αρνητικές αντιδράσεις από τον πληθυσμό», υποστηρίζει από τη μεριά του ο Λόνγκεριχ στο «Απρόθυμοι Συμπατριώτες», ενώ ο Βίνκλερ αναπολεί στα απομνημονεύματά του την παιδική του ηλικία σε μια συντηρητική αλλά μη ναζιστική οικογένεια και θυμάται ότι μετά τον πόλεμο η γιαγιά του τού είπε: «Παρατηρούσαμε ότι όλο και λιγότεροι άνθρωποι στους δρόμους φορούσαν το εβραϊκό αστέρι και υποψιαζόμασταν ότι κάτι τρομερό τους είχε συμβεί». Σύμφωνα με τον Λόνγκεριχ, «δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για μια γενικευμένη ναζιστοποίηση της γερμανικής κοινωνίας».
Ο Άλι διαφωνεί, θεωρώντας ότι είναι λάθος να συμπεραίνουμε πως η δυσαρέσκεια για το καθεστώς ήταν ευρέως διαδεδομένη και αναφέρει το παράδειγμα της αύξησης των συντάξεων κατά 15% το 1941, ένα κρίσιμο έτος στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο στόχος ήταν να κατευνάσει την αναταραχή μεταξύ των συνταξιούχων, οι οποίοι είχαν ζήσει τον προηγούμενο πόλεμο και δεν ήθελαν άλλον. Το μήνυμα ήταν ότι ο Χίτλερ τους φρόντιζε. Και πέτυχε. «Η αλήθεια είναι ότι το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα είχε περισσότερα από οκτώ εκατομμύρια μέλη, με μέσο όρο ηλικίας τα 34 έτη, και 18 εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες υπηρέτησαν στη Βέρμαχτ», λέει ο Άλι. «Αυτό σημαίνει ότι το 95% όσων γεννηθήκαμε το 1947 είχε έναν γονέα που βρισκόταν στη Ρωσία ή αλλού και ήταν μάρτυρας εγκλημάτων πολέμου, στην καλύτερη περίπτωση, αν όχι συμμετέχων σε αυτά ή αδρανής απέναντί τους. Οι ναζί βρήκαν τη βάση τους στην καρδιά της κοινωνίας».
Είναι ένα παρελθόν που δεν ξεχνιέται ποτέ πραγματικά και το ερώτημα παραμένει αναπάντητο. Ακόμα και τώρα που πεθαίνουν και οι τελευταίοι επιζώντες, η ακροδεξιά συνεχίζει να έχει έντονη απήχηση και μια πρωτοφανής λήθη φαίνεται να πλησιάζει. «Η διαγραφή της καταστροφής των ετών 1933-1945 θα σήμαινε απαλοιφή του πιο σκοτεινού κεφαλαίου της γερμανικής ιστορίας. Οι συνέπειες θα ήταν καταστροφικές», προειδοποιεί ο Βίνκλερ. «Η προθυμία να δούμε με κριτική διάθεση τη γερμανική ιστορία είναι μέρος της ταυτότητάς μας και παραμένει μια κατηγορηματική επιταγή».
Με στοιχεία από «El Pais»