Πρώτη φορά τον είδαμε στο πολυβραβευμένο ντοκιμαντέρ «Επιστροφή στην πατρίδα» των Χρύσα Τζελέπη και Άκη Κερσανίδη. Ο ψυχίατρος Τίτους Μίλεχ, συγγραφέας δύο συγκλονιστικών βιβλίων-μαρτυριών, «Ο τόπος του εγκλήματος. Γερμανία, η ανοίκεια πατρίδα» και «Τόπος Εγκλήματος: Οικογένεια – Μια κανονική γερμανική οικογένεια» (εκδ. Θύραθεν), ζει τα τελευταία δέκα χρόνια έξω από τη Θεσσαλονίκη, στην Επανομή. Εδώ και δεκαετίες, από την ώρα που συνειδητοποίησε τα αίτια του ολέθρου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος, αρνείται να μιλήσει ή να γράψει στη μητρική του γλώσσα, λόγω της βαθιάς του αποστροφής για τα εγκλήματα του ναζισμού, για τα οποία θεωρεί υπεύθυνη την πλειονότητα των συμπατριωτών του, ακόμα και την οικογένειά του.
— Η επιλογή σας να ζήσετε στην Ελλάδα είχε πολιτικό χαρακτήρα επειδή η χώρα είχε πολλά θύματα κατά τη γερμανική κατοχή;
Όχι, όλα αυτά τα έμαθα αργότερα, δεν τα γνώριζα. Η απόφασή μου να ζήσω στην Ελλάδα συνδέεται με έναν μεγάλο έρωτα. Αλλά ήδη από το 1977, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού μου στην Κρήτη, αποφάσισα ότι δεν άντεχα πια τον κακό καιρό και την γκρίζα ατμόσφαιρα της Γερμανίας. Αν ήξερα ελληνικά, θα είχα έρθει να ζήσω εδώ αμέσως γιατί είχα τη βεβαιότητα ότι ήθελα να μεταναστεύσω σε μια χώρα στα παράλια της Μεσογείου. Έπρεπε όμως να κάνω την ειδίκευσή μου και, επειδή μιλούσα γαλλικά, βρήκα δουλειά στη Μασσαλία, όπου και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου. Εκεί πέρασα 31 χρόνια της ζωής μου.
Η εγκατάλειψη από τη μητέρα μου με έχει στιγματίσει. Αλλά την κατανοώ. Καταλαβαίνω πάρα πολύ καλά τη θέση στην οποία είχε περιέλθει. Αυτό που δεν μου άρεσε όμως ήταν ο αφελής θαυμασμός της για τις εθνοσοσιαλιστικές ιδέες για μια μεγάλη Γερμανία και ότι ο εραστής της ήταν στα SS.
— Όπου κάνατε και οικογένεια και έχετε μία κόρη, η οποία μιλάει μόνο γαλλικά, απ’ όσο ξέρω. Εσείς μεγαλώσατε σε μια τυπική γερμανική οικογένεια. Ένας από τους λόγους που αποκηρύξατε τη Γερμανία είναι και οι φιλοναζιστικές τάσεις των δικών σας.
Είναι πολύπλοκο. Καταρχάς, δεν μεγάλωσα με τους γονείς μου γιατί χώρισαν όταν ήμουν μόλις 2 ετών. Έτσι με μεγάλωσαν η γιαγιά και ο παππούς μου από την πλευρά της μητέρας μου, ιδιαίτερα μορφωμένοι άνθρωποι, καθηγητές σε λύκειο, με παραδοσιακές εθνικιστικές αξίες. Υπεραγαπούσαν τη χώρα τους, την οποία θεωρούσαν τη σημαντικότερη στον κόσμο, με την πιο τέλεια γλώσσα. Μεγάλωσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Οι ίδιοι προέρχονταν από το Königsberg, το σημερινό Kaliningrad, που ανήκει στη Ρωσία. Στα τέλη του 1945 αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν, καθώς οι Βρετανοί το βομβάρδισαν τον Αύγουστο του 1944 και καταστράφηκε το σπίτι τους. Εγκαταστάθηκαν στη νοτιοδυτική Γερμανία φέροντας ένα έντονο τραύμα για την άδικη απώλεια του σπιτιού, το μόνο για το οποίο μιλούσαν αναπολώντας τις όμορφες αναμνήσεις. Παραπονιούνταν ακατάπαυστα γι’ αυτή την απώλεια.
— Θαύμαζαν τον Χίτλερ, ήταν μέλη του ναζιστικού κόμματος;
Αυτά τα λέω στο δεύτερο βιβλίο μου, αφότου συγκέντρωσα διάφορα οικογενειακά ντοκουμέντα τα οποία ανέλυσα. Νομίζω ότι λόγω της αντίληψης που είχαν για τον Χίτλερ, συνέβαλαν κι αυτοί στην επικράτησή του. Επέμεναν ότι δεν ανήκαν στο κόμμα και η αλήθεια είναι ότι ο λόγος για τον οποίον δεν συνδέονταν με αυτό ήταν ότι η πλειονότητα των μελών του ήταν αμόρφωτοι άνθρωποι των λαϊκών τάξεων. Ωστόσο, μοιράζονταν το όραμα της αναγέννησης της Γερμανίας, το όραμα να γίνει μεγάλη και να αποκτήσει ξανά τη δύναμη που είχε χάσει μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Άρα ήταν εθνικιστές και μάλιστα λάτρεις της μοναρχίας, δηλαδή όχι οπαδοί του λαϊκισμού του ναζισμού. Θα έλεγα ότι συνέβαλαν στο να αναρριχηθεί ο Χίτλερ στην εξουσία, γιατί δεν έκαναν τίποτα για να τον ανακόψουν. Η γιαγιά μου ισχυριζόταν ότι όταν χρειάστηκε να ψηφίσει υπέρ ή κατά του Χίτλερ, ψήφισε κατά, αλλά τα αποτελέσματα του δήμου έδειχναν ότι έλαβε το 100% των ψήφων. Όπως και να ’χει, είχαν κάποιο ποσοστό ευθύνης για το ότι δεν έκαναν τίποτα. Η δημοκρατία τούς απωθούσε και πίστευαν ότι στις εκλογές ψηφίζουν βλάκες, ενώ οι ίδιοι εκτιμούσαν μόνο την ελίτ που, κατά τη γνώμη τους, ήταν η μόνη που έπρεπε να έχει δικαίωμα ψήφου. Αυτή ήταν η πολιτική τους θέση.
— Γεννηθήκατε το 1947, οπότε μεγαλώσατε στη μεταπολεμική Γερμανία. Πώς διαχειρίζονταν οι Γερμανοί τις συνέπειες του ναζισμού, πώς αποτιμούσαν τα γεγονότα;
Υπήρχε μια γενικευμένη άρνηση. Στα σχολεία και στα σπίτια, παντού, το μόνο για το οποίο συζητούσαν ήταν τα δεινά της Γερμανίας. Για τους βομβαρδισμούς, τα ερείπια, για το ότι εκατομμύρια αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα πάτρια εδάφη και τα σπίτια τους στις προσαρτηθείσες ανατολικές επαρχίες, για την αδικία από την πλευρά των Βρετανών. Ποτέ όμως δεν αναφέρονταν σε όλα αυτά ως συνέπεια των δικών τους πράξεων και όλων όσα είχαν προηγηθεί.
— Δηλαδή δεν υπήρχε καμία αυτοκριτική;
Εκείνη την περίοδο δεν θυμάμαι κανέναν να κάνει αυτοκριτική, ούτε οι καθηγητές στο σχολείο αλλά ούτε κανείς στην κοινωνία. Χρειάστηκε να κρατήσω αποστάσεις για ένα διάστημα. Στο λύκειο μας μίλησαν για την Ιστορία και για τα εγκλήματα πολέμου. Θυμάμαι συγκεκριμένα να λένε για την επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, η οποία ακολουθήθηκε από τα SS που σκότωσαν πολλούς. Έτσι έμαθα για τους Ουκρανούς, που αρχικά χάρηκαν που οι Γερμανοί τούς απελευθέρωσαν από την κατοχή των Σοβιετικών, οι οποίοι όμως στη συνέχεια δεν τους φέρθηκαν τόσο καλά. Ο καθηγητής μου της Ιστορίας αναφερόταν σε αυτό, αργότερα είδα σχετικά ντοκιμαντέρ και η γιαγιά μου μιλούσε για το Νταχάου όπου φυλακίστηκαν πολλοί Γερμανοί πολιτικοί κρατούμενοι.
— Εννοείτε Γερμανοί κομμουνιστές;
Ναι, και από όλα τα αριστερά πολιτικά κόμματα. Μετά την πυρκαγιά του Ράιχσταγκ η κυβέρνηση βρήκε αφορμή και συνέλαβε όλους τους πολιτικούς αντιπάλους της. Και πάλι, στην οικογένειά μου διαμαρτύρονταν μόνο για τους καημένους τους Γερμανούς.
— Στο βιβλίο σας λέτε ότι συχνά επαναλάμβαναν πως «εμείς δεν γνωρίζαμε τι γινόταν».
Όταν έφτασα στα 16-17 έμαθα στο σχολείο για το Ολοκαύτωμα. Γενικώς, οι Γερμανοί που συναναστρεφόμουν έλεγαν «δεν γνωρίζαμε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και για τα εγκλήματα πολέμου». Πράγματι, την περίοδο του ναζισμού όποιος άκουγε ξένους σταθμούς κινδύνευε με άγρια τιμωρία. Μόνο κάποιοι αντιφρονούντες άκουγαν Ράδιο Λονδίνο. Ωστόσο, όλοι είχαν έρθει σε επαφή με την αντισημιτική ρητορική και γνώριζαν για την αναχώρηση των Εβραίων. Η κυβέρνηση έλεγε ότι είχαν σταλεί κάπου αλλού, δεν μιλούσαν για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ισχυριζόταν ότι τους είχαν εγκαταστήσει κάπου στα ανατολικά.
— Και αυτό δικαιολογούσε την απουσία εκατομμυρίων ανθρώπων που είχαν εξαφανιστεί από τα σπίτια τους και τις δουλειές τους;
Έλεγαν, λόγου χάρη, ότι στάλθηκαν σε μια μεγάλη περιοχή στην Πολωνία όπου έκαναν αγροτικές δουλειές. Γενικά, η σχέση των Γερμανών με την αυτογνωσία δεν είναι η καλύτερη. Επηρεάζονται εύκολα, οπότε όταν άκουσαν ότι οι Εβραίοι αποτελούσαν κίνδυνο, το πίστεψαν και δέχτηκαν τις αντισημιτικές πολιτικές θέσεις. Συμφωνούσαν ότι οι Εβραίοι έπρεπε να φύγουν από τη Γερμανία, αλλά αν τους ρωτούσαν αν θα έπρεπε να τους σκοτώσουν, φυσικά θα έλεγαν όχι. Γενικότερα ήταν υπέρ των αντισημιτικών θέσεων.
— Δεν είστε κάπως άδικος όταν κριτικάρετε με τέτοια οξύτητα όλους τους Γερμανούς; Ένα σημαντικό ποσοστό ήταν αριστεροί που έδωσαν μάχες στους δρόμους εναντίον των ναζί.
Ναι, αλλά οι αριστεροί έκαναν ένα μεγάλο λάθος. Κομμουνιστές και σοσιαλδημοκράτες ήρθαν σε μεγάλη ρήξη μεταξύ τους, ενώ θα έπρεπε να είχαν ενώσει τις δυνάμεις τους εναντίον του ναζιστικού κινήματος. Δεν το έκαναν, οπότε έχουν κι αυτοί μεγάλη ευθύνη. Στην Ανατολική Γερμανία ένωσαν τις δυνάμεις τους δημιουργώντας ένα ενιαίο κόμμα, το SED, αλλά φυσικά κάτω από τη σοβιετική επιρροή κυριάρχησαν οι κομμουνιστές. Οι φοιτητές πολέμησαν τους ναζί στους δρόμους, αλλά μετά το 1933 και το κάψιμο του Ράιχσταγκ οι αριστεροί δεν ήταν σε θέση να κάνουν οτιδήποτε.
— Συχνά αναφέρεστε στο βιβλίο σας σε μια «γερμανική τρέλα». Ως ψυχίατρος, θα το χαρακτηρίζατε «ψυχοπάθεια»;
Ναι, αν μελετήσεις όλα τα συμπτώματα του ναζιστικού κινήματος, βλέπεις την εμφάνιση μιας συλλογικής παράνοιας, ένα bouffée délirante, ένα επεισόδιο τρέλας, αυταπάτης. Πιστεύω ότι συνδέεται με την ψυχασθένεια που είναι αποτέλεσμα περιορισμένης αυτογνωσίας και της καταπιεστικής παραδοσιακής εκπαίδευσης. Λόγου χάρη, αν ως παιδί σε καταπιέζουν και ακούς συνεχώς να σε μειώνουν, «σκάσε, είσαι ένα τίποτα», «θα μιλάς μόνο όταν σου λέω εγώ», εισπράττεις μίσος και θέλεις μια μέρα να φανείς δυνατός και να αναδειχθείς. Αν είσαι καταπιεσμένος, προβάλλεις όλο και περισσότερη βία, κι αν προκύψει πόλεμος, σου προσφέρεται ένας εχθρός – είναι μια ιδανική συνθήκη για να απελευθερώσεις και να εφαρμόσεις βία. Κι αν άκουγες συνεχώς ότι είσαι ένα τίποτα, θέλεις να γίνεις κάτι. Έτσι, σου έρχονται με τη μεγαλύτερη ευκολία φαντασιώσεις μεγαλομανίας. Όταν έχεις έλλειμμα αυτογνωσίας, δεν θα πεις «είμαι ο εαυτός μου, εμπιστεύομαι την κρίση μου, έχω άποψη, δεν ακολουθώ τυφλά άλλους», έχεις ανάγκη να ταυτιστείς με κάτι που σε ξεπερνάει. Αυτός είναι και ο λόγος που ένα τόσο μεγάλο ποσοστό, πιθανόν η πλειονότητα των Γερμανών, ταυτίστηκε τόσο σθεναρά με τον Χίτλερ. Είχαν βρει επιτέλους έναν ηγέτη, ταυτίστηκαν με την ιδέα μιας μεγάλης και κραταιάς Γερμανίας. Γενικώς, ήταν ένα ψυχωτικό επεισόδιο. Γι’ αυτό το αποκαλώ «γερμανική τρέλα».
— Πάντως, σημασία έχει ότι στην περίπτωσή σας τα μεγάλα πολιτικά γεγονότα της πατρίδας σας καθόρισαν τις οικογενειακές σας σχέσεις σε σημείο να απορρίψετε ακόμα και τη μητέρα σας.
Η σχέση μου με τη μητέρα μου ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκη από νωρίς. Στα 16 μου μού έκανε μια σοβαρή εξομολόγηση. Το 1947 όλη η οικογένεια ζούσε μαζί, η μητέρα μου, ο πατέρας μου και η μεγαλύτερη αδελφή μου, σε ένα δωμάτιο, και η γιαγιά και ο παππούς μου σε άλλο. Μετά τον πόλεμο, το μεγαλύτερο μέρος του γερμανικού πληθυσμού δεν είχε αρκετό φαγητό να φάει. Ζούσαν σε μεγάλη μιζέρια. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν ότι ο πατέρας μου και ο παππούς μου ήταν εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, με αποτέλεσμα να έχουν μεγάλες συγκρούσεις. Ο παππούς ήταν πολύ συντηρητικός ενώ ο πατέρας μου είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση και παράλληλα βρισκόταν κάτω από μεγάλη πίεση, καθώς αγωνιζόταν να ολοκληρώσει τις ιατρικές του σπουδές. Μια φορά έφτασε να χαστουκίσει την αδελφή μου, που τότε ακόμα ήταν βρέφος, επειδή έκανε πολύ θόρυβο. Γενικώς η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη. Οπότε, όταν η μητέρα μου έμεινε έγκυος σε εμένα, ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να τους συμβεί. Είναι βέβαιο ότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο σήμερα, εγώ δεν θα υπήρχα. Σε ημερολόγιο του παππού μου –τα λέω στο δεύτερο βιβλίο μου– λέει ότι το να έρθει ακόμα ένα παιδί εκείνη την ώρα ισοδυναμούσε με έγκλημα. Οπότε η μητέρα μου αποπειράθηκε να με σκοτώσει, να πνίξει ένα νεογέννητο ώστε να δώσει μια λύση στο πρόβλημα. Καθώς προσπαθούσε να με πνίξει, με κοίταξε μέσα στα μάτια και, όπως μου είπε: «Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξαναδεί τόσο αγαπησιάρικα μάτια. Χαλάρωσα τα χέρια μου κι ένιωσα μεγάλη ντροπή που προσπάθησα να το κάνω». Οπότε, φαντάζεστε πόσο περίπλοκη έγινε η σχέση μου με τη μητέρα μου. Εκτίμησα το θάρρος της να μου αποκαλύψει το γεγονός αυτό, ωστόσο για σύντομο διάστημα, ως έφηβος, ένιωθα ότι δεν θα μπορούσα να την αποκαλώ μητέρα πια. Τα διηγούμαι αυτά στο βιβλίο μου «Τόπος εγκλήματος, οικογένεια».
— Στην αφήγησή σας αποδίδετε πολιτική χροιά στους λόγους για τους οποίους την απορρίπτετε.
Στα 6 μου έφυγε για να σπουδάσει σε άλλη πόλη και ερχόταν να με δει μόνο τα Σαββατοκύριακα. Κάθε φορά που έφευγε, έκλαιγα με αναφιλητά. Έχω κλάψει πάρα πολύ ως παιδί λόγω της κατάστασης αυτής. Έπειτα από λίγα χρόνια έπαψε να έρχεται κι εγώ συνέχισα να μεγαλώνω με τη γιαγιά και τον παππού. Ο λόγος που εξαφανίστηκε ήταν γιατί είχε μείνει έγκυος και δεν ήθελε να το μάθει ο πατέρας της. Αυτή η εγκατάλειψη με έχει στιγματίσει. Αλλά την κατανοώ. Καταλαβαίνω πάρα πολύ καλά τη θέση στην οποία είχε περιέλθει. Αυτό που δεν μου άρεσε όμως ήταν ο αφελής θαυμασμός της για τις εθνοσοσιαλιστικές ιδέες για μια μεγάλη Γερμανία και ότι ο εραστής της ήταν στα SS. Ποτέ δεν είπε κάτι του τύπου «mea culpa». Αυτό με ενοχλούσε, το είχαμε συζητήσει αλλά ποτέ δεν είπε «έκανα λάθος». Το υποβάθμιζε κι έλεγε ότι οι άλλοι ήταν χειρότεροι, μιλούσε για τα γκουλάγκ και άλλες τέτοιες ανόητες δικαιολογίες. Τα πράγματα ήταν πολύπλοκα. Από τη μια στεναχωριόμουν. Ίσως περισσότερο από στεναχώρια να ένιωθα οργή με το γεγονός ότι δεν μπορούσε να πάρει αποστάσεις από όλα αυτά, αλλά ταυτόχρονα νομίζω ότι ασυνείδητα κάνω όλα εκείνα που δεν έκανε η ίδια: παίρνω εγώ τις αναγκαίες αποστάσεις. Έχω διαβάσει πολλά για τον ναζισμό και τα εγκλήματά του κι έχω γράψει για αυτά. Φυσικά ταυτίζομαι κυρίως με τα θύματά τους παρά με τα δεινά της πατρίδας μου. Αφιερώθηκα στο να κάνω το σωστό για όλη την οικογένειά μου.
— Έχετε δηλώσει ότι απεχθάνεστε τη μητρική σας γλώσσα, αν και παραδέχεστε ότι μέσα σας παραμένετε Γερμανός.
Φυσικά, αλλά το ότι δεν θέλω να μιλάω γερμανικά δεν αποτελεί απόφαση. Είναι σύμπτωμα. Όταν συνειδητοποίησα σε βάθος τα γερμανικά εγκλήματα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω τη γλώσσα. Μου ήταν αδύνατον να ακούω τον ίδιο μου τον εαυτό να μιλάει γερμανικά. Όλη αυτή η διαδικασία συνειδητοποίησης και αξιολόγησης του μεγέθους και της σημασίας των εγκλημάτων των ναζί και της «γερμανικής τρέλας» ξεκίνησε πριν από 40 χρόνια. Το πρώτο μου βιβλίο, το οποίο αποτέλεσε ένα βήμα και μια μαρτυρία αυτής της σταδιακής προόδου, εκδόθηκε το 2001, πριν από 25 χρόνια.
— Τι αντιδράσεις είχατε όταν κυκλοφόρησε στη Γερμανία;
Δεν υπήρξαν σχεδόν καθόλου αντιδράσεις. Το έστειλα σε δύο εκδότες που μου απάντησαν «είναι πολύ ενδιαφέρον, πολύ εντυπωσιακό, αλλά θα έπρεπε να το είχες γράψει 20 χρόνια νωρίτερα. Το γερμανικό κοινό έχει διαβάσει τόσο πολλά για το Ολοκαύτωμα, που πλέον δεν ενδιαφέρεται». Εν τέλει εκδόθηκε από έναν χριστιανό που είχε προσηλυτιστεί στον ιουδαϊσμό. Δεν έγινε καθόλου διαφήμιση από κανέναν, οπότε έμεινε στα αζήτητα. Μια αντίδραση που είχα από τη γυναίκα ενός φίλου μου που θύμωσε πάρα πολύ ήταν «τώρα έχουμε την απειλή της ισλαμοποίησης, θα ήταν καλύτερα να κριτικάρεις τους μουσουλμάνους που έχουν διεισδύσει στη γερμανική κοινωνία». Σκέφτηκα ότι πριν από 70 χρόνια ο κίνδυνος ήταν οι Εβραίοι, τώρα είναι οι μουσουλμάνοι. Το μόνο που έχει αλλάξει είναι ο στόχος.
— Στο ντοκιμαντέρ «Επιστροφή στην πατρίδα», μία ιδιαίτερα συγκινητική στιγμή είναι όταν συναντιέστε με την Ελληνοεβραία Βικτόρια.
Γνωριστήκαμε πρώτη φορά στο Δημαρχείο της Θεσσαλονίκης όπου με κάλεσε ο γιός της, Σάμι, που είναι φίλος μου. Ήταν μια εκδήλωση στην οποία απονεμήθηκε ο τίτλος του «Δίκαιου των Εθνών» στη γυναίκα που την έσωσε. Ήξερα για τα εγκλήματα των Γερμανών χάρη στο ντοκιμαντέρ «Επιστροφή στην πατρίδα» της Χρύσας Τζελέπη και του Άκη Κερσανίδη, αλλά όταν άκουσα την ιστορία της στα γυρίσματα συνειδητοποίησα από πολύ κοντά τον απίστευτο πόνο που προκάλεσαν οι Γερμανοί στα θύματά τους και στις οικογένειες τους.
Το τρέιλερ του ντοκιμαντέρ «Επιστροφή στην πατρίδα».
— Όπως γνωρίζετε, η Γερμανία κρατάει ουδέτερη στάση απέναντι στο Ισραήλ λόγω του ένοχου παρελθόντος. Συμφωνείτε με αυτήν τη στάση;
Θεωρώ ότι όλα όσα συμβαίνουν σήμερα με τον Νετανιάχου είναι συνέπεια του Ολοκαυτώματος. Υπάρχουν ευθύνες ακόμα και σ’ αυτό.
— Αυτό μήπως δικαιώνει το Ισραήλ;
Όχι, δεν λέω ότι μου αρέσουν οι μαζικές δολοφονίες. Πολλοί πιστεύουν ότι οι Εβραίοι κάνουν τα ίδια που έκαναν οι Γερμανοί σε αυτούς. Δεν συμφωνώ, δεν είναι το ίδιο. Όταν οι Γερμανοί σκότωναν Εβραίους σε όλη την Ευρώπη, δεν ήταν γιατί οι Εβραίοι είχαν επιτεθεί στη Γερμανία. Η Shoah προκλήθηκε από μια αυταπάτη, ότι η γερμανική ταυτότητα απειλούνταν από τους Εβραίους και τις πράξεις τους, κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα την τέλεια οργάνωση και πειθαρχία των Γερμανών με στόχο τη γενοκτονία, που παραμένει μοναδικό γεγονός στην ιστορία της ανθρωπότητας. Σε τι είναι ίδιο; Οι ακροδεξιοί Ισραηλινοί έχουν την τάση να θεωρούν τους Παλαιστίνιους δεύτερης διαλογής ανθρώπους. Αυτό αναδεικνύει έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους που θα έπρεπε να μας ανησυχεί όποτε αρχίζουμε να θεωρούμε κάποιους ανθρώπους κατώτερούς μας. Και το άλλο παρεμφερές είναι ο υπερβολικός εθνικισμός, αλλά νομίζω ότι αν θέλουμε να συγκρίνουμε το Ισραήλ με κάτι, αυτό είναι η αποικιοκρατία. Όλα τα ευρωπαϊκά κράτη δημιουργήθηκαν χάρη στην αποικιοκρατία. Κι όλες οι αποικιοκρατίες προκαλούν γενοκτονίες. Δεν δικαιολογώ το Ισραήλ, βρίσκω φρικτά όσα κάνει και λυπάμαι τους Παλαιστίνιους. Επίσης βρίσκω ότι οι φανατισμένοι Ισραηλινοί δεν δείχνουν συμπόνια στα θύματά τους και στα βάσανά τους. Δεν ξέρω τι θα έπρεπε να κάνει η Γερμανία. Ίσως να μην πει τίποτα. Είπαν ότι δεν θα ξανακάνουν κανέναν πόλεμο και ενεπλάκησαν στη Γιουγκοσλαβία και τώρα προετοιμάζονται για πόλεμο με τη Ρωσία. Δεν έμαθαν τίποτα!
— Θα λέγατε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είναι κάτι ανάλογο με τον Αδόλφο Χίτλερ;
Δεν είναι ακριβώς ίδιοι, αλλά υπάρχουν ομοιότητες. Είναι κάτι αντίστοιχο με αυτό που έλεγαν οι Γερμανοί: «Μην ανησυχείτε, ο Φίρερ ξέρει τα πάντα, θα μας φροντίσει». Πιστεύει ότι είναι ο Θεός επί της γης, δεν ακούει τους συμβούλους του, κάνει ό,τι θέλει, θεωρεί τους άλλους ανθρώπους κατώτερους – ας πεθάνουν Ιρανοί, δεν τον νοιάζει.
— Τι σας λείπει από τη Γερμανία;
Καμιά φορά μού λείπουν οι ζεστές καλοκαιρινές βροχές, πράγματα που συνδέονται με τη φύση κι όχι με τους ανθρώπους και την κοινωνία. Γενικά, δεν άντεχα τον καιρό, με έπιανε κατάθλιψη στη Γερμανία. Όπως είπα, το πρώτο μου κίνητρο να φύγω δεν ήταν πολιτικοί λόγοι αλλά το ένστικτο. Σαν ένα ζώο που το ένστικτό του τού λέει «πήγαινε αλλού, αλλιώς θα πεθάνεις». Συνδέεται με το κλίμα και το ανθρώπινο περιβάλλον. Τα σχολικά χρόνια κατάλαβα ότι πολλοί άνθρωποι έπαιζαν ρόλους και ότι είχαν ελάχιστη αυθεντικότητα. Λόγου χάρη, οι περισσότεροι καθηγητές μου δεν ήταν αυθεντικοί, έπαιρναν πόζες. Κάτι άλλο σχετικά με την ταυτότητα στη Γερμανία έχει να κάνει με τους ακαδημαϊκούς τίτλους που συνοδεύουν το όνομα. Η ταυτότητά σου είναι σημαντικότερη αν φέρεις έναν τίτλο.
— Στα ελληνικά λέμε «ούτε νεκρός δεν θέλω να γυρίσω στον τόπο μου». Εσείς θα θέλατε να ταφείτε στη Γερμανία;
Τα περιστέρια, ας πούμε, όπου κι να τα πας, όσο μακριά και να είναι, επιστρέφουν στο μέρος που μεγάλωσαν. Θα ήθελα να αποφύγω αυτή την ενστικτώδη αντίδραση. Όπως και να ’χει, δεν θέλω να ταφώ, οπότε βρήκα δύο αποτεφρωτήρια στην Ελλάδα, ένα στη Χαλκίδα και ένα στην Αλεξανδρούπολη. Οι στάχτες μου θα σκορπιστούν στην Επανομή, δίπλα στο σπίτι μου με την όμορφη θέα στη θάλασσα.